Fantic - Αγόρασε την ποδηλατική φίρμα Bottecchia

Εδραίωση της ποδηλατικής παρουσίας της
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

8/7/2022
Στις 7 Ιουλίου, η Fantic Motor αγόρασε την ιστορική ιταλική ποδηλατική φίρμα Bottecchia Cicli, επεκτείνοντας τις ποδηλατικές της δραστηριότητες και εκτός των ηλεκτρικών μοντέλων.
 
Ο κατάλογος της Bottecchia περιλαμβάνει ποδήλατα κούρσας, gravel και MTB, αλλά και E-Bikes, City και Trekking προτάσεις, ενώ η εταιρεία έχει ιστορία σχεδόν 100 ετών.
 
Για την αγορά της Bottecchia από τη Fantic πολύτιμη ήταν η συμβολή της Deutsche Bank με την ανάλογη οικονομική υποστήριξη.
 
Η ιστορία της Bottecchia ξεκινά τον Ιούλιο του 1924, όταν ο νεαρός αθλητής Ottavio Bottechia, χτίστης στο επάγγελμα, έκανε όλο τον κόσμο να παραμιλά όταν έγινε ο πρώτος Ιταλός που κέρδισε τον θρυλικό αγώνα Tour de France, φορώντας την κίτρινη φανέλα (τη φανέλα του νικητή της κάθε μέρας) από την πρώτη έως την τελευταία μέρα του event. Ένας άθλος που οδήγησε στη γέννηση της Bottecchia Cicli το 1926.
 
Σε όλα τα χρόνια της ιστορίας της, η Bottecchia προμηθεύει ποδήλατα σε κορυφαίους αγωνιζόμενους, έχοντας να επιδείξει πολλές νίκες και τίτλους, τόσο στην ποδηλασία δρόμου όσο και στην ποδηλασία βουνού.
 
Mariano Roman, CEO της Fantic: “Η αγορά της Bottecchia από τη Fantic Motor έγινε με τη λογική της ολοκλήρωσης της γκάμας μας στον χώρο του ποδηλάτου, και για το μεγάλο δίκτυο των 400 dealer που διαθέτει σε παγκόσμια κλίμακα. Στη νέα εποχή της Bottecchia θα διατηρήσουμε όλη τη διευθυντική ομάδα αλλά και όλο το προσωπικό της φίρμας, και την Bottecchia Factory Team.”
 
Σημειώστε τέλος πως μέσα στην αγορά περιλαμβάνεται και η φίρμα Graziella που είχε στις τάξεις της η Bottecchia.

Έξυπνες κάμερες – Νέος διαγωνισμός με μικρότερο προϋπολογισμό, σιγή ιχθύος για λάθος ενδείξεις στην πιλοτική φάση

Το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης προκήρυξε νέο διαγωνισμό μετά την ακύρωση του πρώτου λόγω προσφυγών
camera
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

15/6/2026

Ο νέος διαγωνισμός γίνεται “για τη σύναψη μεικτής σύμβασης προμήθειας και παροχής υπηρεσιών για την Προμήθεια, εγκατάσταση, λειτουργία και συντήρηση δικτύου Καμερών Καταγραφής Παραβάσεων Κ.Ο.Κ.” και έχει συνολικό προϋπολογισμό 44.055.805 ευρώ, ενώ το κριτήριο κατακύρωσης θα είναι η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά βάσει βέλτιστης σχέσης ποιότητας-τιμής.

Το αντικείμενό του τώρα αφορά μόνο τις 1.000 σταθερές κάμερες που πρόκειται να αναπτυχθούν σε σταθερά σημεία ανά τη χώρα και όλα τα συμπαραμαρτυρούντα τους: βάσεις στήριξης, ηλεκτρολογική εγκατάσταση, δικτύωση, συντήρηση, εκπαίδευση αστυνομικών στη χρήση τους. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή τις κινητές κάμερες που θα μπουν σε λεωφορεία, οι οποίες πιθανότατα θα ανατεθούν σε διαφορετικό διαγωνισμό.

Ο νέος διαγωνισμός θέτει ως καταληκτική ημερομηνία για την κατάθεση προσφορών την 27η Ιουλίου 2026 και την ηλεκτρονική τους αποσφράγιση την 28η Ιουλίου, ωστόσο προβλέπει σχεδόν το μισό κόστος από πριν και η αιτία είναι η αφαίρεση του όρου προαίρεσης, δηλαδή της δυνατότητας επέκτασης της παραγγελίας σε μετέπειτα χρόνο. Σύμφωνα με το υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, ο λόγος που δεν ενσωματώθηκε ξανά η προαίρεση είναι πως δεν μπορούν να είναι γνωστές εκ των προτέρων οι τεχνικές προδιαγραφές που θα ισχύουν σε μερικά χρόνια, έτσι η κυβέρνηση δεν ήθελε να δεσμευτεί με ένα πακέτο συγκεκριμένων προδιαγραφών που ενδεχομένως να έχει ξεπεραστεί ή βελτιωθεί ως την επόμενη προμήθεια.

Θυμίζουμε πως ο πρώτος διαγωνισμός που είχε προκηρυχθεί ματαιώθηκε στα τέλη Μαΐου μετά από αρκετές προσφυγές εταιρειών που επικαλούνταν είτε ασαφείς τεχνικές προδιαγραφές ή υπονοούσαν φωτογραφικό διαγωνισμό που πρακτικά περιέγραφε τα προϊόντα ενός συγκεκριμένου κατασκευαστή.

Στο μεταξύ η επικαιρότητα έχει γεμίσει από δημοσιεύματα στον ημερήσιο Τύπο που μιλούν για τεράστιο ποσοστό λανθασμένων καταγραφών από τις “έξυπνες” κάμερες. Με εκτιμήσεις για αστοχία σε πάνω από 90% των βεβαιωμένων παραβάσεων, τα σχετικά δημοσιεύματα επικαλούνται αστυνομικές πηγές, γεγονός που κάνει ιδιαίτερα ανησυχητικό το όλο ζήτημα καθώς, από τη στιγμή που οι κάμερες θα έχουν δικτυωθεί ως προβλέπεται, θα λειτουργούν αυτόνομα. Αυτό σημαίνει πως όποιοι δεχτούν κλήση για παράβαση που κρίνουν πως ήταν λανθασμένη, θα πρέπει να πληρώσουν το πρόστιμο και να προσφύγουν κατά της καταγραφής, γεγονός που μπορεί να πλημμυρίσει τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Στην παρούσα φάση, οι λιγοστές κάμερες που έχουν εγκατασταθεί πιλοτικά δεν υποστηρίζονται από σέρβερς τεχνητής νοημοσύνης, αλλά τα ευρήματά τους περνούν από την κλασική μέθοδο, έλεγχο από αστυνομικό. Προφανέστατα όμως δεν υπάρχουν αρκετοί αστυνομικοί να τσεκάρουν τι κατέγραψε κάθε μια από τις κάμερες που διαφημίζονται πως θα πιάνουν χιλιάδες παραβάτες κάθε μέρα.