BMW GS Trophy 2020 – 4η μέρα: Δοκιμασίες χωρίς ξεκούραση!

Ανατροπές στη βαθμολογία!
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

12/2/2020

Η τέταρτη μέρα του φετινού rally της BMW βρήκε τους αναβάτες να ξυπνούν μέσα στην άγρια νύχτα, στις 3:30π.μ. ώστε να προλάβουν το καράβι που αναχωρούσε απ’ το Wellington για το Νότιο Νησί της Νέας Ζηλανδίας. Το BMW GS Trophy εξελίσσεται σε όλο και μεγαλύτερη πρόκληση για τους συμμετέχοντες, αφού δεν είχαν τον απαραίτητο χρόνο να ξεκουραστούν το βράδυ μιας και η τρίτη μέρα ολοκληρώθηκε σχετικά αργά. Η κούραση έχει αρχίσει να συσσωρεύεται πλέον και ήταν ένας απ’ τους παράγοντες που επηρέασαν την κατάταξη στο τέλος της μέρας.

Η πρώτη πρόκληση, το the 40 years of GS Quiz” πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του τρίωρου ταξιδιού με το πλοίο και οι ομάδες έπρεπε να απαντήσουν σωστά όσες περισσότερες ερωτήσεις μπορούσαν σχετικά με την ιστορία των GS, ενώ αφιέρωσαν τον υπόλοιπο χρόνο στο γνωριστούν καλύτερα μεταξύ τους. Παράλληλα, είχαν την ευκαιρία να αναπληρώσουν λίγο απ’ τον ύπνο που έχασαν και να απολαύσουν τη μαγευτική θέα εν πλω.

Φτάνοντας στο λιμάνι του Picton η αποβίβαση του καραβανιού προκάλεσε πανικό, με 180 F850GS να βγαίνουν απ’ το αμπάρι, καθώς και τα υπόλοιπα οχήματα υποστήριξης. Οι ομάδες με το που έφυγαν απ’ τα “τείχη” της πόλης, είχαν την ευκαιρία να περιπλανηθούν στην άκρως γραφική διαδρομή του Marlborough Sounds. Η περιοχή είναι γεμάτη από πλημμυρισμένες πεδιάδες λόγω της κλιματικής αλλαγής, ενώ σύμφωνα με τη μυθολογία οι ήχοι που ακούς εκεί είναι απ’ τα βυθισμένα waka (παραδοσιακές βάρκες που θυμίζουν κανό)  των Aoraki.

Οι αναβάτες κινήθηκαν κατά μήκος του εθνικού πάρκου μέχρι να φτάσουν στην αραιοκατοικημένη πόλη Havelock με τους μόλις 486 κατοίκους. Μετά την απαραίτητη στάση για να ανακτήσουν τις δυνάμεις τους, πέρασαν την Pelorus Bridge, όπου από κάτω της εκβάλλονται οι ποταμοί Rai και Pelorus. Μάλιστα στη συγκεκριμένη περιοχή είχαν πραγματοποιηθεί μερικά γυρίσματα απ’ τη δεύτερη ταινία των Hobbit.

Νωρίς το απόγευμα, οι ομάδες στρατοπέδευσαν μέσα στο δάσος, όπου τους περίμεναν οι επόμενες δύο προκλήσεις της ημέρας. Στο GPS Challenge” οι αγωνιζόμενοι αφαιρούσαν το BMW Motorrad Navigator VI απ’ τη μοτοσυκλέτα τους και έπρεπε να περιπλανηθούν με τα πόδια μέσα στο δάσος μέχρι να βρουν μια δεύτερη συσκευή Navigator VI και να πάρουν τις οδηγίες για τη συνέχεια της διαδρομής.

Ο χρόνος ήταν εναντίον τους και έπρεπε να ολοκληρώσουν τη δοκιμασία όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, αφού στον τερματισμό του περίμενε η τρίτη πρόκληση, το Metzeler Challenge”. Πέρα απ’ την αντοχή και τις οδηγικές τους ικανότητες, που έχουν αποδείξει όλες αυτές τις μέρες, οι συμμετέχοντες θα έπρεπε να αποδείξουν και τις γνώσεις τους στην αλλαγή του πίσω ελαστικού της μοτοσυκλέτας τους.

Η τελευταία πρόκληση της ημέρας ήταν και η πιο εύκολη, καθώς ήταν ένας διαγωνισμός φωτογραφίας. Οι στιγμές που απαθανάτισαν οι ομάδες με τα smartphone κινητά τους, θα αναρτηθούν στο www.gstrophy.com, το οποίο θα ανοίξει τα μεσάνυκτα (ώρα Αυστραλίας) στις 13 Φεβρουαρίου, έτσι ώστε όσοι θέλουν να ψηφίσουν την καλύτερη.

Η τέταρτη μέρα μπορεί να περιλάμβανε μόλις 200 χιλιόμετρα σε δρόμο και χώμα, όμως ήταν γεμάτη προκλήσεις και με τη διαφορά στη βαθμολογία να είναι μικρή, είδαμε αρκετές ομάδες να αλλάζουν θέση στην κατάταξη μετά το τέλος της τέταρτης μέρας. Πλέον η εθνική ομάδα της Γαλλίας βρίσκεται στην κορυφή, ενώ η ομάδα της Νότιας Κορέας που ήταν πρώτη, έπεσε στη τέταρτη θέση.

 

Η κατάταξη μετά την ολοκλήρωση της τέταρτης μέρας:

1 France 226
2 South Africa 223
3 Italy 211
4 South Korea 199
5 Netherlands 189
6 Russia 188
7 Brazil 175
8 Middle East 170
9 USA 165
10 Australia 160
11 Latin America 158
12 Argentina 155
13 UK 139
14 Mexico 138
15 India 129
16 Japan 127
17 Thailand 124
18 Nordic 123
19 Malaysia 115
20 North Africa 93
21 Int. Female Team I 89
22 Int. Female Team II 52

Ετικέτες

Ο εφευρέτης του Start&Stop σχολιάζει: "Ο Τραμπ σκότωσε την τεχνολογία που κάνει τα αυτοκίνητα πιο οικολογικά"

Ο 88χρονος Mauro Palitto, δημιουργός του πρώτου Start&Stop, μιλά για την απόφαση των ΗΠΑ να καταργήσουν περιβαλλοντικά κίνητρα
Start&Stop
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/3/2026

Από το κέντρο έρευνας της FIAT μέχρι τη Regata ES του 1983, η ιδέα που γεννήθηκε από ένα απλό χρονόμετρο έγινε παγκόσμιο στάνταρ. Σήμερα όμως, η πολιτική απόφαση των ΗΠΑ φέρνει το Start&Stop ξανά στο προσκήνιο.

Ο Mauro Palitto, σήμερα 88 ετών, γεννημένος στη Ρώμη αλλά ταυτισμένος με το Τορίνο λόγω της μακράς του πορείας στο θρυλικό εργοστάσιο Lingotto της FIAT, είναι ο άνθρωπος πίσω από το πρώτο σύστημα αυτόματης διακοπής και επανεκκίνησης κινητήρα σε αυτοκίνητο παραγωγής. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ως υπεύθυνος μοντέλου για τα Ritmo και Regata της FIAT, παρουσίασε το πρώτο αυτόματο Start&Stop στο FIAT Regata ES, ένα σύστημα ικανό να σβήνει τον κινητήρα κατά τη στάση και να τον επανεκκινεί μέσα σε λίγα δέκατα του δευτερολέπτου.

Σήμερα, η απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) των ΗΠΑ, κατόπιν πρωτοβουλίας της κυβέρνησης του Donald Trump, να καταργήσει τα ομοσπονδιακά περιβαλλοντικά κίνητρα που συνδέονται με το Start&Stop, έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις με μέρος των κατασκευαστών να χαιρετίζουν την πρωτοβουλία.

Για τον Palitto, όμως, το τίμημα είναι ξεκάθαρο, αύξηση εκπομπών και οπισθοδρόμηση. “Η διοίκηση Τραμπ έχει λάβει αποφάσεις που θα χαρακτήριζα σχεδόν εγκληματικές. Αυτή η πρωτοβουλία κινείται στην ίδια κατεύθυνση”, σχολιάζει. “Το Start&Stop δεν είναι ιδεολογική επιβολή. Είναι μια απλή και αποτελεσματική τεχνική λύση που μειώνει κατανάλωση και εκπομπές χωρίς να επιβαρύνει τον χρήστη ή τη βιομηχανία.”

Η αρχή του Start&Stop

Για να κατανοήσει κανείς την απαρχή της ιδέας, πρέπει να επιστρέψει στο 1982, στο Centro Ricerche FIAT. Εκεί, ο Palitto είδε ένα παλιό FIAT 128 με αυτοσχέδια συσκευή που κατέγραφε τους χρόνους ρελαντί.

“Οδήγησα από το Orbassano στο Mirafiori, περίπου 15 χιλιόμετρα. Μου πήρε 35 λεπτά και ανακάλυψα ότι το αυτοκίνητο είχε μείνει ακίνητο πάνω από 10 λεπτά με τον κινητήρα να δουλεύει.”

Αυτό το απλό δεδομένο έγινε η σπίθα, γιατί να μη σβήνει αυτόματα ο κινητήρας όταν το αυτοκίνητο είναι σταματημένο με το κιβώτιο στην νεκρό και να επανεκκινεί όταν ο οδηγός θελήσει να ξεκινήσει;

Οι δοκιμές έγιναν αρχικά σε Ritmo που προορίζονταν για απόσυρση. Τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα του αναμενομένου και απέδειξαν ότι η συχνή επανεκκίνηση δεν προκαλούσε σημαντική φθορά. Το 1983, η Regata ES έγινε το πρώτο αυτοκίνητο παραγωγής στον κόσμο με αυτόματο Start&Stop στον βασικό εξοπλισμό, σχεδόν δύο δεκαετίες πριν η τεχνολογία διαδοθεί ευρέως στα τέλη των ‘90s και στις αρχές των 2000s, με τα δίκυκλα να ακολουθούν και την τεχνολογία να βρίσκει εφαρμογή κυρίως σε scooter αστικής χρήσης.

Start&Stop

Το τεστ με τους ταξιτζήδες

Σήμερα, ο Palitto δεν οδηγεί πλέον. Μετακινείται με ταξί και κάθε διαδρομή είναι μια μικρή έρευνα αγοράς. “Χρησιμοποιείτε το Start&Stop;” ρωτά τους οδηγούς.

Πολλοί το απενεργοποιούν. “Λένε ότι είναι ενοχλητικό ή ότι χαλάει τη μπαταρία και τον κινητήρα. Είναι μύθοι”, απαντά. Το κλειδί είναι ο ηλεκτρονικός έλεγχος στροφών. Το σύστημα αποδεσμεύει την μίζα μόλις ο κινητήρας φτάσει γωνιακή ταχύτητα που υποδηλώνει πραγματική εκκίνηση. Αυτό συμβαίνει σε μόλις λίγα δέκατα του δευτερολέπτου και περιορίζει τη φθορά σε σχέση με μια παρατεταμένη χειροκίνητη εκκίνηση."

Ιδιαίτερα για ταξί που κινούνται κατά 90% σε αστικό περιβάλλον, το όφελος είναι σαφές, εκεί όπου το ρελαντί κυριαρχεί, το Start&Stop έχει τη μεγαλύτερη επίδραση.

Το μέλλον είναι ηλεκτρικό

Παρά την απογοήτευσή του, ο Palitto βλέπει την εξέλιξη της τεχνολογίας με ρεαλισμό. “Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα υποχωρούσε λόγω πολιτικής επιλογής. Πίστευα ότι θα ξεπεραστεί φυσιολογικά, στο πλαίσιο της ηλεκτροκίνησης.”

Στην Ευρώπη, όπως επισημαίνει, οι κανονισμοί είναι αυστηροί, αλλά η υποδομή δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί επαρκώς. Στις ΗΠΑ, θεωρεί ότι πρόκειται για συνειδητή πολιτική επιλογή.

“Είτε αρέσει είτε όχι, το μέλλον είναι ηλεκτρικό. Στα robotaxi του αύριο δεν θα υπάρχει Start&Stop, γιατί δεν θα υπάρχει κινητήρας εσωτερικής καύσης. Εκεί θα είναι η πραγματική τομή.”

Και ίσως τελικά, η εφεύρεση που γεννήθηκε από δέκα λεπτά ρελαντί σε μια διαδρομή 15 χιλιομέτρων να περάσει στην ιστορία ως ένα από τα τελευταία μεγάλα βήματα εξοικονόμησης στην εποχή της βενζίνης, πριν η ίδια η βενζίνη γίνει παρελθόν, πράγμα που μοιάζει να βρίσκεται ακόμα αρκετά μακριά, όπως επιβεβαιώνουν και οι τελευταίες εξελίξεις