Η επιστροφή της SWM, μέσω Varese και πρώην Husqvarna!

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

4/11/2014

Μετά την αγορά της Husqvarna από την KTM, μείναμε με την απορία: Τι θα γίνει το εργοστάσιο στο Varese, που η BMW ως προηγούμενος ιδιοκτήτης είχε εκσυγχρονίσει; Οι πληροφορίες μας έλεγαν πως όταν οι ΚΤΜάδες μπήκαν στο εργοστάσιο, τους κρέμασαν τα σαγόνια μέχρι το πάτωμα, αφού ήταν ό,τι πιο σύγχρονο και τελειότερο είχαν δει ποτέ. Mετά, το πρώτο πράγμα που έκαναν ήταν να σταματήσουν κάθε εργασία εκεί, χωρίς να ανακοινώσουν τι πρόκειται να το κάνουν. Προφανώς, έψαχναν για αγοραστή, και τώρα φαίνεται πως τον βρήκαν, έστω και εν μέρει. Εδώ όμως χρειάζεται ένα flach back στην SWM, την χωματερή ιταλική εταιρία που μπαίνει στην ιστορία μας με την επανεμφάνισή της.

 

Έσσε Ντόπεβιού Έμμε σημαίνει Speedy Working Motors, ένα μάλλον περίεργο όνομα. Στην Ελλάδα τα λέγαμε και Ζβούμ! Ιδρύθηκε στο Μιλάνο το 1971 από τους Piero Sironi και Fausto Vergani, και στην αρχή έβγαζε εντουράκια με κινητήρες Sachs. Αργότερα, πέρασε και στα trial, χρησιμοποιώντας δίχρονους κινητήρες Rotax με περιστροφικές βαλβίδες σε όλα της τα μοντέλα. Όσοι ήταν αρκετά τυχεροί να έχουν ένα Ζβουμ, διηγούνται πως τα μοτέρ ήταν ροπάτα και δυνατά και τα πλαίσια εξαιρετικά. Κρίμα που το 1984, βγάζοντας τα τελευταία της trial, η εταιρία ξεψύχησε. To όνομα της εταιρίας βρισκόταν στην κατοχή του Frederico Fregnan, του βενετσιάνου επιχειρηματία που είχε και την Fantic Motor.

 

Το κλείσιμο του εργοστασίου της Husqvarna στο Varese δημιούργησε ένα κενό, μια μαύρη τρύπα, κι ως γνωστόν οι μαύρες τρύπες προσελκύουν με την βαρύτητά τους ό,τι βρεθεί κοντά τους. Ένας άνθρωπος που ήταν "κοντά", ο μηχανολόγος Ampelio Macchi, που είχε εργαστεί στην Cagiva, την Morini, την Husqvarna και την Αprilia, είδε την ευκαιρία.      

 

"Συναντήθηκα με τον πρόεδρο της Shineray, τον Daxing Gong, κατά την διάρκεια επαγγελματικού ταξιδιού στην Κίνα. Κι εκείνος έχει πάθος με τις off road μοτοσυκλέτες, ενώ οι νέοι ιδιοκτήτες της Husqvarna δεν είχαν ενδιαφέρον για τα μοντέλα που κατασκευάζονταν στο Varese, ούτε είχαν χρήση για το εργοστάσιο. Τους έκανα λοιπόν μια πρόταση για την αγορά των δικαιωμάτων της προηγούμενης γενιάς κινητήρων, 250, 310, 450, 510 και 630, και σ’ αυτούς προστέθηκε ένας νέος 250 που η Husqvarna είχε έτοιμο αλλά ο Pierer ποτέ δεν είχε δει, συν ένα πρωτότυπο 125 με κινητήρα Yamaha-Minarelli. Tους έκανα επίσης μια πρόταση για να νοικιάσουμε ένα μέρος του εργοστασίου, ώστε να μπορούμε να προσλάβουμε τους ανθρώπους που δούλευαν στο εργοστάσιο και έχουν όλη την τεχνογνωσία.

Τα κεφάλαια για αυτή την επιχείρηση προέρχονται όλα από την Κίνα, από την Shineray, που έχει και την πλειοψηφία των μετοχών. Ήταν μεγάλη πρόκληση και αρκετά δύσκολο να καταφέρουμε να φέρουμε αυτά τα χρήματα στην Ιταλία!

Το όνομα της SWM ήταν μια λογική επιλογή: Ήταν μια χωματερή εταιρία, πολύ επιτυχημένη και με καλή φήμη, ενώ δεν είχε στο ενεργητικό της αποτυχημένες προσπάθειες αναβίωσης. Και αποφασίσαμε να γίνεται η κατασκευή και η εξέλιξη των μοτοσυκλετών στην Ιταλία αντί για την Κίνα, καθώς στην Ιταλία υπάρχει όλη η τεχνογνωσία και μπορεί να διασφαλιστεί η ποιότητα. Στόχος είναι η εξαγωγή τεχνογνωσίας στην Κίνα, έτσι ώστε να επωφεληθεί πολλαπλά η Shineray, αλλιώς δεν υπήρχε λόγος να ξοδέψουν τα χρήματά τους.  
Δεν έχουμε σκοπό να φτιάξουμε καθαρόαιμα για να κερδίζουν πρωταθλήματα, αλλά μοτοσυκλέτες αξιόπιστες και ευχάριστες για τους χομπίστες, αν και δεν θα είχαν πρόβλημα να συμμετάσχουν και σε αγώνες, ειδικά με τον νέο μας κινητήρα των 250 κυβικών... Τα 300 και 500 θα έχουν ελαφρά μειωμένη απόδοση σε σχέση με τα παλιότερα αντίστοιχα Husqvarna, και λάστιχα πιο on-off, όχι εντελώς αγωνιστικά. Μιλάμε για μόνο 2-3 ίππους λιγότερους, από ελαφρά χαμηλότερη συμπίεση, που θα αυξήσει σημαντικά την αξιοπιστία. Ά, θα έχουν και εξαιρετική τιμή, κάπου ανάμεσα από 5.500 και 6.000 ευρώ!   
Στην γκάμα μας θα υπάρχουν και ρετρό μοτοσυκλέτες, με αερόψυκτο κινητήρα 400 και 440 κυβικών, σχεδιασμένες από τον Raffaele Zaccagnini, όπως και οι υπόλοιπες."

 

Τα μοντέλα της SWM

     SWM Grand Milano 440 Special
     SWM Grand Milano 440
     SWM Gran Turismo 440
     SWM RS 300 R
     SWM RS 500 R
     SWM SM 450 R
     SWM Silver Vase 440
     SWM Superdual 650

Tα αερόψυκτα 440 χρησιμοποιούν έναν κινητήρα που μοιάζει αντίγραφο του XR400R της Honda, ενώ τα 300, 450 και 500 τους κινητήρες των Husqvarna 310, 450 και 510 πριν το 2010, ενώ το 650 είναι το γνωστό μας TE630. Όπως φαίνεται χρησιμοποιούν και τα πλαίσιά τους, κάτι που μόνο καλό είναι.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.