Δύο από τις V4 Honda του Joey Dunlop σε δημοπρασία από την Bonhams

Στις 12 Οκτωβρίου RC30 και RC45 στο Classic Motorcycle Mechanics Show από τον οίκο Bohnams
Auction Joey Dynlop RC30 and RC45
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

26/9/2025

Δύο από τις αγωνιστικές Honda V4 με ιστορικές νίκες, που οδήγησε ο θρυλικός Joey Dunlop, 26 φορές νικητής στο Isle of Man TT, θα βγουν σε δημοπρασία στις 12 Οκτωβρίου στο Classic Motorcycle Mechanics Show, από τον οίκο Bonhams

Περισσότερες από 200 μοτοσυκλέτες θα περάσουν από το σφυρί στη συγκεκριμένη δημοπρασία, με τις δύο αγωνιστικές μοτοσυκλέτες του Joey να προέρχονται απευθείας από την οικογένεια Dunlop στην ιδιοκτησία της οποίας είχαν παραμείνει.

Οι μοτοσυκλέτες του Dunlop που θα δημοπρατηθούν είναι η Honda RC30 με την οποία ο Joey κέρδισε το Isle of Man TT το 1988, καθώς και η Honda RC45 με την οποία κέρδισε το Ulster Grand Prix το 1999.

Ανάμεσα στις 200 μοτοσυκλέτες, πάνω από 60 θα προσφερθούν χωρίς τιμή εκκίνησης, ενώ τα δύο γνήσια αγωνιστικά Honda είχαν εκτεθεί στο παρελθόν στο "Joey’s Bar" στο Ballymoney, την γενέτειρα του Dunlop.

"Το να προσφέρεις μία από αυτές τις μοτοσυκλέτες είναι κάτι το εξαιρετικό, το να προσφέρεις και τις δύο μαζί, την νικήτρια του Isle of man TT, RC30, και την νικήτρια του Ulster Grand Prix, RC45, από τη συλλογή της οικογένειας, είναι ένα μοναδικό γεγονός ", δήλωσε ο Dave Hancock, σύμβουλος της Bonhams Motorcycles και συντάκτης του MCN.

"Για τους συλλέκτες και τους φίλους των αγώνων δρόμου, αυτή είναι μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να αποκτήσουν τις μοτοσυκλέτες που σφράγισαν το κλείσιμο ενός κεφαλαίου στην καριέρα του Joey Dunlop."

Honda RC30 – Νικήτρια του Isle of Man TT 1988

Λίγες μοτοσυκλέτες συνδυάζουν τεχνολογική σημασία, αγωνιστικές επιτυχίες και συναισθηματική αξία όσο η Honda RC30 του Joey Dunlop, η μοτοσυκλέτα με την οποία κέρδισε το Formula 1 TT στο Isle of Man το 1988, χαρίζοντας στη VFR750R την πρώτη της νίκη στο νησί.

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

Κατασκευασμένη από το HRC αποκλειστικά για να κατακτήσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike, η RC30 έφερε την τεχνολογία των GP στον δρόμο. Είχε χειροποίητο V4 κινητήρα 748cc, κίνηση με γρανάζια στους εκκεντροφόρους και 112 ίππους, κιβώτιο έξι σχέσεων με συμπλέκτη περιορισμένης ολίσθησης, τετραπίστονες δαγκάνες, quick-release πιρούνι και μονόμπρατσο ψαλίδι για γρήγορη αλλαγή τροχών. Για όλα τα ανωτέρω, όταν κυκλοφόρησε, δικαίως θεωρήθηκε καθαρόαιμο εξωτικό μοντέλο.Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

Και η RC30 δικαίωσε την αποκλειστικότητά της, ο Fred Merkel κατέκτησε τους δύο πρώτους τίτλους WSBK, ο Carl Fogarty δύο σερί Formula 1 TT, ενώ η αντοχή της αποδείχθηκε με νίκες σε Le Mans, Spa και Suzuka.

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

Στο Isle of Man του 1988 η λάμψη της κορυφώθηκε. Ο Joey Dunlop κέρδισε το Formula 1 TT με μέση ταχύτητα 187,09 km/h και ολοκλήρωσε το δεύτερο hat-trick της καριέρας του με νίκες σε Junior TT και Senior TT, όπου έσπασε το ρεκόρ γύρου ανεβάζοντάς το στα 190,77 km/h. Ο ίδιος δήλωνε ότι η RC30 του έδωσε την ακρίβεια και την αυτοπεποίθηση για να πιέσει πιο σκληρά από ποτέ, χαρακτηρίζοντάς την ως τη μοτοσυκλέτα που "άλλαξε τα πάντα".

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

Η συγκεκριμένη RC30 αγωνίστηκε επίσης στο πρώτο γύρο της ιστορίας του WSBK στο Donington Park το 1988, όπου ο Dunlop ανέβηκε στο βάθρο, καθώς και σε Hungaroring και Hockenheimring, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να σταθεί και στις πίστες κλειστού τύπου απέναντι στους κορυφαίους του κόσμου.

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

Με σφραγισμένο εργοστασιακό πλαίσιο και κινητήρα HRC full kit με σπάνια flat-slide καρμπυρατέρ μαγνησίου, με την υπογραφή του θρυλικού βελτιωτή Tony Scott, η RC30 αυτή αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές νικηφόρες μοτοσυκλέτες TT που έχουν υπάρξει. Σήμερα, για πρώτη φορά, προσφέρεται σε δημοπρασία, μια ανεπανάληπτη ευκαιρία για κάθε συλλέκτη και λάτρη των αγωνιστικών Honda V4.

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

 

Honda RC45 – Νικήτρια του Ulster Grand Prix 1999

Η Honda RC45 (RVF750), που παρουσιάστηκε το 1994 ως διάδοχος της θρυλικής RC30, αποτέλεσε μια πλήρη εξέλιξη σε όλους τους τομείς. Παρέμεινε περιορισμένη έκδοση για homologation, εξοπλισμένη με ψεκαστό V4 κινητήρα 749cc με μπιέλες τιτανίου, κίνηση με γρανάζια στους εκκεντροφόρους και νέες διαστάσεις διαμέτρου και διαδρομής. Απέδιδε περίπου 120 ίππους στη stock έκδοση και σημαντικά περισσότερους στις αγωνιστικές προδιαγραφές. Το πλαίσιο ήταν νέο, διπλού δοκού αλουμινένιο, πιο άκαμπτο, με πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις Showa (σε αυτή τη μοτοσυκλέτα τοποθετήθηκαν Ohlins) και τα πιο εξελιγμένα, της εποχής εκείνης, φρένα της Nissin. Ήταν μια από τις τεχνολογικά πιο προχωρημένες superbikes της εποχής, αν και αρχικά επισκιάστηκε από την Ducati 916. Παρ’ όλα αυτά, χάρισε στη Honda το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike το 1997 με τον John Kocinski, ενώ πέτυχε νίκες σε Isle of Man TT, North West 200 και Suzuka 8 Hours.

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

Για τον Joey Dunlop, η RC45 αποτέλεσε τη μοτοσυκλέτα των τελευταίων μεγάλων του επιτυχιών. Οδήγησε την RC45 σε TT, North West 200 και Dundrod, με αποκορύφωμα το Ulster Grand Prix του 1999, όπου στα 47 του χρόνια κέρδισε έναν από τους πιο θρυλικούς αγώνες της δεκαετίας απέναντι σε αναβάτες όπως ο David Jefferies και ο Ian Duffus με Yamaha R1. Η μάχη κράτησε έξι γύρους με μέση ταχύτητα πάνω από 193 km/h, και ο Joey επικράτησε, πανηγυρίζοντας την 24η του νίκη στο Ulster GP.

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

Η RC45 συνέχισε να αγωνίζεται διεθνώς έως το 2000, με τον Dunlop να την οδηγεί και στο Talin της Εσθονίας, όπου κέρδισε αγώνες στις κατηγορίες 600cc και 750cc, αγώνα που δυστυχώς κόστισε τη ζωή του. Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα είναι μία από τις ελάχιστες RC45 που είχε ετοιμάσει η Honda, με εργοστασιακό αγωνιστικό πλαίσιο και κινητήρα χωρίς αριθμό, όπως ήταν η συνήθεια στα HRC αγωνιστικά και με μεταλλική πλακέτα στο πλαίσιο για τις διεθνείς μετακινήσεις. Ο κινητήρας της είναι ο τελευταίος RC45 που προετοίμασε ο αείμνηστος Steve Mellor (V&M Racing).

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

Η RC45 αυτή δεν είναι απλώς μια αγωνιστική superbike, είναι η μοτοσυκλέτα που χάρισε στον Joey Dunlop μια από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες νίκες του και μια από τις τελευταίες του παρουσίες στο βάθρο. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της αγωνιστικής του κληρονομιάς.

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

 

Και οι δύο μοτοσυκλέτες θα παρουσιαστούν με εκτίμηση τιμής μεταξύ £80,000 και £100,000 (περιπου 90.000€ με 115.000€). Μέχρι σήμερα φυλάσσονταν από την οικογένεια Dunlop και είχαν οδηγηθεί μόνο σε ειδικές περιστάσεις, όπως στη φετινή εκδήλωση "Joey 25" στο Ballymoney, που τίμησε τη μνήμη και την κληρονομιά του αδικοχαμένου αναβάτη.

Auction Joey Dynlop RC30 and RC45

 

MotoCAP: Βήματα πίσω κάνει ο προστατευτικός ρουχισμός αναβάτη - Τι δείχνουν οι δοκιμές ασφάλειας

Μειώνεται αντί να αυξάνεται η αντοχή των υλικών στην τριβή σε πολλές περιπτώσεις – Γιατί γίνεται αυτό
MotoCAP αξιολόγηση προστατευτικού εξοπλισμού αναβάτη
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

1/9/2026

Χωρίς να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ο ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης προστατευτικού ρουχισμού μοτοσυκλέτας MotoCAP από την Αυστραλία αναφέρει ότι πληθαίνουν τα παραδείγματα προϊόντων που προσφέρουν λιγότερη προστασία στις νεότερες εκδόσεις τους από εκείνη που είχαν όταν παρουσιάστηκαν αρχικά.

Ο MotoCAP (Motorcycle Clothing Assessment Program), είναι ο πρώτος ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης προστατευτικού ρουχισμού μοτοσυκλέτας στον κόσμο, αναφορικά με τα επίπεδα ασφάλειας και άνεσης που παρέχουν. Δημιουργήθηκε στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία από μια κοινοπραξία κυβερνητικών φορέων, λεσχών μοτοσικλέτας και οργανισμών οδικής ασφάλειας και είναι αναγνωρισμένο και από τη FIM, ενώ έχει δοκιμάσει περισσότερα από 1.000 προϊόντα από το 2019 που ξεκίνησε μέχρι σήμερα. Μαζί με τον MotoCAP είναι και ο Consumer Rating & Assessment of Safety Helmets (CRASH), ο οποίος αξιολογεί την προστασία που προσφέρουν τα κράνη. 

Από την εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας EN17092 το 2020, ο ανεξάρτητος οργανισμός έχει παρατηρήσει στις δοκιμές του ότι πολλά από τα προϊόντα έχουν πλέον χαμηλότερη αντίσταση στην τριβή σε σχέση με εκείνη που είχαν όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν προσφέροντας έτσι χαμηλότερο επίπεδο προστασίας. Αυτό γιατί ίδιοι οι κατασκευαστές έχουν επανασχεδιάσει κάποια από τα προϊόντα τους χρησιμοποιώντας ελαφρύτερα και πιο λεπτά υλικά ώστε να προσφέρουν περισσότερη άνεση στον αναβάτη, η οποία είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική για την ασφάλειά του αφού έλλειψη άνεσης μπορεί να προκαλέσει απώλεια συγκέντρωσης κατά την οδήγηση και κατά συνέπεια αυτό να αυξήσει την πιθανότητα εμπλοκής σε κάποιο ατύχημα. Η επανασχεδίαση γίνεται βέβαια και για μείωση του κόστους αφού λιγότερα υλικά (ελαφρύτερα υφάσματα για παράδειγμα σε μπουφάν και παντελόνια) σημαίνει αυτόματα και μικρότερο κόστος για τους κατασκευαστές.

Τα εν λόγω προϊόντα εξακολουθούν να υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού EN17092, ωστόσο τα δεδομένα από τις δοκιμές ασφάλειας φέρνουν τα αποτελέσματα πιο κοντά στο επιτρεπτό όριο σε σχέση με πριν και αυτό δείχνει ότι σε περίπτωση πτώσης αυτά τα προϊόντα δεν είναι το ίδιο ανθεκτικά όπως ήταν πριν από λίγα μόλις χρόνια.

MotoCAP αξιολόγηση εξοπλισμού αναβάτη

Χαρακτηριστικό είναι το γράφημα που ακολουθεί και δείχνει την... οπισθοδρόμηση σε επίπεδο ασφάλειας που προσφέρει ο προστατευτικός ρουχισμός μέσα στα χρόνια. Δείτε πόσες σκουρόχρωμες καφέ τελείες (δοκιμές 2026) βρίσκονται κοντά στη βάση των δύο αξόνων και πόσες στην κορυφή. Τελείες που τοποθετούνται με βάση την αντοχή στην τριβή ενός υλικού σε διάρκεια χρόνου, με τον οριζόντιο άξονα να δείχνει και τη συνολική βαθμολογία και τον κάθετο τη διάρκεια αντοχής του υλικού στην τριβή σε ζώνες υψηλού ρίσκου, όπως είναι για παράδειγμα τα γόνατα, οι παλάμες, οι ώμοι και οι γοφοί (δείτε τη σχετική εικόνα πάνω). 

MotoCAP αξιολόγηση εξοπλισμού

Τα πράγματα είναι ίσως πιο ξεκάθαρα στη δεύτερη στήλη που σχηματίζεται, αξιολόγησης "ΑΑ", όπου τα περισσότερα νέα προϊόντα (δοκιμές 2026) βρίσκονται κοντά στη βάση, ενώ στη μέση της στήλης έχουμε περισσότερα προϊόντα που δοκιμάστηκαν από το 2019 έως το 2024. Και στις δύο αυτές στήλες τα περισσότερα προϊόντα αντέχουν στην τριβή λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο πριν τρυπήσουν με τον οργανισμό να θεωρεί αποδεκτή μια τιμή κοντά στα τρία δευτερόλεπτα και ένα αποτέλεσμα κρίνεται "καλό" όταν η αντοχή ξεπερνά τα 5,6 δευτερόλεπτα. Ως σημείο αναφοράς ο MotoCAP δίνει και την αντοχή συμβατικού παντελονιού Denim γνωστής εταιρείας, το οποίο αντέχει στην τριβή 0,4-0,6 δλ. στις δοκιμές του οργανισμού.

Ο οργανισμός χρησιμοποιεί και πιο απτό παράδειγμα αναφέροντας συγκεκριμένο προϊόν -χωρίς να το κατονομάζει- το οποίο είχε αντοχή στην τριβή που έφτανε τα 3,7 δευτερόλεπτα όταν παρουσιάστηκε και νεότερες εκδοχές του έριξαν αυτή την τιμή στο 1,2 δευτερόλεπτο χωρίς παράλληλα να αλλάξει η τιμή του προϊόντος στο ράφι.

Με δύο "Α" ο MotoCAP αξιολογεί τα προϊόντα που προσφέρουν επίπεδο ασφάλειας που χρειάζεται για να κινηθεί κανείς σε δρόμους εκτός πόλης όπου ο συντελεστής τριβής είναι υψηλότερος και χρειάζονται υλικά υψηλότερης αντοχής για το απαιτούμενο επίπεδο ασφάλειας. Προϊόντα με ένα "A" είναι καλύτερο να χρησιμοποιούνται σε αστικό περιβάλλον όπου ο συντελεστής τριβής είναι χαμηλότερος, οπότε μικρότερη είναι και η πιθανότητα να τρυπήσει, για παράδειγμα, ένα μπουφάν που τρίβεται στην άσφαλτο. Με "ΑΑΑ" αξιολογείται ο ρουχισμός που προσφέρει ακόμη πιο υψηλό επίπεδο προστασίας στην τριβή.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι ο οργανισμός αναφέρεται συγκεκριμένα σε δρόμους που έχουν άσφαλτο (Bitumen) και πιο χοντρό χαλίκι από αυτό που χρησιμοποιείται στους ευρωπαϊκούς δρόμους (Chip Seal), οι οποίοι έχουν πιο άγρια επιφάνεια και έχουν 4,5 υψηλότερο συντελεστή τριβής από έναν συμβατικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Να σημειωθεί επίσης πως οι κατασκευαστές σαφώς και έχουν το δικαίωμα να επανασχεδιάσουν τον προστατευτικό ρουχισμό που διαθέτουν ώστε να προσφέρει αυτός χαμηλότερο επίπεδο προστασίας, κάτι που δεν είναι επιχειρηματικά μεμπτό (ηθικά όμως;) εφόσον το προϊόν εξακολουθεί να υπερκαλύπτει τα όρια που έχουν τεθεί στις δοκιμές ασφάλειας.

Ο MotoCAP αναφέρει επίσης ότι οι κατασκευαστές προχωρούν σε αυτή την ενέργεια γιατί τα όρια για το EN17092 είναι χαμηλά και αυτό τους επιτρέπει να μειώσουν το κόστος για τους ίδιους αφαιρώντας επίπεδα προστασίας χωρίς να διακινδυνεύουν κακή αξιολόγηση. Από την άλλη όμως όχι μόνο δεν βελτιώνουν το επίπεδο ασφάλειας αλλά το κατεβάζουν κιόλας.