HONDA RC213V-S: Έτοιμη για παραγωγή, αλλά θα τρέξει;

Από τον

Βασίλη Καραχάλιο

5/11/2014

Με το ποντίκι στο χέρι μας άφησε η Ηonda. Απ’ τη μια παρουσίασε επιτέλους την "υπέρτατη μοτοσυκλέτα δρόμου", κι απ’ την άλλη δεν μας δίνει καμία πληροφορία πέρα από το ότι "είναι βασισμένη στην παγκόσμια πρωταθλήτρια κι εξελίχθηκε από κορυφαίους αναβάτες". Λες κι ήταν δύσκολο να το μαντέψεις. Κι όμως, όσο το ψάχνουμε, τόσο ανακαλύπτουμε πως αυτή η μοτοσυκλέτα αντιπροσωπεύει κάτι παραπάνω από την Desmosedici της Honda, ή κι από την ίδια της την NR, από την άποψη πως η NR ήταν μια τεχνολογική άσκηση υπεροχής χωρίς συνέχεια των οβάλ πιστονιών. Η NR μας έδωσε βέβαια την 916, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το ερώτημα που ζητά απάντηση είναι αν η Honda επιθυμεί να τρέξει με την RCV στα Superbike ή όχι. Οι κανονισμοί που θα ισχύσουν το 2015 επιτρέπουν ουσιαστικά μόνο την αλλαγή των εκκεντροφόρων, ενώ κάρτερ, πιστόνια, βαλβίδες και τα περισσότερα από τα εξαρτήματα του κινητήρα θα πρέπει να είναι τα στάνταρ. Άρα, για να έχει ανταγωνιστική μοτοσυκλέτα ένας κατασκευαστής θα πρέπει να έχει σε παραγωγή μια εξ αρχής δυνατή μοτοσυκλέτα, και τώρα οι ιπποδυνάμεις που ανακοινώνονται στην κατηγορία για το 2015 είναι στους 200 και πάνω από 200 ίππους, νούμερα που το CBR1000RR δεν μπορεί να πιάσει, καθώς και σε πραγματική ισχύ υπολείπεται των αντιπάλων του. Για να ομολογκαριστεί μια μοτοσυκλέτα ώστε να τρέξει στα Superbike, χρειάζεται να έχουν παραχθεί 125 κομμάτια όταν γίνει η αίτηση, 250 στο τέλος της πρώτης χρονιάς συμμετοχής και 1.000 στο τέλος της δεύτερης. Η Honda δεν θα έχει πρόβλημα με αυτούς τους αριθμούς (εδώ η Ducati πούλησε πάνω από 1.500 Desmosedici), αλλά το ζήτημα είναι, θέλει;

Μια ένδειξη πως μπορεί και να θέλει είναι το χρώμα της μοτοσυκλέτας που ανέβασε στην σκηνή ο Marc Marquez, ή καλύτερα, η έλλειψή του: Σκέτο carbon. Μαύρες ή άσπρες ήταν πάντα οι μοτοσυκλέτες που η Honda πούλαγε για αγωνιστική χρήση. Η άλλη RCV που είδαμε, είναι βαμμένη σε χρώματα που μοιάζουν με της NS500 του Freddie Spencer, με ένα μεγάλο κόκκινο κύκλο στο πλάι που παραπέμπει άμεσα στην Ιαπωνική σημαία. Φαντάζομαι πως όταν στην παρουσίαση του νέου R1 ο πρόεδρος της Yamaha Motor Japan φώναζε ξαφνικά "Υamaha is challenging the future!", μπορεί και να εννοούσε "Yamaha is challenging Honda!", όπως είχε κάνει και στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενώ η Honda έβαψε έτσι την RCV για να δείξει ποιος είναι ο σημαιοφόρος...

Αν προχωρήσουμε την φαντασίωση ακόμα παραπέρα, με την υπόθεση πως η Honda επιθυμεί να τρέξει με V4 στα Superbike, θα βλέπαμε και μια πιο έκδοση παραγωγής με χαμηλότερη τιμή, χωρίς carbon, χωρίς κορυφαίες Οhlins, χωρίς την απίστευτη προσοχή στην λεπτομέρεια της RC213V-S. Όπως και νά’χει, ένα είναι σίγουρο: Μια μοτοσυκλέτα παραγωγής δεν θα περιλαμβάνει στις προδιαγραφές και την τεχνολογία της τα πραγματικά μυστικά της μοτοσυκλέτας του Marquez.

Για ν φτάσει σε μια RCV παραγωγής, η Honda ξεκίνησε από πολύ παλιά, και συγκεκριμένα από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν διαπίστωσε πως τα τετρακύλινδρα εν σειρά είχαν μια σειρά από εγγενή της διάταξης προβλήματα, με κυριότερο το ότι στην ουσία πρόκειται για δύο δικύλινδρα δίπλα δίπλα, που το καθένα προσπαθεί να στρέψει διαφορετικά τον στρόφαλο. Έτσι, ήδη από το 1961 είχε οδηγηθεί στην ενιαία χύτευση κάρτερ και μπλοκ κυλίνδρων, ενώ πολύ αργότερα συνέλαβε την ιδέα ενός ιδιαίτερου V4 με οβάλ πιστόνια, που απέδιδε σαν V8. Η NR500 ήταν αγωνιστική αποτυχία, αλλά οι RC30 και RC45 που φτιάχτηκαν με τεχνογνωσία από εκείνη, όχι. Με την σειρά της, και με λίγη out of the box σκέψη, η RC45 οδήγησε στην V5 RC211V. Οι αγωνιστικές της επιτυχίες δικαίωσαν τις επιλογές της Honda.   

Κι όμως, όταν η Honda έβγαλε πέρυσι την αγωνιστική παραγωγής RCV1000R, οι αναβάτες της παραπονιούνταν για ανεπαρκή απόδοση, δείχνοντας πως τα "μυστικά" είναι ακριβά, και πως δεν μπορούν να πέσουν στα χέρια άλλων. Η RCV1000R όμως άνοιξε τον δρόμο για την έκδοση... δρόμου, κι είναι αξιοσημείωτο πως έχει πιο "παραγωγής" όνομα σε σχέση με το RC213V-S. Επιπλέον, αν η Honda σκέφτεται με βάση την οικονομία κλίμακας, είναι πολύ λογικό να έχει τρεις εκδόσεις με κοινό κονδύλι έρευνας και εξέλιξης, συγκεντρώνοντας όλους της τους πόρους σε έναν τομέα. Να έχει δηλαδή την full factory RCV με πνευματικές βαλβίδες και seamless κιβώτιο (πως να το πω; Χωρίς ραφές;), την αγωνιστική παραγωγής για τα MotoGP με ελατήρια στις βαλβίδες και στάνταρ κιβώτιο, και μια παραγωγής με έγκριση τύπου για κυκλοφορία στο δρόμο, που θα αποτελεί την βάση για την αγωνιστική στα Superbike…

TEXNIKA ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ Honda RC213V (στοιχεία ΗRC)

 

 

Μήκος

2.052mm

Πλάτος

645mm

Ύψος

1.110mm

Μεταξόνιο

1.435mm

Απόσταση από το έδαφος

115mm

Βάρος

πάνω από 160kg

Κινητήρας

Υγρόψυκτος τετράχρονος, V4 τετραβάλβιδος με 2ΕΕΚ

Κυβισμός

1000cc

Μέγιστη ισχύς

Πάνω από 235ΗΡ

Χωρητικότητα ρεζερβουάρ

20lt

Ελαστικά

BRIDGESTONE

Εμπρός

16.5"

Πίσω

16.5"

Αναρτήσεις

ÖHLINS

Εμπρός

Τηλεσκοπικό πιρούνι

Πίσω

Pro-link

Τύπος πλαισίου

Αλουμινένιο δύο δοκών

 

Όπως βλέπετε, γνωρίζουμε περισσότερα για την full factory παρά για την παραγωγής. Το σίγουρο είναι πως δεν θα έχει ζάντες 16,5 ιντσών, αλλά 17, με 190/55ZR17 πίσω και 120/70ΖΡ17 μπροστά. Από κει και πέρα, η παραγωγής είναι έτοιμη όντως για παραγωγή, όπως μαρτυρούν δεκάδες λεπτομέρειες επάνω της που δείχνουν πως δεν πρόκειται για μια racing που της έβαλαν βιαστικά φώτα, αλλά για μια μοτοσυκλέτα εξελιγμένη όπως κάθε άλλη δρόμου. Και η σκέψη μου για μια πιο προσιτή έκδοση ενισχύεται από λεπτομέρειες όπως τα πρεσαριστά ανοξείδωτα κομμάτια της εξάτμισης, που μιλούν για μια πιο μαζική, και όχι πολύ περιορισμένη παραγωγή.

Μέχρι να μας διευκρινίσει η Honda τις προθέσεις της, μπορούμε να αναστενάζουμε ελεύθερα απολαμβάνοντας την απλότητα της φακτορίλας που αποπνέει η RC213V. Και σε όσους αρέσουν οι ασκήσεις επί χάρτου, ας πάρουν τις μεζούρες τους για να επαληθεύσουν αν και η παραγωγής έχει τον ίδιο ακραίο λόγο μεταξονίου προς μήκος ψαλιδιού που έχει και η factory. 

Ετικέτες

Γιάννης Περιστεράς: Συνέντευξη με τον Έλληνα αναβάτη που συμμετέχει στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Sportbike

Το ξεκίνημα, οι άνθρωποι που τον ενέπνευσαν, οι διεθνείς αγώνες και το παγκόσμιο πρωτάθλημα
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

7/7/2026

Ο Γιάννης Περιστεράς είναι 21 ετών και συμμετέχει φέτος στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Στην αποκλειστική συνέντευξη που μας έδωσε μας μίλησε όχι μόνο για τους αγώνες και τις σκληρές προπονήσεις, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια, τους ανθρώπους που τον βοήθησαν και μία αστεία ιστορία που διηγήθηκε για πρώτη φορά δημόσια.

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Πολυπρωταθλητή Ελλάδος Σάκη Συνιώρη για τη βοήθεια που μας παρείχε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και το κτήμα Casa e Campo για τη φιλοξενία. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη.

M: Λοιπόν, να ξεκινήσουμε λίγο απ' την αρχή και να μας πεις πώς ήσουν στο σχολείο. Ήσουν καλός μαθητής, άτακτο παιδί;

ΓΠ: Ήμουν άτακτος, πολύ. Αλλά δεν σημαίνει ταυτόχρονα αυτό ότι ήμουν κακός μαθητής, δηλαδή ήμουν. Βασικά στο δημοτικό ήμουν άριστος μαθητής, που δεν ακούγεται ότι είναι δύσκολο, αλλά ήμουν όντως άριστος μαθητής στο δημοτικό. Αλλά για ένα παιδί το οποίο ταξιδεύει από εκείνη την ηλικία και χάνει τη μισή σχολική χρονιά στο εξωτερικό και τα λοιπά, να είναι και άριστος ταυτόχρονα, θεωρώ ότι είναι καλό. Από το γυμνάσιο και μετά, λόγω του ότι έχανα πολλές μέρες και τα μαθήματα, ήταν δύσκολα γενικότερα, αλλά ήμουν πολύ άτακτος. Πολύ, πάρα πολύ. Από τους χειρότερους, δυστυχώς.

M: Πες μας σε ποια ηλικία και για ποιον λόγο ξεκίνησες στο μηχανοκίνητο αθλητισμό.

ΓΠ: Δεν το ξεκίνησα για κάποιον λόγο, απλά ουσιαστικά γεννήθηκα μέσα στις πίστες. Νομίζω από 45-50 ημερών ήμουν ήδη στην πίστα μαζί με τον πατέρα μου, οπότε θεωρώ πως ήταν αναμενόμενο να γίνω οδηγός, ανεξαρτήτως επίπεδου. Ξεκίνησα λοιπόν να οδηγώ από τεσσάρων έως και τώρα.

M: Ωραία, η απάντηση σου μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Προφανώς έχεις δει τους αγώνες από μέσα, ο πατέρας σου αγωνιζόμενος, έχει μάλιστα πάρει και Πανελλήνιο Πρωτάθλημα. Θέλω να μου πεις ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τους αγώνες.

ΓΠ: Είναι μία εικόνα, δεν είναι σαν ανάμνηση. Είμαι μωρό και κάθομαι στην κούνια και από την κούνια κοιτάω μια πολύ μικρή τηλεόραση ψηλά σε ένα φορτηγό που ήμασταν μέσα και ήταν γύρω μου ο πατέρας μου κι άλλοι αγωνιζόμενοι και βλέπαμε MotoGP.

peristeras

M: Πες μας λίγο για τα πρώτα σου χρόνια στον μηχανοκίνητο αθλητισμό, που δεν είναι τόσο γνωστά.

ΓΠ:  Περιληπτικά, ουσιαστικά ξεκίνησα τεσσάρων χρονών με PW50. Έκανα λίγο σε πάρκα, σε παλιά γήπεδα ποδοσφαίρου και τα λοιπά. Ο πρώτος μου “αγώνας” ήταν στο στάδιο Ειρήνης και Φιλίας το 2009 ή 2010 που είχε γίνει το Supercross. Ήμασταν πολλά παιδάκια που τρέξαμε κάτι σαν αγώνα εκεί. Από εκεί και πέρα μετά άλλαξα το στυλ μου σε street και θυμάμαι πως πήγαινα για προπόνηση με τον πατέρα μου σχεδόν κάθε μέρα. Όταν ήμουν τεσσάρων ετών, “έκλεβα” το μηχανάκι μου και το έπαιρνα στο μπαλκόνι του σπιτιού και έκανα βόλτες εκεί. Σιγά-σιγά βελτιωνόμουν. Με βάλανε και σε μικρή στιγμή μοτοσυκλέτα τότε. Έτρεξα και τον πρώτο μου αγώνα στα Mini GP και στο τέλος της χρονιάς κατάφερα να πάρω μία τρίτη θέση. Από την επόμενη χρονιά και μετά πήρα όλα τα πρωταθλήματα στο Mini GP που έτρεξα. Πήγα και στο εξωτερικό στα Pre Mini GP. Στον τελευταίο αγώνα της χρονιάς εκείνης (2016) βγήκα και δεύτερος. Την επόμενη χρονιά μαζί με τον Σάκη Συνιώρη τρέξαμε στα Ohvale 160. Δεν πήραμε πρωτάθλημα, αλλά κερδίσαμε έναν αγώνα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, κάναμε πολλά ρεκόρ πίστας, εκτός του πρώτου αγώνα. Βγήκαμε και δεύτεροι ή τρίτοι στο Πανευρωπαϊκό Ohvale 160. Έπειτα είχα μία κενή σεζόν και μετά μεταπήδησα στα 300αρια. Ήμουν μόλις 13 ετών και κέρδιζα αγώνες, έκανα ρεκόρ, μέχρι που σε μία πτώση έσπασα τον μηρό μου και έκατσα εκτός για δύο-τρεις μήνες. Μετά όταν συνήλθα και άρχισα να πηγαίνω και πάλι γρήγορα, ξαναχτύπησα και μετά ήρθε η καραντίνα. Μετά την καραντίνα συμμετείχα στο Ιταλικό Πρωτάθλημα για έναν χρόνο και την δεύτερη χρονιά μεταπήδησα στο Πανευρωπαϊκό Yamaha R3 bLU cRU. Και από εκεί και πέρα νομίζω οι περισσότεροι γνωρίζουν την πορεία μου.

M: Πάμε λίγο στην περσινή χρονιά. Έκανες μια εξαιρετική χρονιά. Θέλω να μας περιληπτικά τι σου έμεινε από την χρονιά και κατά πόσο έπαιξε ρόλο στη φετινή σου συμμετοχή στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα;

ΓΠ: Πέρσι φάνηκε μία χρονιά πολύ καλή. Αλλά από “μέσα” ήταν πολύ δύσκολη. Διότι έτρεχα με μειονέκτημα στο μοτέρ όλη τη χρονιά στο Ιταλικό Πρωτάθλημα. Το οποίο ήταν κάτι που δεν ήταν στο χέρι μας. Δυστυχώς. Πιστεύουμε πως οι μοτοσυκλέτες/ομάδες που ήταν μπροστά, έκαναν κάποιου είδους παρανομία στο μοτέρ, αφού στην ευθεία είχα 10 με 12 λιγότερα χιλιόμετρα από τους δέκα πρώτους και είχα πάντα από τις μικρότερες τελικές. Σίγουρα όσο αυτό συνέβαινε, δεν μου άρεσε καθόλου. Με νευρίαζε, με ξενέρωνε, δεν ήθελα να τρέχω έτσι. Ήθελα να τρέχω ισάξια, γιατί ήξερα ότι μπορούσα να κερδίσω χωρίς να ρισκάρω πολύ. Ενώ έτσι ήμουν συνέχεια στο όριο, σε όλους τους αγώνες, γιατί έπρεπε να καλύψω τον χρόνο που έχανα στην ευθεία, στις στροφές και τα προσπεράσματα έπρεπε να γίνουν από μακριά. Ήμουν δηλαδή συνέχεια 5 με 10 μέτρα πίσω και “έκανα μία βουτιά” μέσα στη στροφή. Και αυτό πάντα έχει μεγάλη επικινδυνότητα, δηλαδή όταν φρενάρεις δέκα μέτρα παρακάτω από όσο φρενάρεις κανονικά για να κάνεις ένα προσπέρασμα.

Είχα στεναχωρηθεί πολύ με τα αποτελέσματα και παραλίγο να μην πάρω και την πρόκριση για τον τελικό της Γαλλίας, διότι δεν ανέβαινα βάθρα. Ήμουν απλά σταθερός στην πέμπτη θέση συνήθως. Εν τέλει, πήραμε ένα βάθρο στην Imola και πήρα και την πρόκριση της Γαλλίας. Στη Γαλλία ήξερα λίγο την πίστα από την προηγούμενη χρονιά, οπότε μπήκα μέσα και ήμουν και αρκετά επιθετικός. Από την αρχή έσπασα το περσινό μου ρεκόρ πίστας και κέρδισα τον πρώτο αγώνα του Σαββατοκύριακου. Στον δεύτερο αγώνα ήταν λίγο πιο δύσκολα τα πράγματα είχαμε κάποιες ατυχίες, αλλά δεν πειράζει.

peristeras

M: Πάμε λίγο στη φετινή χρονιά, Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στην κατηγορία Sportbike. Πες μας λίγο πώς εξελίσσεται η σεζόν μέχρι τώρα και οι στόχοι σου για το υπόλοιπο της σεζόν;

ΓΠ: Δεν τα έχουμε πάει πολύ καλά η αλήθεια είναι. Αντιμετωπίζουμε πρόβλημα με τη συνεννόηση με την ομάδα. Ήμασταν άγνωστοι και δεν είχαμε κάνει τα κατάλληλα τεστ πριν τη σεζόν που χρειάζονται. Όλες οι άλλες ομάδες είχαν κάνει αρκετά τεστ πριν να ξεκινήσει η σεζόν. Οπότε το πρώτο μισό της σεζόν ήταν δύσκολο. Έχουμε κάποια κανονισμένα τεστ και ίσως το δεύτερο κομμάτι της σεζόν να είναι καλύτερο.

M:  Έγινε τη φετινή χρονιά για σένα και μια μεγάλη αλλαγή μετά από 7 χρόνια με τη Yamaha και τελευταία με R7, τρέχεις πλέον με Aprilia RS660 Factory. Θα ήθελα να μου πεις τις διαφορές μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών.

ΓΠ: Η μεγάλη διαφορά που θα μπορούσε να καταλάβει ο καθένας είναι το πλαίσιο της Aprilia. Δεν λέμε πως η μία είναι καλύτερη και η άλλη χειρότερη, είναι δύο διαφορετικές μοτοσυκλέτες στην ίδια κατηγορία. Το Aprilia θεωρώ πως μου ταιριάζει φέτος. Νιώθω καλά πάνω του, όταν όλα δουλεύουν σωστά με την ομάδα.

M: Θέλω λίγο να μας πεις πως πήγες στην MMR και πώς είναι να μένεις στην Ελλάδα μόνιμα και η ομάδα σου να έχει τη βάση της σε διαφορετική χώρα. Πώς επηρεάζει αυτό την εξέλιξη και τη σχέση σας;

ΓΠ: Γενικά συνήθως με άλλες ομάδες δεν με έχει επηρεάσει αυτό. Τώρα επειδή άλλαξα τη μοτοσυκλέτα και ήταν τελείως διαφορετική, χρειαζόμασταν κάποιες μέρες εξοικείωσης, τις οποίες δεν είχαμε. Θεωρώ ότι είναι πιο δύσκολο που μένω Ελλάδα μόνιμα. Θεωρώ όμως ότι είμαι αρκετά προπονημένος και έχω και αρκετή εμπειρία και μπορώ να μπαίνω στην πρώτη πεντάδα αν όλα είναι σωστά. Όχι από τον επόμενο αγώνα, ίσως από την επόμενη σεζόν γιατί χρειάζεται εμπειρία στην κατηγορία και με τη μοτοσυκλέτα και με την ομάδα και όλα τα σχετικά. Τώρα για το πως πήγα στην MMR. Ακόμα και από τα χρονομετρημένα του περσινού τελικού της Γαλλίας είχαμε δύο-τρεις προτάσεις από ομάδες και μετά τη Γαλλία ήρθαν κι άλλες. Επιλέξαμε την MMR γιατί μας ταίριαζε καλά το συμβόλαιο και θεωρήσαμε πως είναι μια σοβαρή ομάδα διότι έχει και Moto2 ομάδα στο Junior GP και έτρεξαν και με wildcard πάλι στη Moto2, οπότε θεωρήσαμε πως η ομάδα έχει καλή οργάνωση και θα είναι καλή ομάδα γενικά.

M: Κοιτώντας πίσω τι θα μπορούσε στη φετινή χρονιά να είχε γίνει διαφορετικά ώστε να έχεις καλύτερα αποτελέσματα;

ΓΠ: Αυτό που είπα και νωρίτερα, δηλαδή να είχαμε κάνει κάποιες ημέρες τεστ, διότι ό,τι πρόβλημα μας έρχεται δεν έχουμε τη λύση έτοιμη γιατί δεν μας έχει ξανασυμβεί και συνέχεια καταλήγουμε να ψαχνόμαστε εντός αγωνιστικού τριήμερου, το οποίο είναι για μένα απαράδεκτο. Στο τριήμερο του αγώνα δεν έχουμε πολύ χρόνο εξοικείωσης και δοκιμών, οπότε πρέπει να είσαι έτοιμος πριν καν μπεις στην πίστα. Από τη στιγμή που εμείς δεν είμαστε, χάνουμε πολύτιμο χρόνο.

M: Τι σχέση έχεις με τον teammate σου Thomas Benetti;

ΓΠ: Έχουμε αρκετά καλές σχέσεις, δηλαδή συνήθως μαζί καθόμαστε στους αγώνες και τον συμπαθώ αρκετά.

peristeras

M: Έχεις εδώ και λίγο καιρό έναν μεγάλο χορηγό, την Seajets του Μάριου Ηλιόπουλου. Θέλεις να μας πεις δυο λόγια για τη νέα χορηγία κι αν έχετε μιλήσει για την πίστα στην Πάτρα που ανακοίνωσε πως θα φτιάξει;

ΓΠ:  Η χορηγία συνέβη πριν ανακοινωθεί η πίστα στην Πάτρα, οπότε δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Ο Μάριος γενικά είναι ένα πολύ μεγάλο όνομα στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Πάρα πολλές φορές πρωταθλητής στις αναβάσεις και γενικά είναι ένας άνθρωπος που αγαπάει το Motorsport και είναι ένας άνθρωπος ο οποίος ανέβασε πολύ το Motorsport στην Ελλάδα και προσπαθεί να το ανεβάσει ακόμη περισσότερο.

M: Τα πράγματα τα τελευταία χρόνια έχουν αλλάξει στο μηχανοκίνητο, με τους αναβάτες να είναι πρώτα αθλητές. Εσύ, έχεις κάποιον γυμναστή, κάποιον διατροφολόγο, κι αν ναι, δικό σου ή της ομάδας;

ΓΠ: Ναι έχω γυμναστή και κάνουμε δύο ή τρεις φορές την εβδομάδα, τώρα είχαμε κάποιο καιρό να κάνουμε λόγω ταξιδιών και κάτι μικροτραυματισμών που αντιμετώπιζα. Όμως σίγουρα κάθε μέρα θα έχω μία δραστηριότητα κάπου μέσα στη μέρα μου, δηλαδή είτε αυτό θα είναι να πάω να τρέξω έστω και για μισή ώρα είτε θα είναι να πάω με τον προπονητή μου για προπόνηση το πρωί, να κάνω ποδήλατο το μεσημέρι και το βράδυ να ξανατρέξω. Η διατροφή μου είναι ανάλογη με τη σωματική μου κατάσταση και αλλάζει ανά εβδομάδα.

M: Στην Ελλάδα έχουμε μόνο δύο πίστες. Πόσο συχνά και πού προπονείσαι;

ΓΠ: Προπονούμαι κυρίως στα Μέγαρα (στην πίστα καρτ), διότι είναι σχετικά κοντά σε εμένα. Αν έχει και trackday στη μεγάλη πίστα θα οδηγήσω για να έχω επαφή με την πίστα και με κόσμο μέσα στην πίστα. Την περίοδο που δεν έχω αγώνες πάω δύο φορές τη βδομάδα, όταν έχω αγώνες, συνήθως δεν προλαβαίνω λόγω ταξιδιών κλπ. Τώρα κανονίζουμε που είναι καλοκαίρι να πάμε και στις Σέρρες για προπόνηση.

M: Πόσο συχνά προπονείσαι στο εξωτερικό;

ΓΠ: Πέρυσι ανά δύο εβδομάδες ήμουν εξωτερικό για προπόνηση. Φέτος είχα πάει στην Ισπανία στην αρχή της χρονιάς για τρεις εβδομάδες, μετά ξαναπήγα άλλη μία βδομάδα για προπόνηση. Μου είναι σχετικά εύκολο, λόγω το ότι τόσα χρόνια προπονούμαι και τρέχω στο εξωτερικό – στο αγωνιστικό είμαι περισσότερο στο εξωτερικό, παρά στην Ελλάδα - και λόγω αυτού μου είναι λίγο πιο εύκολο να βρω μία μοτοσυκλέτα και έναν άνθρωπο μαζί μου και τα σχετικά. Δεν είναι επίσης και τόσο κοστοβόρο όσο νομίζει ο κόσμος.

M: Είσαι από αυτή τη γενιά ο πρώτος που άνοιξε τα φτερά του στο εξωτερικό. Βλέπουμε μετά από σένα τον Παντελεάκη, τον Μαυρόπουλο κι έρχονται κι άλλα παιδιά από πίσω ακόμα πιο μικροί σε ηλικία. Τι θα τους συμβούλευες για να καταφέρουν να φτάσουν στο κορυφαίο παγκόσμιο επίπεδο;

ΓΠ: Δεν ξέρω να πω την αλήθεια, ο καθένας πρέπει να έχει το δικό του μονοπάτι όπως συμβαίνει στο εξωτερικό. Νιώθω ότι στην Ελλάδα όλοι προσπαθούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο μονοπάτι, αλλά εγώ θεωρώ σαν Έλληνας ότι έχω χαράξει ένα δικό μου μονοπάτι κυρίως μαζί με τον πατέρα μου, αλλά και με όλους τους γύρω μου που με βοηθάνε, το οποίο ίσως να είναι δυσκολότερο, ίσως ευκολότερο από το κανονικό, όμως αυτό δεν θα το ξέρουμε μέχρι ένας άλλος να χαράξει το δικό του μονοπάτι παράλληλα στο δικό μου. Δεν νομίζω ότι χρειάζονται όλοι οι Έλληνες που θέλουν να πάνε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα τη δική μου συμβουλή. Το μόνο όμως που θα έλεγα είναι αυτό που έκανα κι εγώ από μικρό παιδί. Όσο πιο ανταγωνιστικό είναι το πρωτάθλημα τόσο το καλύτερο. Δηλαδή εγώ δεν είμαι της γνώμης ότι θα ήθελα να πάω σε ένα πρωτάθλημα το οποίο ξέρω ότι θα το κερδίσω, αλλά είμαι της άποψης να τρέχω κάπου δύσκολα κι ας τερματίζω 15ος ή 20ος. Αυτό όμως θα με κάνει καλύτερο αναβάτη και θα με ανεβάσει επίπεδο.

M: Ωραία, πάμε λίγο και σε πιο χαλαρές ερωτήσεις. Ποιος είναι ο αγαπημένος σου αγαπημένος και γιατί;

ΓΠ: Αυτή τη στιγμή είναι ο Quartararo. Ο αγαπημένος μου αναβάτης γενικά είναι ο Rossi, ο καλύτερος αναβάτης είναι ο Marquez. Ο Rossi ανέβασε την δημοφιλία του MotoGP κατακόρυφα, ο Marquez είναι ο καλύτερος αναβάτης ever και τον Quartararo τον ακολουθώ από την αρχή της καριέρας του, είναι ένας εξαιρετικός αναβάτης, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει.

M: Τι κάνεις όταν δεν δουλεύεις και δεν είσαι στο εξωτερικό για αγώνες;

ΓΠ: Όπως είπα και πριν σίγουρα θα έχω μία προπόνηση μέσα στη μέρα μου. Εκτός αυτού, δεν μου αρέσει να κάθομαι πολύ στο σπίτι, μου αρέσει να πηγαίνω για καφέ, για μία βόλτα, για φαγητό και προσπαθώ να κρατάω μία ισορροπία γενικότερα.

M: Θέλω τώρα να μου πεις τρία επίθετα που χαρακτηρίζουν τον πατέρα σου τον Νίκο Περιστερά και τρία για τον νονό σου τον Άλεξ Παπαγεωργίου;

ΓΠ: Τρία επίθετα είναι πολύ λίγα για να χαρακτηρίσουν και τους δύο. Και οι δύο ήταν δίπλα μου σε όλη μου τη ζωή, όχι μόνο στην καριέρα μου. Οπότε θα πω από μία λέξη έτσι που μου έρχεται τώρα, ο πατέρας μου τρελός και ο νονός μου κοντός. Από εκεί και πέρα, δεν μπορώ να εκφράσω το πόσο πολύ με έχουν στηρίξει και το πως μου έχουν φερθεί και οι δύο.

M: Για τον νονό σου, θα μας πεις κανένα μυστικό που μπορεί και κερδίζει αγώνες στα 51 του;

ΓΠ: Ο νονός μου δεν σταματάει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται συνεχώς, ακούγοντας παράλληλα και την ομάδα του. Εμένα μου φαίνεται πραγματικά απίστευτο, το ότι είναι 51 χρονών κι επειδή ξέρω πώς δουλεύει όλη μέρα, αλλά κάνει και προπόνηση όποτε μπορεί και πάει στο εξωτερικό και κερδίζει αγώνες.

M: Ποια είναι η σχέση σου με τον πολυπρωταθλητή Ελλάδας Σάκη Συνιώρη;

ΓΠ: Είναι ο αγωνιστικός μου πατέρας. Τον Σάκη τον ήξερα προφανώς από όταν ήμουν παιδί. Μετά θυμάμαι την πρώτη φορά που ο πατέρας μου κανόνισε να με προπονήσει ο Σάκης και ο πατέρας μου πριν συναντηθούμε μου έλεγε να είμαι σοβαρός, μάλιστα μου είχε δώσει και ένα μπλοκάκι για να σημειώνω ό,τι μου πει και όταν συναντηθήκαμε ο Σάκης έκανε συνέχεια χαβαλέ και αστεία (γέλια). Από εκείνη τη μέρα και μετά κάναμε εντατικές προπονήσεις σχεδόν κάθε μέρα, με κυνηγούσε για να κάνω τρέξιμο, αλλά εγώ δεν ήθελα (γέλια). Στο οδηγικό κομμάτι όμως τα βρίσκαμε μια χαρά, εκτός από τη γυμναστική.

Εκτός από τον Σάκη, με βοήθησαν ο πατέρας μου φυσικά, ο Γιάννης Μπούστας και ο Λευτέρης Πίππος. Από όλους τους έχω πάρει πράγματα, όχι μόνο οδηγικά αλλά και σε χαρακτήρα και στην ουσία έχω συλλέξει τα θετικά τους και τα έχω εφαρμόσει σε μένα και ήταν πολύ καλό που δεν έμεινα με έναν μόνο προπονητή.

M: Κλείνοντας τη συνέντευξη, θα ήθελα να μου πεις μία ιστορία που δεν έχεις ξαναπεί δημόσια, μπορεί να είναι μία αστεία ιστορία, ένα ευτράπελο, κάτι που σου έχει μείνει.

ΓΠ: Θα πω μία ιστορία από όταν έτρεχα στην Ιταλία το 2024. Βρίσκομαι στην Ίμολα για τον τελευταίο αγώνα της σεζόν και την Πέμπτη στα δοκιμαστικά έχω σπάσει το ρεκόρ πίστας, την Παρασκευή συνεχίζω στο ίδιο μοτίβο και Σάββατο ήταν τα χρονομετρημένα και στόχευα στο να κάνω πάλι ρεκόρ. Να σημειωθεί πως εγώ έμενα σε ένα σπίτι μισή ώρα μακριά από την πίστα και συνήθως ερχόταν ο Roccoli (Πολυπρωταθλητής Ιταλίας και ιδιοκτήτης της ομάδας που έτρεχε ο Γιάννης τότε) και με έπαιρνε το πρωί και κάποιος από την ομάδα με γυρνούσε το απόγευμα. Την Παρασκευή ήρθε κλασσικά να με πάρει, όμως εγώ είχα αργήσει να ξυπνήσω και τον έστησα πέντε λεπτά. Μου λέει λοιπόν πως το Σάββατο θα είναι έξω από την πόρτα μου στις 7:32 π.μ. ακριβώς, αν δεν είμαι εκεί δεν θα με περιμένει και θα φύγει. Το Σάββατο το πρωί λοιπόν μου στέλνει μήνυμα πως σε ένα λεπτό θα είναι εκεί, εγώ όμως εκείνη την ώρα βούρτσιζα τα δόντια μου και με το που τελειώνω μαζεύω γρήγορα τα πράγματά μου και βγαίνω έξω από το σπίτι. Με το που βγαίνω όμως στον δρόμο, βλέπω το βανάκι του που έφευγε, ξεκινάω λοιπόν και τρέχω, όμως εκείνος δεν σταματούσε και μετά από λίγο μου στέλνει μήνυμα πως θα πρέπει να είμαι σωστός στην ώρα μου και να μην αργώ και πως αυτό είναι ένα μάθημα. Μετά μάλιστα μου στέλνει άλλο ένα μήνυμα που μου έλεγε πως ξέρει πως θα πάρω την pole position ακόμα κι αν έρθω στο δεύτερο session!

Εμένα εκείνη την ώρα με έπιασε απελπισία και άρχισα να κλαίω. Ξεκινάω λοιπόν και ψάχνω που έχει τρένο κοντά και τρέχω με τα πράγματά μου μέχρι τον σταθμό. Με το που φτάνω όμως βλέπω πως έχουν ακυρωθεί όλα τα δρομολόγια εκείνη τη μέρα. Ξεκινάω να τρέχω πάλι πηγαίνοντας προς την πόλη και βρίσκω έναν Ιταλό που δεν ήξερε όμως αγγλικά, συνεννοούμαστε με τα χίλια ζόρια και μου καλεί ταξί. Εντέλει πλήρωσα 100 ευρώ στο ταξί, έφτασα 20 λεπτά πριν τα χρονομετρημένα και έκανα ρεκόρ πίστας και πήρα και την pole position!