Συνελήφθη ο Mat Mladin, για παιδοφιλία!

Αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση ο πολυπρωταθλητής των AMA Pro Superbike
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

31/3/2020

Τα νέα πως ο επτά φορές πρωταθλητής του AMA Pro Superbike πρωταθλήματος, κατηγορήθηκε και συνελλήφθη για παιδοφιλία είναι τραγικά. Όπως δημοσίευσε η Αυστραλιανή εφημερίδα, Daily Telegraph, που θεωρείται μια απ’ τις πιο αξιόπιστες της χώρας των καγκουρό, ο 48χρονος Mladin συνελήφθη απ’ τις τοπικές αρχές για παιδοφιλία. Συγκεκριμένα, κατηγορείται ότι σε δύο περιπτώσεις ήρθε επιτυχώς σε σεξουαλική επαφή με ένα παιδί μικρότερο των 10 ετών, χωρίς να διευκρινίζεται το φύλλο του. Ακόμη, κατηγορείται και για απόπειρα αποπλάνησης ανηλίκου πάλι μικρότερης ηλικίας των 10 με στόχο τη σεξουαλική επαφή, χωρίς να διευκρινίζεται αν είναι το ίδιο παιδί με αυτό των προηγούμενων κατηγοριών.

Στις 13 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε η σύλληψή του και μετά από αρκετές μέρες φυλάκισης, αφέθηκε ελεύθερος καταβάλλοντας τα 50.000 αυστραλιανά δολλάρια της εγγύησης και παραδόθηκε το διαβατήριό του, ώστε να μην μπορεί να φύγει απ’ τη χώρα. Την υπόθεση έχει αναλάβει το δικαστήριο του Campbeltown, που βρίσκεται στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας.

Παρότι ο Mladin είχε στεφθεί επτά φορές πρωταθλητής των AMA Pro Superbike, ήταν ευρύτερα γνωστό στο κόσμο του paddock, πως δεν ήταν και η πιο ευχάριστη προσωπικότητα και πώς η σχέση του με τον teammate του, Ben Spies, στην εργοστασιακή ομάδα της Suzuki ήταν ιδιαίτερα τεταμένη. Να θυμίσουμε επίσης οτι ο Mladin είχε κερδίσει επίσης τρεις φορές τον αγώνα Daytona 200, ενώ είχε τρέξει και μερικούς αγώνες ως wild card συμμετοχή στο WSBK, παίρνοντας μάλιστα και την pole position στην Laguna Seca το 2003.

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.