Ducati: Φήμες για πρόταση εξαγοράς προς τη VW από ιταλική εταιρεία – Αντίδραση από εργατικά σωματεία

Η πώληση της Ducati εξελίσσεται σε σίριαλ χωρίς καν να γνωρίζουμε αν υπάρχει βάση σε όλα αυτά
ducati-factory
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

28/7/2026

Για πολλοστή φορά το σενάριο πώλησης της Ducati από τον Όμιλο Volkswagen (VW) προς ανόρθωση των οικονομικών του επανήλθε στο προσκήνιο, με αφορμή άρθρο των Financial Times στα τέλη του Ιούνη. Το γεγονός πως η VW δεν έχει εκδώσει επίσημη διάψευση έχει εκληφθεί από αρκετούς ως έμμεση επιβεβαίωση, ενώ η πώληση άλλων κομματιών του Ομίλου (μεταξύ αυτών η Bugatti) έχει αναζωπυρώσει τη σχετική φημολογία, στην οποία έχει ενταχθεί πλέον και η Lamborghini.

Από την πλευρά του Borgo Panigale πάντως η επίσημη επικοινωνιακή γραμμή είναι πως καμιά τέτοια πρόταση δεν έχει τεθεί προς συζήτηση, ή έστω ενημέρωση, στη Ducati από τη VW. Κατά πόσο βέβαια η VW θα ενημέρωνε από νωρίς τη Ducati για το ενδεχόμενο να πουληθεί παραμένει ένα ερώτημα δίχως απάντηση. Οι Γερμανοί, ως ιδιοκτήτες, θα μπορούσαν λ.χ. να προχωρήσουν στις συζητήσεις και να το αποκαλύψουν στους Ιταλούς μόνο όταν η διαπραγμάτευση θα έχει προχωρήσει αρκετά ή όταν θα έχει ολοκληρωθεί.

Το θέμα έκτοτε έφυγε από την πρώτη γραμμή επικαιρότητας ελλείψει επίσημων εξελίξεων, ωστόσο επανέρχεται τώρα μετά από δημοσίευμα της ιστοσελίδας Motorcyclesports.net που επικαλείται αποκλειστική πληροφόρηση από ανώνυμο εργαζόμενο της Ducati, ο οποίος μιλά για συγκεκριμένη πρόταση που κατατέθηκε επισήμως στη VW.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η ιταλική εταιρεία Patritalia S.p.A. έχει καταθέσει πρόταση εξαγοράς της Ducati προς τη VW.

Η συγκεκριμένη εταιρεία φέρεται να έχει ως κεντρικό της στόχο τον επαναπατρισμό ιταλικών εταιρειών που έχουν περάσει στην ιδιοκτησία ξένων προσώπων ή εταιρειών. Μάλιστα, κατά την ίδια πηγή, στο κάδρο της Patritalia έχει μπει και η MV Agusta.

Το πρόβλημα ωστόσο είναι πως δεν έχει καταστεί εφικτή η επιβεβαίωση της πληροφορίας, καθώς ο πληροφοριοδότης επιθυμεί να παραμείνει εντελώς ανώνυμος, έτσι η διασταύρωση της είδησης δεν είναι επί του παρόντος εφικτή, ούτε καν να ξεκαθαρίσει αν όντως προέρχεται από εργαζόμενο της Ducati.

Στο μεταξύ, όλη αυτή η παραφιλολογία φαίνεται πως έχει αρχίσει να έχει αντίκτυπο στους εργαζόμενους της Ducati, καθώς σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα σύλλογοι εργαζομένων της Ducati σε Ιταλία και Γερμανία διαμαρτυρήθηκαν προς τον Όμιλο VW ζητώντας άμεση ενημέρωση για το ζήτημα, καθώς ενδεχόμενη πώληση θα επηρεάσει άμεσα τις ζωές τους.

Ο Όμιλος VW απέκτησε τη Ducati το 2012 έναντι 870 εκατομμυρίων ευρώ, τιμή που συμπεριλάμβανε και τα τότε χρέη της ιταλικής εταιρείας. Σήμερα η Ducati βρίσκεται ίσως στην καλύτερη κατάσταση της ιστορίας της, κυριαρχώντας σε MotoGP και WSBK και γράφοντας αλλεπάλληλα ρεκόρ πωλήσεων, έτσι ενδεχόμενη πώλησή της θα απέφερε δισεκατομμύρια στη VW. Αυτό το προφανές κέρδος από τη συναλλαγή ωστόσο έχει ένα λογικότατο αντιστάθμισμα, καθώς η VW θα έχανε ένα πολύ ισχυρό χαρτί από τη ροή εσόδων της.

Το πόσο δεινή είναι όντως η οικονομική θέση του Ομίλου VW είναι εδώ το σημείο-κλειδί, αφού αλλιώς σκέφτεται κανείς όταν κοιτά να αναδιοργανωθεί προς το καλύτερο και αλλιώς όταν ψάχνει επειγόντως λεφτά για να καλύψει τρύπες. Στην πρώτη περίπτωση κοιτάς να ξεφορτωθείς αυτά που σε βαραίνουν οικονομικά, ενώ στη δεύτερη είσαι αναγκασμένος να σπρώξεις τα καλά σου στοιχεία, γιατί αυτά θα προσελκύσουν υποψήφιους αγοραστές και θα πωληθούν γρήγορα και σε καλή τιμή.

Έξυπνες κάμερες – Νέος διαγωνισμός με μικρότερο προϋπολογισμό, σιγή ιχθύος για λάθος ενδείξεις στην πιλοτική φάση

Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης προκήρυξε νέο διαγωνισμό μετά την ακύρωση του πρώτου λόγω προσφυγών
camera
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

15/6/2026

Ο νέος διαγωνισμός γίνεται “για τη σύναψη μεικτής σύμβασης προμήθειας και παροχής υπηρεσιών για την Προμήθεια, εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση δικτύου Καμερών Καταγραφής Παραβάσεων Κ.Ο.Κ.” και έχει συνολικό προϋπολογισμό 44.055.805 ευρώ, ενώ το κριτήριο κατακύρωσης θα είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει βέλτιστης σχέσης ποιότητας-τιμής.

Το αντικείμενό του τώρα αφορά μόνο τις 1.000 σταθερές κάμερες που πρόκειται να αναπτυχθούν σε σταθερά σημεία ανά τη χώρα και όλα τα συμπαραμαρτυρούντα τους: βάσεις στήριξης, ηλεκτρολογική εγκατάσταση, δικτύωση, συντήρηση, εκπαίδευση αστυνομικών στη χρήση τους. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή τις κινητές κάμερες που θα μπουν σε λεωφορεία, οι οποίες πιθανότατα θα ανατεθούν σε διαφορετικό διαγωνισμό.

Ο νέος διαγωνισμός θέτει ως καταληκτική ημερομηνία για την κατάθεση προσφορών την 27η Ιουλίου 2026 και την ηλεκτρονική τους αποσφράγιση την 28η Ιουλίου, ωστόσο προβλέπει σχεδόν το μισό κόστος από πριν και η αιτία είναι η αφαίρεση του όρου προαίρεσης, δηλαδή της δυνατότητας επέκτασης της παραγγελίας σε μετέπειτα χρόνο. Σύμφωνα με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ο λόγος που δεν ενσωματώθηκε ξανά η προαίρεση είναι πως δεν μπορούν να είναι γνωστές εκ των προτέρων οι τεχνικές προδιαγραφές που θα ισχύουν σε μερικά χρόνια, έτσι η κυβέρνηση δεν ήθελε να δεσμευτεί με ένα πακέτο συγκεκριμένων προδιαγραφών που ενδεχομένως να έχει ξεπεραστεί ή βελτιωθεί ως την επόμενη προμήθεια.

Θυμίζουμε πως ο πρώτος διαγωνισμός που είχε προκηρυχθεί ματαιώθηκε στα τέλη Μαΐου μετά από αρκετές προσφυγές εταιρειών που επικαλούνταν είτε ασαφείς τεχνικές προδιαγραφές ή υπονοούσαν φωτογραφικό διαγωνισμό που πρακτικά περιέγραφε τα προϊόντα ενός συγκεκριμένου κατασκευαστή.

Στο μεταξύ η επικαιρότητα έχει γεμίσει από δημοσιεύματα στον ημερήσιο Τύπο που μιλούν για τεράστιο ποσοστό λανθασμένων καταγραφών από τις “έξυπνες” κάμερες. Με εκτιμήσεις για αστοχία σε πάνω από 90% των βεβαιωμένων παραβάσεων, τα σχετικά δημοσιεύματα επικαλούνται αστυνομικές πηγές, γεγονός που κάνει ιδιαίτερα ανησυχητικό το όλο ζήτημα καθώς, από τη στιγμή που οι κάμερες θα έχουν δικτυωθεί ως προβλέπεται, θα λειτουργούν αυτόνομα. Αυτό σημαίνει πως όποιοι δεχτούν κλήση για παράβαση που κρίνουν πως ήταν λανθασμένη, θα πρέπει να πληρώσουν το πρόστιμο και να προσφύγουν κατά της καταγραφής, γεγονός που μπορεί να πλημμυρίσει τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Στην παρούσα φάση, οι λιγοστές κάμερες που έχουν εγκατασταθεί πιλοτικά δεν υποστηρίζονται από σέρβερς τεχνητής νοημοσύνης, αλλά τα ευρήματά τους περνούν από την κλασική μέθοδο, έλεγχο από αστυνομικό. Προφανέστατα όμως δεν υπάρχουν αρκετοί αστυνομικοί να τσεκάρουν τι κατέγραψε κάθε μια από τις κάμερες που διαφημίζονται πως θα πιάνουν χιλιάδες παραβάτες κάθε μέρα.