BMW: Ρεκόρ πωλήσεων για ένατη χρονιά

Έφτασε τις 175.162 μονάδες το 2019
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

14/1/2020

Τα τελευταία εννέα χρόνια ο απολογισμός των πωλήσεων της BMW Motorrad έχει θετικό πρόσημο και το 2019 το ποσοστό αύξησης στο +5,8% έφερε άλλο ένα ιστορικό ρεκόρ.

Συνολικά η BMW πούλησε 175.162 μονάδες έναντι 165.566 μονάδων το 2018 (επίσης ρεκόρ). Στην ευρωπαϊκή αγορά πουλήθηκαν τα μισά από αυτά. Η Γερμανία απορρόφησε τα περισσότερα BMW απ’ όλες τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου με 26.292 μονάδες. Ακολούθησε η Γαλλία με 17.300 μονάδες και στην τρίτη θέση η Ιταλία με 15.580 μονάδες. Στην τέταρτη θέση είναι η Ισπανία με 12.607 και στην πέμπτη η αγορά της Μ. Βρετανίας και τις Ιρλανδίας με 9.611 μονάδες συνολικά. Ολόκληρη η αγορά των ΗΠΑ απορρόφησε μόλις 15.116 μονάδες κι αυτό θεωρείται επιτυχία, διότι οι συνολικές πωλήσεις μοτοσυκλετών στις ΗΠΑ έχει κάνει βουτιά στο κενό τα τελευταία χρόνια. Η Βραζιλία είναι από τις χώρες που έχουν στρέψει την προσοχή τους όλοι οι κατασκευαστές, παρά το γεγονός πως έχει μια σκληρή πολιτική φορολογίας στις εισαγωγές και τους μεγάλους κυβισμούς. Χάρη όμως στα G 310, η BMW πούλησε 10.064 μονάδες, σημειώνοντας αύξηση  +36,7% σε σχέση με το 2018. Η Κίνα με τα δισεκατομμύρια κατοίκους δεν είναι τόσο μεγάλη αγορά για τις εισαγόμενες μοτοσυκλέτες όσο νομίζουν κάποιοι και οι 8.818 μονάδες που πούλησε η BMW εκεί το 2019 θεωρείται σπουδαίο επίτευγμα. Σε επίπεδο μοντέλων, τα R 1250 GS/Adventure είχαν την μερίδα του λέοντος στις πωλήσεις με 59.000 μονάδες. Δεύτερο πιο επιτυχημένο εμπορικά μοντέλο της BMW το 2019 ήταν τα δικύλινδρα εν σειρά GS της σειρά F 800/850 με 29.000 μονάδες.  Τα μικρά G 310 (γυμνό R και GS) έφτασαν στην τρίτη θέση με 20.000 μονάδες, κυρίως λόγω της βραζιλιάνικης αγοράς και των υπόλοιπων ασιατικών χωρών. Οι επικεφαλείς της BMW πιστεύουν πως και το 2020 θα είναι μία ακόμα χρονιά ρεκόρ πωλήσεων, κυρίως λόγο των νέων τετρακύλινδρων εν σειρά μοντέλων (S1000RR/S1000XR), του νέου F900XR και του R18, που θα φέρουν επιπλέον πωλήσεις από ένα μη παραδοσιακό κοινό της γερμανικής εταιρείας. 

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.