CUSTOMBIKE Show 2018: Οι καλύτερες BMW σε 1.000 μοτοσυκλέτες

Επίδειξη ισχύος απ' τη BMW
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

27/11/2018

Το CUSTOMBIKE Show αποτελεί την μεγαλύτερη έκθεση custom μοτοσυκλετών παγκοσμίως, που πραγματοποιείται στο Bad Salzuflen της Γερμανίας και θα ανοίξει τις πόρτες της στις 30 Νοεμβρίου μέχρι τις 2 Δεκέμβρη, φιλοξενώντας πάνω από 1.000 μοτοσυκλέτες στον τεράστιο χώρο των 28.000 τετραγωνικών μέτρων. Τα εκθέματα, ορισμένα από τα οποία θα μπορούσαν να φιλοξενηθούν σε έκθεση έργων τέχνης, προέρχονται από 300 διαφορετικές εταιρείες και η BMW αποφάσισε με τη σειρά της να εκπροσωπηθεί με 15 custom μοτοσυκλέτες στο τεράστιο περίπτερο των 180 τετραγωνικών μέτρων. Μια κίνηση που αποσκοπεί στην ανάδειξη των δυνατοτήτων που έχουν οι μοτοσυκλέτες της –κυρίως αυτές της neoretro σειράς- στο να μετατραπούν σε κάτι ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Ενδεικτικά να αναφέρουμε κάποιες απ’ αυτές…

Η Giggerl είναι από τις πρώτες που ξεχωρήσαμε. Ήρθε στην πραγματικότητα χάρη στις ικανότητες του Bernhard Naumann ή αλλιώς Blenchman όπως είναι το παρατσούκλι του, έφτιαξε την τσαλακωμένη της εικόνα σμιλεύοντας, κυριολεκτικά, ένα φαιρινγκ από μέταλλο. Η Giggerl βάσει των λεγόμενων της BMW –όταν πρωτοπαρουσιάστηκε- αποτελούσε παράδειγμα προς αποφυγήν καθώς είναι διαμετρικά αντίθετη με την εικόνα της neoretro σειράς. Κι όμως πλέον την έχει μαζί της και την εκπροσωπεί, αντιμετωπίζοντάς την ως ένα έργο τέχνης. Εμείς πάντως, μιας και την είδαμε από κοντα στην φετινή Intermot, λέμε πως η BMW ξέρει καλά τι κάνει καθώς η μοτοσυκλέτα αυτή τραβά από μακριά το μάτι. Ο σχεδιασμός της είναι ακραία φουτουριστικός, προσπερνώντας άλλες μοτοσυκλέτες όπως η Voltus της Honda, αν κι εκείνη είναι πιο γενναίο παράδειγμα από την στιγμή που μπήκε σε κανονική παραγωγή. Ο όγκος που έχει απ’ τα μεταλλικά φαίρινγκ σε συνδυασμό με τις κοφτερές γωνίες της προσδίδουν μια μυώδη και απόκοσμη αίσθηση στην εικόνα της, κι αν αυτό περνά στις φωτογραφίες, να ξέρετε πως το εισπράττει κανείς περισσότερο, όταν την αντικρύζει από κοντά.

Θυμηθείτε εδώ, τις καλύτερες custom του κόσμου όπως παρουσιάστην στην Intermot 2018, και μαζί την Giggerl 

Απ’ την άλλη πλευρά έχουμε την SMW 61-B κατασκευασμένη απ’ τη Sosa Works, μια μοτοσυκλέτα που βρίσκεται εντός του πνεύματος που προσφέρει η neoretro σειρά.

Εφοδιασμένη με το μεταλλικό φαίρινγκ και την απουσία των προβολέων, ο σχεδιασμός της παραπέμπει ξεκάθαρα στις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της δεκαετίας του 50’ με το μεταλλικό κοκωβιό να ολοκληρώνει όμορφα την εικόνα.

Τέλος, μέσα στην 15αδα των μοτοσυκλετών που θα παρουσιαστούν στην έκθεση βρίσκεται και η Maximator που ως βάση της χρησιμοποίησε μια BMW R 1200 C. Η μοτοσυκλέτα έχει μεγάλη σημασία για την BMW, καθώς κατασκευάστηκε απ’ τον Ulf Musekamp που είναι μηχανολόγος εξέλιξης της εταιρείας και είχε συμμετάσχει στο πρόγραμμα της δημιουργίας της RnineT σειράς, ενώ παράλληλα έχει έρθει πέμπτη ανάμεσα σε 100 μοτοσυκλέτες στο διαγωνισμό Rider’s Choices του Custombike Magazine.

Ετικέτες

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.