Honda ADV350 2026: Ανανέωση σε τέσσερα νέα χρώματα
Φρεσκάρισμα για το best-seller της κατηγορίας
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
23/9/2025
Η Honda παρουσιάζει το ADV350 MY26 με τέσσερις νέες χρωματικές επιλογές, συνεχίζοντας την εμπορική επιτυχία του scooter με την Adventure εμφάνιση που κατέκτησε την κορυφή των πωλήσεων στην Ευρώπη
Το ADV350, που λανσαρίστηκε το 2022, συνδυάζει τον premium χαρακτήρα ενός πολυτελούς σκούτερ με adventure στοιχεία στην εμφάνιση κυρίως, και λιγότερο στις ικανότητές του, παραμένοντας και πολύ σωστά, μία λύση για καθημερινή μετακίνηση στην πόλη. Εμπνευσμένο από το X-ADV, τη μοτοσυκλέτα με τις περισσότερες πωλήσεις της Honda στην Ευρώπη το 2025 (άνω των 10.000 μονάδων), το ADV350 έχει ήδη αφήσει το στίγμα του, όντας το πιο εμπορικό scooter άνω των 300cc το 2024.
Η επιτυχία του οφείλεται στον ξεχωριστό του χαρακτήρα και τον πλούσιο εξοπλισμό: ατσάλινο σωληνωτό πλαίσιο, ανεστραμμένο πιρούνι 37mm, πίσω αμορτισέρ με εξωτερικό δοχείο λαδιού, αυξημένη απόσταση από το έδαφος, αποθηκευτικό χώρο για δύο full-face κράνη, θύρα USB, Smart Key, ρυθμιζόμενη ζελατίνα και TFT οθόνη 5'' με Honda RoadSync για πλήρη συνδεσιμότητα με το κινητό τηλέφωνο του ιδιοκτήτη.
Ο κινητήρας 330cc eSP+ SOHC αποδίδει 29 ίππους και 31,5 Nm ροπής, με νέα ECU και τελικό εξάτμισης, καλύπτοντας τις ανάγκες για καθημερινή χρήση στον πυκνό αστικό ιστό, χωρίς όμως να ζεσταίνεται στην συνεχή λειτουργία με σταθερές στροφές για τις φορές που θα δοκιμαστεί σε μεγαλύτερες αποστάσεις ή και στον αυτοκινητόδρομο. Η αίσθηση πολυτέλειας για τον αναβάτη ενισχύεται με τα ηλεκτρονικά βοήθηματα HSTC (Honda Selectable Torque Control), Emergency Stop Signal και φλας αυτόματης ακύρωσης.
Το νέο Honda ADV350 MY26 θα είναι διαθέσιμο στις ακόλουθες χρωματικές επιλογές, Pearl Falcon Grey, Iridium Gray Metallic, Mat Pearl Cool White και Mat Coal Black Metallic.
Η παραγωγή του συνεχίζεται στο εργοστάσιο Honda Italia Industriale SpA στο Atessa, το οποίο λειτουργεί από το 1971 και αποτελεί το “σπίτι” για μοντέλα-θρύλους όπως η σειρά SH, αποτελώντας έτσι ένα ζωντανό κομμάτι της παγκόσμιας ιστορίας της Honda.
Ducati Triple-X Trinity: Συλλογή με 3 Superleggera στα 275.000 ευρώ
Τρεις γενιές. Τρεις παγκόσμιες πρωτιές. Μια συλλογή.
Από τον
Παύλο Καρατζά
24/8/2026
Η Ducati έσπασε τους κανόνες όταν ξεκίνησε να δημιουργεί τη σειρά Superleggera το 2014. Η συνταγή ήταν απλή: πήρε το ήδη κορυφαίο μοντέλο της – αρχικά την 1199 R Panigale – και βελτίωσε τις επιδόσεις της, μειώνοντας παράλληλα και το βάρος.
Πίσω στο 2014 λοιπόν, όταν η Ducati έπρεπε να καινοτομήσει για να ρίξει το βάρος του κορυφαίου της μοντέλου και η λύση ήταν ένα κράμα μαγνησίου ένα ελαφρύ σύνθετο μέταλλο που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ σε μοτοσυκλέτα παραγωγής. Το υλικό χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα σε πλαίσιο, ψαλίδι και τροχούς, ενώ τιτάνιο και ανθρακόνημα πλαισίωσαν το υπόλοιπο της μοτοσυκλέτας.
Όπως ήταν αναμενόμενο, σειρά πήρε η αναβάθμιση του κινητήρα Superquadro, που εξοπλίστηκε με βαλβίδες εξαγωγής από τιτάνιο, ελαφρύτερο στροφαλοφόρο άξονα με αντίβαρα από βολφράμιο και πιστόνια δύο ελατηρίων. Τα τελευταία αποτέλεσαν μια ακόμη πρωτιά για μοτοσυκλέτα παραγωγής και συνέβαλαν σημαντικά ώστε η 1199 Superleggera να φτάσει την ισχύ των 200 ίππων, ενώ το ξηρό βάρος της μοτοσυκλέτας βρισκόταν στα 155 κιλά και όπως ήταν φυσικό είχε την υψηλότερη αναλογία ισχύος προς βάρος από οποιαδήποτε superbike παραγωγής που κατασκευάστηκε ποτέ.
Εξαιρουμένων των πρωτοτύπων, μόλις 500 αριθμημένες 1199 Superleggera έφυγαν από το εργοστάσιο της Ducati στη Μπολόνια και όπως ήταν αναμενόμενο, εξαντλήθηκαν αμέσως. Ακολούθησε η 1299 Superleggera το 2016 και η V4 Superleggera το 2020, με τις δύο τους να εισάγουν παγκόσμιες καινοτομίες για μοτοσυκλέτες παραγωγής και να περιορίζονται αυστηρά σε 500 αριθμημένα τεμάχια. Εννοείται πως κι αυτές εξαντλήθηκαν αμέσως. Η 1299 ήταν η πρώτη που χρησιμοποίησε ανθρακονήματα για όλα τα φέροντα δομικά στοιχεία της, γεγονός που την έκανε 40% ελαφρύτερη από την αντίστοιχη βασική έκδοση της Panigale. Με ισχύ 215 ίππους, ο κινητήρας Superquadro της ήταν επίσης ο τελευταίος και πιο ισχυρός V-twin παραγωγής που κατασκευάστηκε ποτέ από τη Ducati.
Όπως υποδηλώνει το όνομά της, η V4 Superleggera διέθετε έναν τεράστιο νέο τετρακύλινδρο κινητήρα που απέδιδε 224 ίππους, ο οποίος εξασφάλισε για άλλη μια φορά στην εξαιρετικά ελαφριά superbike των 159 κιλών ένα ακόμη ρεκόρ αναλογίας. Για πρώτη φορά, ένας κατασκευαστής μοτοσυκλετών εγκατέστησε αεροδυναμικά πτερύγια από ανθρακονήματα, εμπνευσμένα από το MotoGP, στο μπροστινό μέρος και στο πλάι. Στην πράξη, η V4 Superleggera παρήγαγε κάθετη δύναμη 50 κιλών στα 270 χλμ./ώρα.
Συνολικά, οι τρεις αυτές Ducati αντιπροσωπεύουν το υψηλότερο ράφι, όσον αφορά τις επιδόσεις των μοτοσυκλετών παραγωγής. Τρεις πανάλαφρες superbike, η καθεμία με εκπληκτική τεχνολογία που προέρχεται από τον μηχανοκίνητο αθλητισμό – κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς σε επίπεδο μαζικής παραγωγής – κατασκευάστηκαν με έναν και μοναδικό στόχο: να θέσουν νέα πρότυπα στις επιδόσεις.
Για να το κάνει ακόμα πιο ελκυστικό, η Ducati εδραίωσε τη φήμη της ως συλλεκτικού μοντέλου, περιορίζοντας την παραγωγή κάθε Superleggera σε 500 μονάδες. Αυτό όμως δεν ίσχυσε αυστηρά εδώ, αφού η ιταλική εταιρεία παρήγαγε και μοτοσυκλέτες προπαραγωγής που όμως δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό τους.
Όσο σπάνιο είναι λοιπόν να βρει κανείς μια Superleggera να αγοράσει σήμερα, φανταστείτε πόσο απίθανο είναι να βρει και τις τρεις μαζί! Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει με αυτήν την αγγελία πώλησης από την Αγγλία.
Οι τρεις συγκεκριμένες Ducati Superleggera - 1199, 1299 και V4 - αγοράστηκαν από έναν μόνο ιδιοκτήτη, ο οποίος τις διατήρησε επιμελώς σε κατάσταση βιτρίνας. Τόσο η 1199 όσο και η V4 εμφανίζουν μηδέν χιλιόμετρα στις ψηφιακές οθόνες τους (με την εργοστασιακή προστατευτική μεμβράνη ακόμα στη θέση της), ενώ η 1299 έχει διανύσει μόλις 16 χιλιόμετρα. Και οι τρεις μοτοσυκλέτες διαθέτουν τα πλήρη σετ εργοστασιακών αξεσουάρ και τα αγωνιστικά κιτ τους, τα οποία αφαιρούν τους καθρέφτες και την πινακίδα κυκλοφορίας και προσθέτουν συστήματα εξάτμισης Akrapovič.
Τυχερός λοιπόν θα είναι ο συλλέκτης που θα τις αποκτήσει, με την τσουχτερή τιμή τους να έχει οριστεί στα 275.000 ευρώ.