Yamaha ΜΤ-10SP - Touring Edition 2017-2019

Ένα R1M για κάθε μέρα
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

28/12/2018

Η βασική έκδοση του ΜΤ-10 είναι πλήρως εξοπλισμένη με όλα τα σύγχρονα ηλεκτρονικά βοηθήματα όμως για κάποιους δεν ήταν ακριβώς μια γυμνή R1 όπως φαντάζονταν. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει η έκδοση SP με τις ημί-ενεργητικές αναρτήσεις της Ohlins, ενώ την ίδια στιγμή, η έκδοση Touring προσπαθεί να καλύψει το κενό που άφησε πίσω του το Fazer 1000. Τις δύο αυτές εκδόσεις τις οδηγήσαμε στους δρόμους της Ν. Αφρικής και από εκεί είναι οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε και αναδημοσιεύουμε στο άρθρο που ακολουθεί:  

Με την κορυφαία σε εξοπλισμό και τεχνολογία έκδοση SP του ΜΤ-10, η Yamaha μπαίνει με δυναμικό τρόπο στην κατηγορία των σκληροπυρηνικών ευρωπαϊκών streetfighter, χωρίς όμως να κάνει ούτε μία μικρή παραχώρηση στους τομείς που κάνουν κάθε ιαπωνική μοτοσυκλέτα εύκολη στην καθημερινή συμβίωση

 

Η νέα έκδοση SP του ΜΤ-10 δεν έχει τη δικαιολογία της χαμηλής τιμής πώλησης (όπως οι υπόλοιπες ιαπωνικές sport naked) απέναντι στα KTM1290 Super Duke,  Aprilia Tuono 1100 Factory και BMWS1000R. Ως εκ τούτου, για να επιλέξει κάποιος την ΜΤ-10SP έναντι των τριών αυτών σκληροπυρηνικών και καταξιωμένων μοτοσυκλετών, θα πρέπει να έχει αντίστοιχες επιδόσεις, μοναδικό χαρακτήρα και φυσικά premium αύρα. Μεταφέροντας τεχνολογία απευθείας από την R1M και έχοντας ήδη στα χέρια της έναν μοναδικό στο είδος του τετρακύλινδρο κινητήρα, η Yamahaέφτιαξε την πρώτη Ιαπωνική streetfighter που όχι μόνο μπορεί να σταθεί με αξιώσεις δίπλα στην premium κατηγορία στην καφετέρια (Z1000) και την πίστα (GSX-S 1000), αλλά επιπλέον μπορεί να μπει στα όνειρα των πιτσιρικάδων και να γίνει αφίσα στα δωμάτιά τους.

Ταύτιση απόψεων

Θα είχαμε ψωνιστεί με την πάρτη μας αν ισχυριζόμαστε ότι οι project leader τηςYamaha κάθονται και διαβάζουν τα test του ΜΟΤΟ, όμως στην περίπτωση του νέου ΜΤ-10 (τόσο του SP, όσο και του βασικού μοντέλου) προχώρησαν σε αλλαγές και αναβαθμίσεις σε τομείς που μόνο εμείς είχαμε αναφέρει ότι χρειάζονται άμεση βελτίωση στο τεστ του ΜΤ-10. Έτσι, μόλις ένα χρόνο μετά την παρουσίαση του ΜΤ-10 και ουσιαστικά μόλις οκτώ μήνες μετά την έναρξη της εμπορικής καριέρας του, τόσο η βασική έκδοση, όσο και η SP (που δεν έχει διαφορές στον κινητήρα από την βασική) άλλαξαν εντελώς την χαρτογράφηση στα τρίαmode απόκρισης του ride by wire ψεκασμού. Αν θυμάστε, είχαμε γράψει ότι το Mode A ήταν υπερβολικά απότομο, με αποτέλεσμα αντί να σε βοηθάει να πας πιο γρήγορα, να σε δυσκολεύει να ελέγξεις τη μοτοσυκλέτα. Αντίθετα, το Mode B ήταν υπερβολικά μαλθακό και του έλειπε η απαραίτητη γραμμικότητα για να οδηγείς σε γλιστερούς δρόμους. Μόνο στο Mode STD είχες επαρκή επίπεδα επικοινωνίας με τον κινητήρα. Από φέτος, σε όλες τις εκδόσεις του ΜΤ-10 τα τρία Mode A/STB/B, αλλάζουν ονομασία και λέγονται Mode 1/2/3, όπου το Mode STD είναι πλέον το Mode 2. Μαζί με το όνομα άλλαξε εντελώς και η χαρτογράφησή τους, όπου πραγματικά για πρώτη φορά η Yamaha κατάφερε να δώσει σε έναν ridebywire ψεκασμό αποδεκτή γραμμικότητα. Μαζί με την BMW, η Yamaha είναι αυτή τη στιγμή πολύ κοντά να μας κάνει να σταματήσουμε να γκρινιάζουμε για την απόκριση και την αίσθηση των ride by wire ψεκασμών. Το άγριο Mode1 (πρώην ModeA) σταμάτησε να σε τινάζει εμπρός στο αρχικό άνοιγμα του γκαζιού και έτσι, μπορείς τώρα να οδηγήσεις με αυτό σε συνθήκες δρόμου και όχι μόνο μέσα στην πίστα. Ακόμα και μέσα στην κίνηση της πόλης του CapeTown που το δοκίμασα, δεν μπορώ να πω ότι ήταν ενοχλητικά απότομο, αν και το Mode2 ήταν σαφώς πιο κατάλληλο για τέτοιες συνθήκες. Το Mode2 έχει λίγο πιο γλυκιά απόκριση στο πρώτο 1/3 του γκαζιού, οπότε όταν περνάς πάνω από ανωμαλίες όπου αναγκαστικά το χέρι σου τραντάζεται και ανοιγοκλείνει άθελά του λίγο το γκάζι, το ΜΤ-10 δεν τσινάει πια σαν κατσίκι. Μπορείς πραγματικά να απολαύσεις μια ήρεμη βόλτα, όπως απολαύσαμε κι εμείς το ηλιοβασίλεμα στα τελευταία 10 χιλιόμετρα πριν δώσουμε πίσω τις μοτοσυκλέτες στη Yamaha. Η καινούρια χαρτογράφηση των Mode 1 και 2 είναι πολύ κοντά μεταξύ τους σε αίσθηση στον ανοιχτό δρόμο και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι και τα δύο απέκτησαν την πολυπόθητη γραμμικότητα. Μόνο μέσα στην πόλη και στο πολύ κλειστό στροφιλίκι, όπου οι συνθήκες σε αναγκάζουν να κλείνεις εντελώς το γκάζι και να το ξανανοίγεις, αντιλαμβάνεσαι ότι το Mode1 ξυπνάει τον κινητήρα από το πρώτο χιλιοστό περιστροφής του γκαζιού.

Από τα 300 χιλιόμετρα που κάναμε πάνω στην σέλα των δύο ΜΤ-10, μόλις για καμιά δεκαριά δοκίμασα το Mode3. Είναι το πιο ήπιο σε απόκριση από τα τρία, αλλά όπως αποδείχτηκε δεν είναι καθόλου άχρηστο, όπως ήταν παλιά το ModeB. Ακόμα και σούζες με το γκάζι μπορείς να κάνεις έχοντας επιλέξει το Mode3! Σε ανοιχτούς δρόμους, εύκολα μπορείς να ξεχαστείς και να οδηγάς για ώρες με το Mode3 χωρίς να σου δίνει την εντύπωση ότι έβαλες νερωμένη βενζίνη στο ρεζερβουάρ. Φυσικά στο στροφιλίκι αφαιρεί αρκετή σπιρτάδα από το ΜΤ-10 και θέλει να περιστρέψεις περισσότερο και πιο νωρίς το γκάζι, αλλά δεν του λείπει η αναλογικότητα. Ουσιαστικά το Mode3 μεταφέρει πιο ήρεμα την δύναμη του κινητήρα και έτσι αποτρέπει την άσκοπη επέμβαση του tractioncontrol σε γλιστερούς δρόμους. Επίσης είναι και το κατάλληλο mode αν έχεις συνεπιβάτη, όπου λόγω της τυχαίας τοποθέτησης των μαρσπιέ του, εκλιπαρεί για ήρεμες επιταχύνσεις. Για το θέμα των μαρσπιέ του συνεπιβάτη είχαμε μια συζήτηση είκοσι λεπτών με τον projectleader και του δώσαμε την ιδέα να προσθέσει στη λίστα των αξεσουάρ ένα σετ πιο μακριά μαρσπιέ ώστε να γλιτώσουν τον πονοκέφαλο της διαδικασίας της έγκρισης τύπου που απαιτεί ο επανασχεδιασμός…

Ημι-ενεργητική σταθερότητα και άνεση

Η μεγάλη διαφορά της SP από την απλή έκδοση δεν είναι τόσο η έγχρωμη οθόνη TFT της R1M αντί για την μονόχρωμη LCD, ούτε το λαχταριστό βουρτσισμένο ψαλίδι και ο racing φανταχτερός χρωματισμός. Η ουσία βρίσκεται στις νέες ημι-ενεργητικές αναρτήσεις της Ohlins που παίζουν καθοριστικό ρόλο, τόσο στα δυναμικά χαρακτηριστικά της, όσο και στην άνεση. Γενικά οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις μέχρι σήμερα δεν μπορούσαν να προσφέρουν καλά επίπεδα άνεσης στις χαμηλές ταχύτητες και ιδιαίτερα σε δρόμους με πολλές κοφτές ανωμαλίες, δεν έχαναν την απορροφητικότητα τους.Αυτές εδώ είναι δεύτερης γενιάς και τα βασικά τους εξαρτήματα είναι τα ίδια με εκείνα του νέου Honda Fireblade SP.  Φυσικά υπάρχει διαφορά στη ρύθμισή τους και στον προγραμματισμό τους, ώστε να ταιριάζουν με τις ανάγκες μιας μοτοσυκλέτας που θα κάνει τα περισσότερα χιλιόμετρα στο δρόμο. Στη διάθεσή σου έχεις πέντε επιλογές ρύθμισης, όπου οι δύο (Α1 και Α2) έχουν ημι-ενεργητική λειτουργία και τρεις (Μ1, Μ2 και Μ3) όπου οι αναρτήσεις δουλεύουν με συμβατικό τρόπο. Όλες οι ρυθμίσεις απόσβεσης γίνονται με τον ίδιο περιστροφικό διακόπτη δίπλα από τη μίζα, όπως στην R1M, με εξαίρεση την προφόρτιση ελατηρίου του πίσω αμορτισέρ που γίνεται με το χέρι. Το Α1 έχει ρυθμιστεί για οδήγηση σε πίστα ή σε υψηλής πρόσφυσης και ποιότητας δρόμους και το A2 για πιο γλιστερούς και με πολλές ανωμαλίες δρόμους. Τόσο το A1 όσο και το Α2 είναι ανοιχτά σε επεμβάσεις από τον αναβάτη και αν δεν σου αρέσει ο τρόπος που δουλεύουν, μπορείς να επέμβεις και να τους αλλάξεις χαρακτηριστικά. Βασικά αυτό που κάνει η ημι-ενεργητική λειτουργία είναι να αυξάνει και να μειώνει σε ποσοστό έως 10% την απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς (όχι την προφόρτιση ελατηρίου). Έτσι αν δεν σου αρέσει όπως έχουν ρυθμιστεί από το εργοστάσιο, μπορείς να αυξήσεις ή να μειώσεις τις αποσβέσεις και το +/-10% της ημι-ενεργητικής λειτουργίας να ξεκινά από το σημείο που θέλεις εσύ. Για παράδειγμα, το Α1 ήταν υπερβολικά σκληρόγια τα κιλά μου, με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα να χάνει πιο εύκολα πρόσφυση και να βρίσκεται περισσότερη ώρα στον αέρα μετά από μια ανωμαλία, παρά στο έδαφος. Αντιθέτως το Α2 ήταν σχεδόν άψογο, ακόμα και στα σημεία της διαδρομής που οδηγούσαμε σαν να ήμασταν σε πίστα. Τις επιλογές Μ1, Μ2 και Μ3 όπου καταργείται η ημι-ενεργητική αυτορρύθμισηθα σου χρησιμεύσουν μόνο αν κάνεις track-day σε διαφορετικές πίστες. Για παράδειγμα στο Μ1 να έχεις αποθηκευμένες τις ρυθμίσεις για τα Μέγαρα, στο Μ2 για τις Σέρρες και την Μ3 για καινούρια πίστα (προδιαγραφών F1 εννοείται! Τι είμαστε, τίποτα τελευταίοι;) που φτιάχνουν εδώ και είκοσι χρόνια… χα, χα, χα! Στο δρόμο όμως η ημι-ενεργητική λειτουργία κάνει θαύματα. Το πόσο μεγάλο ρόλο παίζει στη σταθερότητα στις υψηλές ταχύτητες, αλλά και πόσο ηρεμούν τη μοτοσυκλέτα μετά από ένα γλίστρημα ή μια ανωμαλία του δρόμου, το καταλάβαμε όταν ανεβήκαμε στη σέλα της βασικής έκδοσης με το πακέτο αξεσουάρ Touring.

Νέο Fazer 1000

Μας έχει μείνει η απορία για ποιο λόγο η Yamaha δεν παρουσίασε όλα αυτά τα χρόνια έναν αντικαταστάτη του Fazer 1000, τη στιγμή που σε αγορές όπως της Γερμανίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ οι πωλήσεις των Suzuki Bandit 1250S και Kawasaki Z1000SX είναι αξιοπρεπείς και δεν δικαιολογείται η δική της απουσία. Επαναφέροντας στην κουβέντα μας όσα είχαμε γράψει στο τεστ του ΜΤ-10 που είχαμε κάνει πριν μερικά τεύχη, θυμίζουμε ότι η θέση οδήγησης αυτής της μοτοσυκλέτας είναι μια χαρά για πολύωρη οδήγηση. Παρά τον σαφή streetfighter χαρακτήρα της, δεν σε κουράζει άσκοπα στα χέρια ή τη μέση και η πίεση του αέρα έως τα 140-150km/h κάθε άλλο παρά έντονη είναι. Είχαμε γράψει ότι με ένα μικρό φαίρινγκ θα μπορούσε εύκολα να γίνει το νέο Fazer 1000 και η Yamaha έκανε ακριβώς αυτό με την έκδοσηTouring.

 Ο χαρακτηρισμός της ως ξεχωριστή έκδοση μέσα στην οικογένεια των ΜΤ-10 είναι εντελώς μαρκετινίστικος, αφού στην πραγματικότητα είναι ένα πακέτο αξεσουάρ που μπορείς να βάλεις σε οποιαδήποτε ΜΤ-10, ακόμα και την SP.

Η λεπτομέρεια εδώ είναι στην τιμή, αφού αν αγοράσεις όλο το πακέτο γλιτώνεις 200 ευρώ από την τιμή του navigation της TOMTOM. Εκτός από το navi, παίρνεις μαζί την ψηλή (σταθερή) ζελατίνα, την αφράτη σέλα με γέμιση gel, χούφτες και ένα ζευγάρι ημίσκληρες βαλίτσες.

Απ΄όλα αυτά, τα μόνα που αξίζουν να αγοράσετε είναι η ζελατίνα, η σέλα και οι βαλίτσες. Η ζελατίνα είναι σχεδιασμένη περισσότερο με γνώμονα να ταιριάζει εμφανισιακά με την μοτοσυκλέτα και λιγότερο με την αεροδυναμική συμπεριφορά, αφού μετά τα 180km/h εμφανίζονται στροβιλισμοί που σου κουνάνε το κράνος.

 Όμως ακόμα κι έτσι, σου επιτρέπει να οδηγάς με υψηλά επίπεδα άνεσης με ταχύτητες 160-170km/h, χωρίς την ανάγκη να σκύβεις. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής που θύμισε τις στροφές του Μπράλου, πήγαμε για αρκετή ώρα με 200-210km/h, όμως ποτέ πάνω από 220km/h.

Μετά τα 190km/h έπρεπε να σκύψω για να προστατευτεί το κεφάλι μου από την υψηλή πίεση, κάτι όμως που νομίζω ότι είναι αποδεκτό για ένα streetfighter. Οι χούφτες είναι πεταμένα λεφτά και μαζί με τα μαρσπιέ συνεπιβάτη, τα μοναδικά εξαρτήματα πάνω στην ΜΤ-10που σχεδιάστηκαν στην τύχη. Όχι μόνο δεν προστατεύουν από τίποτα, αλλά επιπλέον προσθέτουν υπερβολικό βάρος στις άκρες του τιμονιού, πέντε πόντους επιπλέον πλάτος και στροβιλισμούς αέρα, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται μικροκουνήματα και ταλαντώσεις. Για τις βαλίτσες το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι έχουν σωστό μέγεθος, σημείο τοποθέτησης για να μπορείς να οδηγάς ακόμα και μέσα στην πόλη χωρίς πρόβλημα, αλλά κλείνουν με φερμουάρ, οπότε δεν μπορείς να αφήνεις μέσα αντικείμενα αξίας όταν παρκάρεις τη μοτοσυκλέτα εκτός οπτικού σου πεδίου. Επειδή η στάνταρ σέλα είναι πολύ καλή, η έξτρα αφράτη κάνει διαφορά στην άνεση μόνο μετά από δύο ώρες οδήγησης και αυξάνει κατά δύο πόντους την απόσταση από το έδαφος. Αν κάνεις μεγάλες αποστάσεις ή είσαι πάνω από 1,80μ νομίζω ότι αξίζει να την αγοράσεις.

Το καλό, με τη ζελατίνα

Συμπληρώνοντας τα 300χιλιόμετρα της διαδρομής με τις νέες αναβαθμισμένες εκδόσεις του ΜΤ-10, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο. Η έκδοση SP όχι μόνο είναι ισάξιος αντίπαλος των premium ευρωπαϊκών streetfighter, αλλά στην πράξη είναι ένα R1M που μπορείς να οδηγείς στο δρόμο καθημερινά, χωρίς συμβιβασμούς στην άνεση και ταυτόχρονα να το απολαύσεις στην πίστα. Δεν γνωρίζουμε ποια τιμή θα έχει στην Ελλάδα, αλλά αν είναι όπως στην κεντρική Ευρώπη, τότε θα είναι φτηνότερο από την απλή έκδοση του R1 και αυτό το κάνει πραγματική ευκαιρία. Βάλε της την ζελατίνα με την αφράτη σέλα και έχεις στα χέρια σου μια κορυφαίων επιδόσεων sporttouring, με τον γνήσιο ήχο των MotoGP να σε ανατριχιάζει σε κάθε χιλιόμετρο που κάνεις μαζί της.

 

Οι ημι-ενεργητικές αναρτήσεις της Ohlins του SP, κάνουν τεράστια διαφορά στον τομέα της σταθερότητας σε όλες τις ταχύτητες. Για πρώτη φορά σε τέτοιου είδους αναρτήσεις, η άνεση είναι πολύ καλή

Κατευθείαν από την R1M τα έγχρωμα TFT όργανα του SP

Κανένα παράπονο από τη δύναμη και την αίσθηση των φρένων, θα θέλαμε όμως σε τέτοιου είδους μοτοσυκλέτες να υπάρχει δυνατότητα απενεργοποίησης του ABS, τουλάχιστον για τον πίσω τροχό

Η στάνταρ σέλα είναι πολύ άνετη, όμως η έξτρα gel του πακέτου Touring είναι ακόμα καλύτερη όσο περνάνε οι ώρες. Σωστό το μέγεθος για τις δύο βαλιτσούλες, αλλά κλείνουν με φερμουάρ

Το navi της TOMTOM προσφέρεται σε προνομιακή τιμή αν αγοράσετε ολόκληρο το πακέτο Touring

 

 

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ           

Αντιπρόσωπος:

ΜΟΤΟΔΥΝΑΜΙΚΗ Α.Ε.Ε.

 

 

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

Μήκος (mm):

2.095

Ύψος (mm):

1.110

Μεταξόνιο (mm):

1.400

Απόσταση από το έδαφος (mm):

130

Ύψος σέλας (mm):

825

Ίχνος (mm):

-

Γωνία κάστερ (˚):

25

Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):

680

Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):

520

Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):

910

Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):

440

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Δύο δοκών αλουμινίου

Πλάτος (mm):

800

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

-/210

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Υγρόψυκτος, τετρακύλινδρος σε σειρά με 4Β/Κ (crossplane)

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

79 x 50,9

Χωρητικότητα (cc):

998

Σχέση συμπίεσης:

12:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

160/11.500

Ροπή (kg.m/rpm):

11,3/9.000

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

160

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός ridebywire με μεταβλητού μήκους αυλούς εισαγωγής

Σύστημα εξαγωγής:

4 - 2 – 1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια/-

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα / 2,687

 

Σχέσεις

1η

2,667

2α

2,000

3η

1,619

4η

1,381

5η

1,190

6η

1,037

 

ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ

 

Κενή

Γεμάτη

Θεωρητικά

 

 

Πραγματικά

 

 

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μοχλισμού με μονό αμορτισέρ

Διαδρομή (mm):

-

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

6 x 17

Ελαστικό:

190/55-17

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 220mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Μονόχρωμη ψηφιακή οθόνη TFT με ενδείξεις για ταχύτητα, στροφές κινητήρα, σχέση ταχυτήτων, ρυθμίσεις απόκρισης γκαζιού σε τρεις θέσεις, ρυθμίσεις επέμβασης tractioncontrol σε τρεις θέσεις με δυνατότητα απενεργοποίησης,quickshifter, δύο μερικοί χιλιομετρητές, ενδείξεις βενζίνης/ρεζέρβας

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι upside down

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

43/120

Ρυθμίσεις:

Πλήρως ρυθμιζόμενο (ημι-ενεργητική λειτουργία στο SP)

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3,5 Χ 17

Ελαστικό:

120/70-17

Πίεση:

-

ΦΡΕΝΟ

Δύο δίσκοι 320mm με δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων και ABS

 

    

 

 

Οδηγούμε το TM MX 250 Fi του 2020!

Αλλαγή ρότας για την TM
7/1/2020

Mama mia!

 

Του Δ. Κεραμιδά

Φωτό Γ. Νιαουνάκης

 

Από τις ακτές της Αδριατικής στο Rimini της Ιταλίας, το μικρό εργοστάσιο της TM παράγει σχεδόν χειροποίητες μοτοσυκλέτες που προσπαθούν να ακολουθήσουν τον τεράστιο ανταγωνισμό των μεγάλων εργοστασίων

 

Επειδή εδώ δεν μιλάμε για τον "δαίμονα του τυπογραφείου", αλλά για ολόκληρη στρατιά από σατανικά πλάσματα που "καταβρόχθισαν" ένα σημαντικό μέρος του κειμένου, από την δοκιμή του ΤΜ ΜΧ250 Fi που φιλοξενείται στο τεύχος 602 του ΜΟΤΟ, το οποίο κυκλοφορεί αυτή τη στιγμή στα περίπτερα, δημοσιεύουμε εδώ ολόκληρο το τεστ ζητώντας ταυτόχρονα κι ένα μεγάλο συγνώμη από τους αναγνώστες μας. Το άρθρο συνοδεύεται και από πλήρες φωτογραφικό υλικό, ως μια ελάχιστη προσφορά για την παράλειψη στις σελίδες του περιοδικού.

 

Οι πρώτες μοτοσυκλέτες που κατασκεύασε η ΤΜ ήταν το 1977 σε μια μικρή οικογενειακή βιοτεχνία που εκείνη την εποχή άκμαζε στην Ιταλία, αφού υπήρχαν πολλές μικρές βιοτεχνίες που έφτιαχναν μοτοσυκλέτες Enduro ή για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, συναρμολογούσαν ανταλλακτικά κι έφτιαχναν και κάποια δικά τους, ίσα ίσα για να δείχνουν ότι η δικιά τους μοτοσυκλέτα είχε να δώσει κάτι διαφορετικό από τον ανταγωνισμό.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 οι Ιάπωνες κατασκευαστές εξαπολύσαν εκτεταμένη επίθεση, παρουσιάζοντας μοτοσυκλέτες πρωτοποριακές -και αξιόπιστες σε σχέση πάντα για την εποχή- και μοιραία η ακμάζουσα μοτοβιομηχανία της Ιταλίας πέθανε με γοργούς ρυθμούς. Μέσα σ’ αυτή την μεταβατική περίοδο η ΤΜ κατάφερε όχι μόνο να μην κλείσει αλλά να μεταλλαχτεί σιγά σιγά σε ένα κανονικό εργοστάσιο παραγωγής μοτοσυκλετών, μικρό ναι μεν αλλά δεν ήταν βιοτεχνία πλέον. Στο πέρασμα του χρόνου η εταιρία έχει κερδίσει παγκόσμια πρωταθλήματα στο Enduro με πιο πρόσφατο επίτευγμα την κατάκτηση του παγκόσμιου πρωταθλήματος Enduro Ε2 από τον Γάλλο Loic Larrieu το 2019.

Η ετήσια παραγωγή της ΤΜ δεν ξεπερνάει της 1.200 μοτοσυκλέτες τον χρόνο, όπου την μερίδα του λέοντος έχουν οι μοτοσυκλέτες Enduro. Η ναυαρχίδα της εταιρίας για το 2020 είναι η ΜΧ 250 που την εξέλισσε για τρία χρόνια με τον Samuele Bernardini στο παγκόσμιο πρωτάθλημα Motocross, έχοντας μάλιστα κερδίσει κι ένα σκέλος GP της Ινδονησίας το 2017, επιβεβαιώνοντας ότι η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε καλό δρόμο. Επίσης, η νέα μοτοσυκλέτα δανείζεται και τεχνολογία από τα GP, αφού το μικρό εργοστάσιο του Rimini έχει εμπλοκή στην Moto3 και αυτό είναι σαφώς μια σημαντική πηγή άντλησης πληροφοριών και λύσεων, που έχει το εργοστάσιο σε σχέση με το παρελθόν.

 

Πέπλο μυστηρίου…

Γενικά στην ΤΜ υπάρχει μια μυστικοπάθεια και πολύ δύσκολα ανακοινώνει στοιχεία για τις μοτοσυκλέτες της, είτε αυτά είναι τεχνικά χαρακτηριστικά, είτε αλλαγές που χρειάστηκαν να γίνουν από χρονιά σε χρονιά. Παρατηρώντας την μοτοσυκλέτα του 2020 κι έχοντας ακολουθήσει πολλά από τα GP του 2018, βλέπω ότι αν δεν είναι ίδια η μοτοσυκλέτα με αυτή που έτρεχε ο Bernardini το ’18, τότε έχει τεράστιες ομοιότητες σε σημείο που μπορούμε να μιλάμε για μια πραγματική ρέπλικα.

Ο κινητήρας έχει μικρές διαφορές, με νέα σχεδίαση στην κεφαλή που έχει δύο εκκεντροφόρους και νέα, πιο μικρή, καδένα που δίνει κίνηση σε ένα γρανάζι, το οποίο με την σειρά του δίνει κίνηση στους εκκεντροφόρους και στις βαλβίδες με κοκοράκια.

Στην εξαγωγή κάθε θυρίδα έχει δικιά της εξάτμιση κι έτσι βγαίνουν δυο λαιμοί που καταλήγουν σε δυο τελικά κι αυτό γίνεται γιατί όπως λέει η ΤΜ είναι ο καλύτερος τρόπος να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερη δύναμη πολύ ψηλά. Με την διπλή εξάτμιση η ευστροφία έχει αυξηθεί με το όριο των στροφών να φτάνει κοντά στις 14.000, άλλωστε όπως είπαμε και πιο πριν η κεφαλή έχει εξελιχθεί στην Moto3 κι έχει προσαρμοστεί στις ανάγκες της ΜΧ "ένδυσης".

Το αλουμινένιο πλαίσιο έχει μικρές διαστάσεις αν και είναι λίγο φαρδύ στο σημείο που υπάρχει το φίλτρο αέρα, που βρίσκεται ακριβώς στο σημείο που ήταν παλιότερα το ρεζερβουάρ, το οποίο είναι τοποθετημένο ακριβώς από κάτω από την σέλα με αποτέλεσμα την καλύτερη συγκέντρωση των μαζών. Στις αναρτήσεις έχουμε το γνωστό πιρούνι Kayaba SSS, ενώ το πίσω αμορτισέρ είναι εξ ολοκλήρου κατασκευή της ΤΜ.

 

 κινητήρας μπαίνει σε λειτουργία με μίζα αλλά διατηρεί και την μανιβέλα, ενώ υπάρχουν δυο χάρτες που αλλάζουν την απόδοση και ενεργοποιούνται από ένα μπουτόν που υπάρχει δεξιά στο τιμόνι. Ο ένας χάρτης είναι για πιο επιθετική απόδοση, ο Aggressive, και ο άλλος για ελεγχόμενη οδήγηση διαθέτοντας και traction control, που είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στις πολύ γλιστερές συνθήκες.

Πολύ ποιοτικοί είναι οι τροχοί, με κέντρα από αλουμίνιο CNC και τα στεφάνια της Excel σε ηλεκτρίκ μπλε χρώμα δίνοντας μια πολύ όμορφη εικόνα, ενώ τα φρένα είναι για εμπρός της Brembo (όπως της ίδιας εταιρίας είναι και ο συμπλέκτης), ενώ για πίσω υπάρχει σύστημα της Nissin.

 

Φουλ επίθεση

Πριν ανέβω στην ΤΜ ήμουνα λίγο προκατειλημμένος για την γεωμετρία, αν και η τελευταία φορά που είχα οδηγήσει μοτοσυκλέτα ΤΜ ήταν το 2014 και πραγματικά είχε πολύ περίεργη γεωμετρία, πολύ ιδιαίτερη και μάλλον όχι καλή.

Από τον πρώτο γύρο το αισθάνεσαι πολύ ισορροπημένο και είναι η πρώτη φορά που τόσο το πιρούνι όσο και το πίσω αμορτισέρ λειτουργούν αρμονικά σαν σύνολο. Βέβαια υπάρχει ένα μικρό θέμα για κοντούς αναβάτες, που δύσκολα θα τους επέτρεπε το ύψος τους να παίζουν μπάσκετ όπως ο υπογράφων, αφού η μοτοσυκλέτα είναι από αρκετά έως πολύ ψηλή και σίγουρα θέλει άλλο αφρώδες στην σέλα για να γίνει προσιτή σε κοντούς αναβάτες.

Αν και το φιλτροκούτι δείχνει ογκώδες στο σημείο που εδράζεται η σέλα, είναι πολύ λεπτό και εργονομικό

 

Ο κινητήρας είναι πάρα πολύ δυνατός αλλά από την μέση και πάνω, αφού χαμηλά η δύναμη δεν είναι αρκετή, όμως από εκείνη την περιοχή και μετά πυροβολεί ασταμάτητα μέχρι πολύ ψηλά. Για να ξεδιπλώσεις όλες τις δυνατότητες της ΤΜ πρέπει να οδηγείς επιθετικά και με το υπάρχον γρανάζωμα είναι ακόμα πιο απότομο. Για πιο "χαλαρή" οδήγηση χρειάζεται διαφορετικό γρανάζι για να μακρύνει η τελική μετάδοση.

Το πιρούνι της Kayaba είναι δοκιμασμένη λύση εδώ και χρόνια στις μοτοσυκλέτες της Yamaha και δεν χρειάζεται συστάσεις. Η μεγάλη έκπληξη ήταν η καλή λειτουργία του αμορτισέρ που κατασκευάζει η ίδια η ΤΜ παρ’ ότι η ΜΧ 250 είναι πολύ σταθερή δεν χάνει καθόλου στο στρίψιμο. Ακόμα και στις πολύ κλειστές στροφές με λούκι ακολουθεί την γραμμή που θέλεις χωρίς προσπάθεια.

Ο συμπλέκτης όσο κι αν τον πιέσεις δεν πέφτει η απόδοσή του κατά την διάρκεια ενός σκέλους και καθώς δεν έχει αρκετή δύναμη χαμηλά, πρέπει να παίξεις πολύ με την μανέτα του συμπλέκτη για να το βάζεις στην ωφέλιμη περιοχή στροφών, εκεί που πραγματικά είναι απίστευτα δυνατό. Στα άλματα και πάλι έρχεται ο δυνατός κινητήρας να σου κάνει εύκολη την ζωή, γιατί η εκρηκτική απόδοση σε συνδυασμό με την δύναμη, σε βοηθάει ακόμα και με ελάχιστη φόρα να καθαρίσεις και τα πλέον μεγάλα άλματα, με μια ευέλικτη και ελαφριά αίσθηση. Τα φρένα συγκαταλέγονται στα δυνατά σημεία της ΜΧ 250, αφού είναι τόσο δυνατά όσο χρειάζεται για να σταματήσουν μια τόσο γρήγορη μοτοσυκλέτα, χωρίς να χάνουν σε προοδευτικότητα.

 

Αλλαγή νοοτροπίας

Οδηγώντας την νέα ΜΧ του 2020 μοιραία καταλήγεις στο ότι η εποχή που η ΤΜ έκανε συναρμολόγηση ανταλλακτικών και οι μοτοσυκλέτες έβγαιναν στο περίπου, έχει περάσει ανεπιστρεπτί όπως φαίνεται. Επιπλέον, το εργοστάσιο έχει ξεκολλήσει από την νοοτροπία του "εμείς φτιάχνουμε αυτό και είναι το καλύτερο που υπάρχει" και σε αυτό έχει συντελέσει το άνοιγμα που έχει κάνει στην Αμερικανική αγορά, την μεγαλύτερη αγορά του κόσμου. Για να  πιστεύεις σε πωλήσεις στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού πρέπει να εναρμονιστείς με τις απαιτήσεις της εκεί αγοράς, και όχι μόνο της Ιταλικής. Η μοτοσυκλέτα, με το χέρι στην καρδιά, είναι σε καλύτερο επίπεδο απ’ ότι περιμέναμε ή μάλλον είναι αρκετά ανταγωνιστική, χωρίς να σημαίνει ότι τα πάντα είναι τέλεια πάνω της.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει η ΤΜ, όχι σαν μοτοσυκλέτα αλλά σαν εταιρεία στην χώρα μας, είναι ότι έχει περάσει από σαράντα κύματα στον τομέα της αντιπροσώπευσης με εισαγωγείς που υπόσχονταν λαγούς με πετραχήλια και στο τέλος άφηναν τους ιδιοκτήτες ξεκρέμαστους, να περιμένουν πέντε μήνες να έρθει ένα απλό ανταλλακτικό ή και να μην έρθει ποτέ. Τώρα, το νέο καθεστώς της αντιπροσωπείας υπόσχεται να ξεκινήσει μια νέα εποχή για την εταιρεία. Πέρα όμως από τις προθέσεις, όλοι κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος και περιμένουμε να δούμε κάτι πραγματικά νέο, εάν και εφόσον έρθει αυτό.

Το πιρούνι της ΚΥΒ είναι δοκιμασμένη και αποτελεσματική λύση και είναι από τα δυνατά σημεία της ΤΜ

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

 

Αντιπρόσωπος:
THE FAMILY MOTORSPORT
Τιμή:
9.090
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μεταξόνιο (mm):
1.475
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο περιμετρικό με αφαιρούμενο υποπλαίσιο αλουμινίου
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
7,5/
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος υγρόψυκτος μονοκύλινδρος με 2εεκ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
77Χ53,6
Χωρητικότητα (cc):
249
Τροφοδοσία:
Σώμα ψεκασμού 44mm
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 2
Σύστημα λίπανσης:
Ξηρό κάρτερ με δυο αντλίες
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα-μανιβέλα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος με τρόμπα της Brembo
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Αμορτισέρ ΤΜ
Διαδρομή (mm):
-
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου αργή και γρήγορη απόσβεση συμπίεσης και απόσβεση επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Excel Takasago 19X1.85
Ελαστικό:
100/90X19
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος τύπου μαργαρίτα 245mm με δαγκάνα ενός εμβόλου Nissin
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Αντεστραμμένο πιρούνι Kayaba SSS
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
-/48
Ρυθμίσεις:
Απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς με προφόρτιση ελατηρίου
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Αλουμινίου Takasago Excel με δαγκάνα δυο εμβόλων της Brembo
Ελαστικό:
80/100X21
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος τύπου μαργαρίτα 270mm με δαγκάνα δυο εμβόλων της Brembo