G310R λέγεται η μικρότερη μοτοσυκλέτα της BMW που εξελίχθηκε στην Γερμανία και θα κατασκευάζεται από την TVS Motor Company στην Ινδία και η οποία μόλις παρουσιάστηκε επίσημα από την BMW Motorrad. Πρόκειται για ένα roadster, όπως αναφέρει η BMW, το οποίο διαθέτει τα πάντα σε ισορροπία (ούτε σε υπερβολικό βαθμό, αλλά ούτε και λίγο, σύμφωνα πάντα με ότι ανακοινώνει το εργοστάσιο) και αποτελεί το "διαβατήριο" των Βαυαρών σε μια κατηγορία που μέχρι σήμερα δεν είχε εκπροσώπηση.
Ο σχεδιασμός του έγινε με γνώμονα την οικογενειακή ταυτότητα της BMW, ενώ αντλεί και πολλά στοιχεία από το streetfighter S1000R, όπως η μικρή μάσκα με τον προβολέα και τα προσεκτικά μελετημένα πλαστικά του σε συνδυασμό με το σχήμα του ρεζερβουάρ, που αντανακλούν την μινιμαλιστική φιλοσοφία και την δυναμική όψη του μεγάλου γυμνού. Ο υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος κινητήρας των 313 κυβικών διαθέτει τέσσερις βαλβίδες και δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους. Το σημαντικότερο στοιχείο του είναι ο αντεστραμμένος κύλινδρος (εισαγωγή εμπρός, εξαγωγή πίσω), ενώ η απόδοση του είναι 34 ίπποι στις 9.500 στροφές και 2,8 χιλιογραμμόμετρα ροπής στις 7.500 στροφές αντίστοιχα. Το G310R διαθέτει κιβώτιο έξι σχέσεων και αντικραδασμίκό άξονα για να εκμηδενιστούν κραδασμοί του μονοκύλινδρου.
Η θέση οδήγησης έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να προσφέρει μια όρθια και άνετη στάση σώματος, προσαρμοζόμενη σε διαφορετικούς σωματότυπους. Το πλαίσιο είναι ατσάλινο σωληνωτό με αφαιρούμενο υποπλαίσιο, ενώ την μπροστινή ανάρτηση έχει αναλάβει ένα ανεστραμμένο πιρούνι διαμέτρου 41 χιλιοστών και πίσω έχει τοποθετηθεί ένα αμορτισέρ που εδράζεται απευθείας πάνω στο αλουμινένιο ψαλίδι.
Σε ό,τι αφορά τα φρένα, το ABS δύο καναλιών περιλαμβάνεται στον στάνταρ εξοπλισμό, ενώ μπροστά το θέμα επιβράδυνση έχει αναλάβει μια ακτινικά τοποθετημένη τετραέμβολη δαγκάνα με έναν δίσκο 300mm και πίσω μια δαγκάνα δύο εμβόλων σε συνεργασία με έναν δίσκο 240mm. Το συνολικό βάρος της μοτοσυκλέτας ανέρχεται στα 158,5 κιλά, ενώ το ύψος της σέλας είναι μόλις στα 785mm, καθιστώντας την ελκυστική ακόμη και γυναίκες ή κοντύτερους αναβάτες.
Ducati Triple-X Trinity: Συλλογή με 3 Superleggera στα 275.000 ευρώ
Τρεις γενιές. Τρεις παγκόσμιες πρωτιές. Μια συλλογή.
Από τον
Παύλο Καρατζά
24/8/2026
Η Ducati έσπασε τους κανόνες όταν ξεκίνησε να δημιουργεί τη σειρά Superleggera το 2014. Η συνταγή ήταν απλή: πήρε το ήδη κορυφαίο μοντέλο της – αρχικά την 1199 R Panigale – και βελτίωσε τις επιδόσεις της, μειώνοντας παράλληλα και το βάρος.
Πίσω στο 2014 λοιπόν, όταν η Ducati έπρεπε να καινοτομήσει για να ρίξει το βάρος του κορυφαίου της μοντέλου και η λύση ήταν ένα κράμα μαγνησίου ένα ελαφρύ σύνθετο μέταλλο που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ σε μοτοσυκλέτα παραγωγής. Το υλικό χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα σε πλαίσιο, ψαλίδι και τροχούς, ενώ τιτάνιο και ανθρακόνημα πλαισίωσαν το υπόλοιπο της μοτοσυκλέτας.
Όπως ήταν αναμενόμενο, σειρά πήρε η αναβάθμιση του κινητήρα Superquadro, που εξοπλίστηκε με βαλβίδες εξαγωγής από τιτάνιο, ελαφρύτερο στροφαλοφόρο άξονα με αντίβαρα από βολφράμιο και πιστόνια δύο ελατηρίων. Τα τελευταία αποτέλεσαν μια ακόμη πρωτιά για μοτοσυκλέτα παραγωγής και συνέβαλαν σημαντικά ώστε η 1199 Superleggera να φτάσει την ισχύ των 200 ίππων, ενώ το ξηρό βάρος της μοτοσυκλέτας βρισκόταν στα 155 κιλά και όπως ήταν φυσικό είχε την υψηλότερη αναλογία ισχύος προς βάρος από οποιαδήποτε superbike παραγωγής που κατασκευάστηκε ποτέ.
Εξαιρουμένων των πρωτοτύπων, μόλις 500 αριθμημένες 1199 Superleggera έφυγαν από το εργοστάσιο της Ducati στη Μπολόνια και όπως ήταν αναμενόμενο, εξαντλήθηκαν αμέσως. Ακολούθησε η 1299 Superleggera το 2016 και η V4 Superleggera το 2020, με τις δύο τους να εισάγουν παγκόσμιες καινοτομίες για μοτοσυκλέτες παραγωγής και να περιορίζονται αυστηρά σε 500 αριθμημένα τεμάχια. Εννοείται πως κι αυτές εξαντλήθηκαν αμέσως. Η 1299 ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε ανθρακονήματα για όλα τα φέροντα δομικά στοιχεία της, γεγονός που την έκανε 40% ελαφρύτερη από την αντίστοιχη βασική έκδοση της Panigale. Με ισχύ 215 ίππους, ο κινητήρας Superquadro της ήταν επίσης ο τελευταίος και πιο ισχυρός V-twin παραγωγής που κατασκευάστηκε ποτέ από τη Ducati.
Όπως υποδηλώνει το όνομά της, η V4 Superleggera διέθετε έναν τεράστιο νέο τετρακύλινδρο κινητήρα που απέδιδε 224 ίππους, ο οποίος εξασφάλισε για άλλη μια φορά στην εξαιρετικά ελαφριά superbike των 159 κιλών ένα ακόμη ρεκόρ αναλογίας. Για πρώτη φορά, ένας κατασκευαστής μοτοσυκλετών εγκατέστησε αεροδυναμικά πτερύγια από ανθρακονήματα, εμπνευσμένα από το MotoGP, στο μπροστινό μέρος και στο πλάι. Στην πράξη, η V4 Superleggera παρήγαγε κάθετη δύναμη 50 κιλών στα 270 χλμ./ώρα.
Συνολικά, οι τρεις αυτές Ducati αντιπροσωπεύουν το υψηλότερο ράφι, όσον αφορά τις επιδόσεις των μοτοσυκλετών παραγωγής. Τρεις πανάλαφρες superbike, η καθεμία με εκπληκτική τεχνολογία που προέρχεται από τον μηχανοκίνητο αθλητισμό – κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε επίπεδο μαζικής παραγωγής – κατασκευάστηκαν με έναν και μοναδικό στόχο: να θέσουν νέα πρότυπα στις επιδόσεις.
Για να το κάνει ακόμα πιο ελκυστικό, η Ducati εδραίωσε τη φήμη της ως συλλεκτικού μοντέλου, περιορίζοντας την παραγωγή κάθε Superleggera σε 500 μονάδες. Αυτό όμως δεν ίσχυσε αυστηρά εδώ, αφού η ιταλική εταιρεία παρήγαγε και μοτοσυκλέτες προπαραγωγής που όμως δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό τους.
Όσο σπάνιο είναι λοιπόν να βρει κανείς μια Superleggera να αγοράσει σήμερα, φανταστείτε πόσο απίθανο είναι να βρει και τις τρεις μαζί! Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει με αυτήν την αγγελία πώλησης από την Αγγλία.
Οι τρεις συγκεκριμένες Ducati Superleggera - 1199, 1299 και V4 - αγοράστηκαν από έναν μόνο ιδιοκτήτη, ο οποίος τις διατήρησε επιμελώς σε κατάσταση βιτρίνας. Τόσο η 1199 όσο και η V4 εμφανίζουν μηδέν χιλιόμετρα στις ψηφιακές οθόνες τους (με την εργοστασιακή προστατευτική μεμβράνη ακόμα στη θέση της), ενώ η 1299 έχει διανύσει μόλις 16 χιλιόμετρα. Και οι τρεις μοτοσυκλέτες διαθέτουν τα πλήρη σετ εργοστασιακών αξεσουάρ και τα αγωνιστικά κιτ τους, τα οποία αφαιρούν τους καθρέφτες και την πινακίδα κυκλοφορίας και προσθέτουν συστήματα εξάτμισης Akrapovič.
Τυχερός λοιπόν θα είναι ο συλλέκτης που θα τις αποκτήσει, με την τσουχτερή τιμή τους να έχει οριστεί στα 275.000 ευρώ.