Η 2 Ride Holdinγ Group, η μητρική εταιρεία στην οποία ανήκει η Shark, εξαγόρασε την αντίστοιχα μητρική εταιρεία στην οποία ανήκει η Nolan. Στην γαλλική 2 Ride Holding Group, εκτός από την Shark, ανήκουν επίσης οι Bering, Segura, Bagster και Cairn. Το Nolan Group από την άλλη, πέρα από την φίρμα της Nolan της ανήκουν η Grex και η X-lite, δύο από τις δημοφιλείς μάρκες στην ευρωπαϊκή αγορά. Η Nolan, να θυμίσουμε, ιδρύθηκε το 1972 στο Bergamo της Ιταλίας, με τις γραμμές παραγωγής να παραμένουν εκεί ακόμη και σήμερα. Η Shark μετράει λιγότερα χρόνια στην αγορά, με 30 χρόνια ιστορίας, με τον σχεδιασμό των κρανών να γίνεται στην Γαλλία, αλλά η παραγωγή στην Ταϊλάνδη. Όλες οι εταιρείες που ανήκουν στο Nolan Group ασχολούνται αποκλειστικά με την κατασκευή κρανών, εκτός από την N-Com που παράγει συστήματα ενδοεπικοινωνίας. Από την άλλη, η οικογένεια της Shark περιλαμβάνει εταιρείες κατασκευής μοτοσυκλετιστικής ένδυσης, μοτοσυκλετιστικού εξοπλισμού και αξεσουάρ. Με την προσθήκη της Nolan είναι αυτονόητο ότι θα μεγαλώσει δραματικά η δυναμική και η γκάμα που θα μπορεί να προσφέρει ο όμιλος.
Η μεγάλη προοπτική από αυτή την συμφωνία είναι και η αμερικάνικη αγορά, καθώς όπως δήλωσε και ο πρόεδρος της 2 Ride Holding, Patrick Francois, οι δύο εταιρείες έχουν ήδη ξεκινήσει την συνεργασία τους προκειμένου να προσφέρουν πιο προσιτά προϊόντα για την παγκόσμια αγορά. Στο δελτίο τύπου που συνοδεύει την ανακοίνωση, γίνεται εξάλλου λόγος για το πλάνο παγκόσμιας εξάπλωσης του ενιαίου πλέον ομίλου, καθώς με πωλήσεις της τάξης των 150 εκατομμυρίων ευρώ και πάνω από 1.000 εργαζόμενους, το Nolan Group διανέμει τα προϊόντα του σε πάνω από 80 χώρες με ηγετική θέση σε πολλές αγορές του κόσμου. Παρόλα αυτά, δεν γίνεται καθόλου λόγος για το εάν η 2Ride Holding Group θα διατηρήσει την παραγωγή της Nolan στο Bergamo ή θα τη μεταφέρει στην Ταϊλάνδη μαζί με τα δικά της προϊόντα.
Yoshimura Tornado S-1: Μία από τις 50 σπάνιες superbikes της Yoshimura προς πώληση
Με αύξοντα αριθμό #21 και μόλις 6.986 km στην Πολωνία
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
12/8/2026
Η Yoshimura Tornado S-1 του 2002 είναι μία από τις πιο σπάνιες μοτοσυκλέτες δρόμου που κατασκεύασε ποτέ ο διάσημος ιαπωνικός βελτιωτικός οίκος, με μόλις 50 μονάδες να έχουν παραχθεί και μια εξ αυτών να προσφέρεται σήμερα προς πώληση στην Ευρώπη.
Η Yoshimura είναι γνωστή κυρίως για τις αγωνιστικές μοτοσυκλέτες και τα εξαρτήματα επιδόσεων για Suzuki, όμως στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποφάσισε να δημιουργήσει μια δική της ολοκληρωμένη superbike. Το αποτέλεσμα ήταν η Tornado S-1, με βάση την πρώτη γενιά της Suzuki GSX-R1000.
Η παραγωγή περιορίστηκε σε μόλις 50 αριθμημένες μοτοσυκλέτες, με την Tornado S-1 να παρουσιάζεται το 2002 στην Ιαπωνία με τιμή 3.780.000 γιεν. Για την εποχή αποτελούσε μια εξαιρετικά προηγμένη και ακριβή κατασκευή, με τιμή περίπου 37.000 €, που αντιστοιχεί σε περίπου 56.300 € σήμερα.
Η Yoshimura δεν περιορίστηκε στην τοποθέτηση μερικών performance parts από τον κατάλογό της όμως. Ο κινητήρας των 988 cc υπέστη εκτεταμένες επεμβάσεις. Η κυλινδροκεφαλή τροποποιήθηκε, τοποθετήθηκε λεπτότερη φλάντζα για αύξηση της σχέσης συμπίεσης από 12,0:1 σε 13,2:1, ενώ χρησιμοποιήθηκαν εκκεντροφόροι ST-1 και ενισχυμένα ελατήρια βαλβίδων.
Το όριο περιστροφής αυξήθηκε στις 12.700 rpm, δηλαδή κατά 500 rpm σε σχέση με τον εργοστασιακό κινητήρα της Suzuki. Η εργοστασιακή ECU αντικαταστάθηκε από Yoshimura EMS με διαφορετικούς χάρτες καυσίμου και ανάφλεξης, οι οποίοι μπορούσαν να επιλεγούν από διακόπτη στο τιμόνι.
Υπήρχε επίσης quickshifter και shift light, στοιχεία που σήμερα μπορεί να μην ακούγονται και τόσο εντυπωσιακά, αλλά το 2002 κάθε άλλο παρά συνηθισμένα ήταν σε μοτοσυκλέτα δρόμου. Η εξάτμιση ήταν ένα σύστημα 4-σε-1 από τιτάνιο με τελικό Tri-Oval Cyclone, από ανθρακονήματα.
Σύμφωνα με τα νούμερα της ίδιας της Yoshimura, η Tornado S-1 απέδιδε πάνω από 168 άλογα στις 12.000 rpm και περίπου 11 κιλά ροπής από τις 10.000 rpm.
Στο πλαίσιο και τις αναρτήσεις οι αλλαγές ήταν εξίσου εκτεταμένες. Η S-1 απέκτησε αναρτήσεις Öhlins εμπρός και πίσω με ειδικές ρυθμίσεις από την Yoshimura, Öhlins σταμπιλιζατέρ τιμονιού, διαφορετικό λαιμό, νέο μοχλικό της πίσω ανάρτησης και ειδικά σχεδιασμένο ψαλίδι αλουμινίου.
Στα φρένα χρησιμοποιήθηκαν εξαπίστονες δαγκάνες Nissin, ακτινική τρόμπα της ίδιας και μεταλλικά σωληνάκια υψηλής πίεσης. Οι εργοστασιακοί τροχοί αντικαταστάθηκαν από ελαφρύτερους αλουμινένιους τροχούς της BBS.
Ακόμη και το ρεζερβουάρ δεν έμεινε εργοστασιακό, καθώς η Yoshimura το αντικατέστησε με αλουμινένιο χωρητικότητας 24 λίτρων. Τα γρανάζια είναι AFAM, τα μαρσπιέ από την Yoshimura και ολόκληρο το fairing κατασκευάστηκε από ανθρακονήματα, με βίδες μισής στροφής-ταχείας απελευθέρωσης, σχεδιασμένο ειδικά για την S-1.
Η εξωτερική εμφάνιση διαφοροποιεί πλήρως τη μοτοσυκλέτα από την GSX-R1000 στην οποία βασίζεται. Οι γραμμές είναι σχετικά διακριτικές για μια τόσο ακραία κατασκευή, ενώ χαρακτηριστικές είναι οι εισαγωγές που θυμίζουν βράγχια στα πλαϊνά πάνελ. Στον εξοπλισμό περιλαμβάνονται επίσης προβολείς Hella HID, ακόμη μία ιδιαίτερη λύση για το 2002.
Η συγκεκριμένη Tornado S-1 είναι η #21 από τις 50 που κατασκευάστηκαν. Πρόκειται για μία JDM (Japanese Domestic Market) μοτοσυκλέτα με διάθεση περιορισμένη εντός της ιαπωνικής αγοράς και με το οδόμετρο να αναγράφει μόλις 6.986 km. Σύμφωνα με τον πωλητή, διατηρείται σε αυθεντική συλλεκτική κατάσταση, με την αρχική βαφή να βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση.
Η μοτοσυκλέτα εισήχθη στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2025 και υποβλήθηκε σε service στην Πολωνία τον Μάρτιο του 2026. Σήμερα παραμένει στην Πολωνία και προσφέρεται στην ευρωπαϊκή αγορά με τα απαραίτητα έγγραφα για διεθνή ταξινόμηση.
Η ζητούμενη τιμή ανέρχεται σε 40.000 ευρώ, ενώ για πληροφορίες σχετικά με την αγορά οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικοινωνήσουν στο[email protected] ή στο [email protected].
Μόλις 50 Tornado S-1 κατασκευάστηκαν και η συγκεκριμένη, με λιγότερα από 7.000 km, αποτελεί μία από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου μια τέτοια μοτοσυκλέτα εμφανίζεται προς πώληση. Για τους φίλους των ιδιαίτερων superbike της εποχής, πρόκειται για ένα εξαιρετικά ξεχωριστό κομμάτι της ιστορίας της Yoshimura.