Ducati: Ιστορικό ρεκόρ πωλήσεων πριν το τέλος του 2021

Σε εννέα μήνες πούλησε περισσότερες μοτοσυκλέτες απ’ ότι ολόκληρο το 2020
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

21/10/2021

Η Ducati κατάφερε μέσα στους πρώτους εννέα μήνες του 2021 να πουλήσει 49.693 μοτοσυκλέτες, όταν στους δώδεκα μήνες του άκρως επιτυχημένου εμπορικά 2020 είχε πουλήσει 48.042 μοτοσυκλέτες. Μάλιστα το τρίτο τρίμηνο του 2021 σημείωσε ιστορικό ρεκόρ πωλήσεων με αύξηση +3% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2020 και +25% σε σύγκριση με το 2019. Όχι μόνο αυτό, αλλά best seller της ιταλική εταιρείας είναι ένα από τα ακριβότερα μοντέλα της γκάμας της η Mutristrada V4, με τα Scrambler 800 στη δεύτερη θέση και στην τρίτη θέση είναι άλλη μια ακριβή υπερμοτοσυκλέτα, το Streetfighter V4. Έτσι ενώ σε απόλυτους αριθμούς οι 49.693 μοτοσυκλέτες μπορεί να μην ακούγονται ως εντυπωσιακό επίτευγμα, τα πράγματα αλλάζουν αν αναλογιστούμε πως πρόκειται κυρίως για μοτοσυκλέτες με τιμή άνω των 20.000 ευρώ η κάθε μία από αυτές! Στο Δελτίο Τύπου που ακολουθεί θα βρείτε τις σχετικές δηλώσεις του Αντιπροέδρου Francesco Milicia της Ducati και τα πλάνα της ιταλικής εταιρείας για το μέλλον:

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 Ρεκόρ πωλήσεων για τη Ducati σε παγκόσμιο επίπεδο

  • Η Ducati κατέγραψε εξαιρετικές πωλήσεις το τρίτο τρίμηνο του έτους, το καλύτερο στην ιστορία της
  • Με ένα τρίμηνο να απομένει για την ολοκλήρωση του έτους, η μάρκα από το Borgo Panigale έχει σημειώσει ήδη μεγαλύτερο αριθμό πωλήσεων από τις συνολικές του 2020
  • Best-seller της Ducati η Multistrada V4, με τις Scrambler 800, Streetfighter V4 και Monster να ακολουθούν

Ένα εξαιρετικό τρίτο τρίμηνο ολοκληρώθηκε για τη Ducati, με 49.693 μοτοσυκλέτες να παραδίδονται σε λάτρεις της μάρκας σε όλο τον κόσμο. Στο τέλος του πρώτου εννεάμηνου του 2021, η εταιρεία έχει ήδη ξεπεράσει τον αριθμό πωλήσεων που πραγματοποιήθηκε σε ολόκληρο το 2020 (48.042 μοτοσυκλέτες). Το τρίτο τρίμηνο του 2021 επιβεβαιώνεται ως το καλύτερο στην ιστορία της Ducati, με αύξηση 3% συγκριτικά με την ίδια περίοδο του 2020 και +25% σε σύγκριση με το 2019. Μεγαλύτερη αγορά για τη μάρκα παραμένει η ιταλική (7.954 μοτοσυκλέτες), ακολουθούμενη από τις Η.Π.Α. (7.475) και τη Γερμανία (5.627). Best-seller της Ducati παγκοσμίως μέχρι στιγμής είναι η Multistrada V4, ακολουθούμενη από τη Ducati Scrambler 800, τη Streetfighter V4 και, αμέσως μετά, από τη Monster.

Francesco Milicia, Αντιπρόεδρος Ducati Πωλήσεων και After Sales: «Η Ducati έκλεισε τους πρώτους εννέα μήνες του έτους με πωλήσεις που είναι ήδη μεγαλύτερες από αυτές ολόκληρου του 2020, τόσο για μοτοσυκλέτες όσο και για προϊόντα μετά την πώληση, όπως ρούχα, αξεσουάρ και ανταλλακτικά. Η μάρκα παρουσιάζει ανάπτυξη σε όλες τις κύριες αγορές στις οποίες δραστηριοποιείται και σε όλη τη γκάμα προϊόντων. Η κοινότητα των Ducatisti σε όλο τον κόσμο μεγαλώνει όλο και περισσότερο και τα πλέον επιδραστικά ΜΜΕ στον τομέα της μοτοσυκλέτας απονέμουν σημαντικά βραβεία στα μοντέλα της Ducati. Εστιάζουμε από τώρα στο επόμενο έτος και έχουμε ήδη ξεκινήσει τις παρουσιάσεις νέων προϊόντων, μέσω της διαδικτυακής σειράς Ducati World Première 2022.»

Το πρώτο επεισόδιο της Ducati World Première 2022 ήταν αφιερωμένο στη νέα Multistrada V2, μια άνετη, διασκεδαστική, ευέλικτη και τεχνολογικά προηγμένη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα, που φιλοδοξεί να φέρει ακόμα περισσότερους αναβάτες στη μάρκα. Στο δεύτερο επεισόδιο, παρουσιάστηκαν δύο μοτοσυκλέτες: η νέα Ducati Scrambler 1100 Tribute PRO που δημιουργήθηκε για να γιορτάσει τα 50 χρόνια από την εισαγωγή του αερόψυκτου δικύλινδρου κινητήρα σε μία Ducati, με στυλιστικά στοιχεία τυπικά της εποχής του 1970 και η Ducati Scrambler Urban Motard, μια νέα μοτοσυκλέτα στη γκάμα 800, με ξεχωριστό στυλ, έντονα σπορ DNA και fun-to-drive χαρακτηριστικά.


 

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.