Η Brembo αγόρασε μετοχές της Pirelli!

Δεσμοί αίματος
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

3/4/2020

Πείτε το δεσμούς αίματος ή όπως αλλιώς θέλετε, όμως οι δύο ιταλικές εταιρείες – Brembo και Pirelli – έρχονται πιο κοντά η μία στην άλλη, με την κορυφαία εταιρεία φρένων να ανακοινώνει την εξαγορά του 2,43% των μετοχών της Pirelli. Και για όσους πιστεύουν ότι πρόκειται για ένα μικρό ποσοστό, να αναφέρουμε ότι αναλογεί σε 74 εκατομμύρια ευρώ!

Παρότι η είδηση μπορεί να εντυπωσιάσει μερικούς, η κίνηση της Brembo δεν ξάφνιασε καθώς ήταν μέσα στους στόχους της να συγχωνευτεί και να αποκτήσει μετοχές άλλων εταιρειών αντίστοιχου βεληνεκούς. Από την πλευρά της η Pirelli προχώρησε γρήγορα στην ανακοίνωση της ενίσχυσης της θέσης της στην παγκόσμια αγορά μέσα απ’ τα κέρδη των πωλήσεων των μετοχών της και παράλληλα διέψευσε τις όποιες συζητήσεις υπήρξαν για την συγχώνευσή τους. “Δεν υπάρχουν πλάνα συγχώνευσης με την Brembo. Η εταιρεία φρένων προχώρησε σε μια επένδυση και είμαστε χαρούμενοι για την επιλογή της”, τόνισε ο CEO της Pirelli, Marco Tronchetti Provera. Παράλληλα πρόσθεσε πως έμαθε για την κίνηση της Brembo όταν η συναλλαγή είχε ήδη ολοκληρωθεί και πώς δεν την θεωρεί απειλή για την εταιρεία του αλλά την εμπιστεύεται.

Έχουν υπάρξει διάφορες συζητήσεις ότι η επένδυση της Brembo στην Pirellli θα μπορούσε να οδηγήσει στην συγχώνευση των δύο εταιρειών για τη δημιουργία ενός ιταλικού ονόματος απόλυτα εξιδεικευμένου σε τελευταίας τεχνολογίας προϊόντα για τα οχήματα. Μπορεί το σενάριο να είναι αρκετά ενδιαφέρον και η βιομηχανία των οχημάτων να έχει δεχτεί πολλά πλήγματα απ’ τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, όμως οι δύο ιταλικές εταιρείες δεν επηρεάζονται από αυτό ώστε να είναι απαραίτητη η συγχώνευση για την επιβίωσή τους σε καμία περίπτωση. Τώρα το αν τελικά θα γίνει κάτι τέτοιο, θα φανεί εν καιρώ.

Ιταλία: Δικαστική ανατροπή στη νομοθεσία για οδήγηση και ναρκωτικά

Το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας ανέτρεψε νόμο του Matteo Salvini και δικαίωσε 39χρονο που είχε κατηγορηθεί για οδήγηση μετά από χρήση κάνναβης
drug test
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

3/2/2026

Τον Δεκέμβρη του 2024 ο Ιταλός υπουργός Μεταφορών, Matteo Salvini, είχε εισάγει μια σημαντική αλλαγή στο άρθρο 187 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας που αφορούσε οδήγηση και ναρκωτικές ουσίες. Η αλλαγή περιγράφεται γλαφυρά από τον τίτλο του άρθρου 187, όπου η ‘οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών’ αντικαταστάθηκε από ‘οδήγηση μετά τη χρήση ναρκωτικών’.

Η επιλογή της φρασεολογίας αυτής άνοιγε παραθυράκια για ενδεχομένως άδικες διώξεις, κυρίως όσον αφορά στην ανίχνευση ουσιών που αφήνουν ίχνη στον ανθρώπινο οργανισμό για μέρες μετά τη λήψη τους. Αυτό το ζήτημα μάλιστα δεν αφορά μόνο στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, αλλά θα μπορούσε να βάλει σε μπελάδες και λήπτες φαρμακευτικών αγωγών.

Η ανατροπή του νόμου αυτού ήρθε πριν λίγες μέρες μέσω του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, στο οποίο προσέφυγε 39χρονος οδηγός που είχε κατηγορηθεί για ‘οδήγηση μετά από χρήση ναρκωτικών’ μετά από έλεγχο που του έγινε όταν ενεπλάκη σε ατύχημα επιστρέφοντας από τη δουλειά του. Ο κατηγορούμενος είχε καπνίσει κάνναβη 48 ώρες πριν τον έλεγχο, ωστόσο βρέθηκε αντιμέτωπος με πολύ σοβαρές κατηγορίες βάσει του άρθρου 187.

Στο δικαστήριο η απόφαση ήταν σαφής: για να τιμωρηθεί ο οδηγός θα πρέπει να επιβεβαιωθεί επιστημονικώς πως το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας που ανιχνεύτηκε στο σώμα του προκαλεί ψυχοσωματικές αλλαγές, δηλαδή απλά και μόνο η εύρεση ιχνών στον οργανισμό δεν αρκεί για καταδίκη.

Ωστόσο πρέπει να τονίσουμε πως εμπλέκεται αρκετή υποκειμενικότητα στο θέμα, καθώς δεν υπάρχουν ιατρικώς καθορισμένα όρια στη μετρήσιμη ποσότητα των απαγορευμένων ουσιών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το δικαστήριο έκανε λόγο γι’ αυτό ακριβώς το θέμα, αναφέροντας πως σκοπός της νομοθεσίας είναι να προστατεύσει την οδική ασφάλεια και πως ένας οδηγός που φαίνεται να έχει διαύγεια σκέψης και δεν οδηγούσε επικίνδυνα δεν μπορεί να διωχθεί βάσει αυτής της διάταξης του ΚΟΚ.

Με την απόφαση αυτή λοιπόν ουσιαστικά ανατρέπεται η αλλαγή στο άρθρο 187 που είχε κάνει ο Salvini.

Εν τέλει, το ασαφές όριο μεταξύ της ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό και της οδήγησης υπό την επήρεια ανάγει το όλο θέμα στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου.