Η πρωτότυπη 916 του Massimo Tamburini στο μουσείο της Ducati

Μια μοτοσυκλέτα με μεγάλη ιστορία
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

1/8/2019

Η συγκεκριμένη Ducati δεν είναι μια οποιαδήποτε 916, αλλά το πρωτότυπο που ανήκει στον ίδιο τον σχεδιαστή της, τον Massimo Tamburini και που πάνω σε αυτό εργάστηκε για να δημιουργηθεί μετέπειτα η μοτοσυκλέτα παραγωγής. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα απ' τα τρία πρωτότυπα, το οποίο τώρα δεσπόζει στο μουσείο της Ducati, συμπληρώνοντας το παζλ της ιστορίας της μέσα στο χρόνο. Η έκθεση του πρωτότυπου πραγματοποιήθηκε εν όψει του εορτασμού των 25 χρόνων απ’ τη δημιουργία της 916 και για να πραγματοποιησεί το εγχείρημα η Ducati συνεργάστηκε με τη κόρη του πασίγνωστου Ιταλού σχεδιαστή Tamburini, την Simona.

Μέσα απ’ τη συνεργασία τους όμως αποκαλύφθηκαν και ορισμένα μυστικά γύρο απ’ την διαδικασία της εξέλιξης της 916. Συγκεκριμένα, η Simona Tamburini ανέφερε πως αυτό το πρωτότυπο είναι απ’ τα τρία πάνω στα οποία εργάστηκε ο πατέρας της μέχρι να μπει στη γραμμή παραγωγής η 916 το 1994, η οποία παραμένει μέχρι και σήμερα  μια απ’ τις πιο ποθητές μοτοσυκλέτες σε όλο τον κόσμο. Τόσο το πλαίσιο όσο και το φαίρινγκ της, εξελίχθηκαν στην άσφαλτο του Rimini και τις πίστες των Misano και Mugello και ιδίως για το δεύτερο όχι μέσα στην αεροσύραγγα που είχε στη διάθεσή του ο Tamburini. Πέρασε πάνω από μισή δεκαετία μελετώντας και την τελευταία λεπτομέρεια πάνω στην μοτοσυκλέτα -για την ακρίβεια έξι χρόνια-, μέχρι να την "τελειοποιήσει".

Το συγκεκριμένο πρωτότυπο, εμφανισιακά βρίσκεται πιο κοντά στα πρότυπα της SP έκδοσης, καθώς δεν διαθέτει φλας και τα πλαστικά της είναι σχεδόν όλα κατασκευασμένα από carbon fiber. Οι εισαγωγές του αέρα, το φιλτροκούτι, το εμπρός φτερό, τα τελικά των εξατμίσεων και η βάση πινακίδας είναι κατασκευασμένα όλα από ανθρακόνημα, ενώ το μονόμπρατσο ψαλίδι και οι ζάντες με τις πέντε ακτίνες (σε αντίθεση με το μοντέλο παραγωγής που είχε τρείς) είναι από μαγνήσιο. Επίσης, απ’ τον πίνακα των οργάνων απουσιάζει ο χιλιομετρητής, ενώ διαθέτει μόνο ταχύμετρο και ένδειξη για τη θερμοκρασία του υγρού. To πρωτότυπο του Tamburini  θα κοσμεί το μουσείο της Ducati μέχρι τις 15 Ιανουαρίου του 2020.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.