Η "Rideology" της Kawasaki δεν είναι A.I.

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

2/9/2016

Τις τελευταίες μέρες, διάφορα site του εξωτερικού, ανακυκλώνουν την είδηση πως η Kawasaki επενδύει στην τεχνητή νοημοσύνη για τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας, ωστόσο τα πράγματα είναι λίγο, έως πολύ πιο απλά, κι ακόμα λιγότερο συναρπαστικά. Καταρχήν την είδηση έβγαλε πρώτο ένα αμερικάνικο site, από εκείνα που υπάρχουν μονάχα για να ανεβάζουν δελτία τύπου και με τη σειρά του στηρίχτηκε σ’ ένα μικροσκοπικό άρθρο από την σελίδα που διατηρεί η ίδια η Kawasaki στην Ιαπωνία, γραμμένο στα Ιαπωνικά. Το συγκεκριμένο άρθρο της Kawasaki δεν είναι καινούριο, υπάρχει από τον περασμένο Μάιο και απλά τώρα το ανακάλυψαν οι Αμερικάνοι. Εκεί αναφέρεται η πρόθεση της εταιρίας να ενώσει τις διαφορετικές ρυθμίσεις για την χαρτογράφηση, την συμπεριφορά ηλεκτρονικά ρυθμιζόμενων αναρτήσεων και την απόκριση του γκαζιού, κάτω από μία ομάδα ρυθμίσεων και μία από αυτές τις ομάδες θα αυτορυθμίζεται, προσαρμόζοντας τις λειτουργίες στο οδηγικό στυλ του αναβάτη.

Σκοπός είναι να αισθάνεται ότι η μοτοσυκλέτα του είναι μοναδική, ότι ξεχωρίζει από το ίδιο ακριβώς μοντέλο που μπορεί να βρει παρκαρισμένο δίπλα του σε μία καφετέρια, και η κίνηση αυτή της Kawasaki αποτελεί κομμάτι μίας ενιαίας πολιτικής στο marketing. Για την πολιτική αυτή μάλιστα έφτιαξαν έναν νέο όνομα, που έχει εν μέρει ελληνική ρίζα: Rideology, η ιδεολογία δηλαδή της οδήγησης μοτοσυκλέτας…

Το Rideology είναι παλαιότερος όρος της Kawasaki και έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, αλλά η ιδέα της αυτορρύθμισης της μοτοσυκλέτας είναι καινούρια και για να την προωθήσει η Kawasaki, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει βαρύγδουπους όρους, όπως «Τεχνητή Νοημοσύνη», «Εποχή της πληροφορίας», «Διασυνδεδεμένα συστήματα» κ.α.

Στην πραγματικότητα, μονάχα η Yamaha θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, γιατί μονάχα η Yamaha δουλεύει πραγματικά στην οδήγηση μοτοσυκλέτας με Τεχνητή Νοημοσύνη: Με το Motobot, που το MOTO ήταν το πρώτο περιοδικό εκτός Ιαπωνίας, που συνομίλησε με τον δημιουργό του, δίνοντάς σας όλες τις πληροφορίες που ακόμα και τώρα, μήνες μετά, δεν υπάρχουν αλλού! Αυτό πάνω στο οποίο εργάζεται τελικώς η Kawasaki, είναι κάτι καινούριο ως σύνολο αλλά καθόλου πρωτοποριακό και επί μέρους υπάρχει ήδη στην παραγωγή από άλλες εταιρίες.

Πρώτη και καλύτερη η Aprila, που στις αναρτήσεις του Caponord είδαμε για πρώτη φορά την εξαφάνιση των χαρτών λειτουργίας, καθώς προσαρμόζονταν μόνες τους στην κατάσταση του δρόμου, αλλά και στο οδηγικό στιλ του αναβάτη. Από εκεί και πέρα μίας μορφής προσαρμοστικότητας μπορείς να αναγνωρίσεις στο DCT της Honda, που κάποιες από τις καταστάσεις λειτουργίας του αλλάζουν σύμφωνα με τον ρυθμό οδήγησης, όμως τίποτα από όλα αυτά δεν μπορείς να το χαρακτηρίσεις τεχνητή νοημοσύνη και φυσικά δεν γίνεται να ισχυριστείς ότι αυτό που ίσως κάποτε βγάλει στην παραγωγή η Kawasaki είναι κάτι αντίστοιχο.

Ο όρος «Τεχνητή Νοημοσύνη» έχει φτάσει να χρησιμοποιείται πολύ εύκολα, κυρίως για λόγους marketing, επειδή στο άκουσμά του ο κόσμος αντιδρά άμεσα. Ναι κάποια στιγμή, ίσως φτάσουμε στην εποχή που οι μοτοσυκλέτες θα μπορούν να περάσουν με ευκολία το τεστ του Alan Turing, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να γίνει μέσα στην εποχή που όλοι εμείς θα οδηγούμε μοτοσυκλέτα…

Η ιδέα να οδηγείς μία μοτοσυκλέτα, αυτή να καταλαβαίνει ποιες ρυθμίσεις σου ταιριάζουν με βάση μία μεγάλη σειρά παραμέτρων, ακόμα κι από την χροιά της φωνής σου - και μετά να μπορείς να αποθηκεύσεις αυτή την «προσωπικότητα» στο cloud για να την φορτώσεις στην επόμενη μοτοσυκλέτα σου, ακούγεται ελκυστική! Φτάνει να μπορέσεις να την ακούσεις κατανοώντας την πορεία της τεχνολογίας και να έχεις διάθεση να μάθεις κάτι καινούριο, πριν την αφορίσεις χωρίς επιχειρήματα. Γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν σημαίνει ότι θα κάθεσαι σε μία μοτοσυκλέτα που θα οδηγεί μόνη της ή που δεν σε αφήνει να ευχαριστηθείς την «αυθεντική» οδήγηση!

Το άρθρο που ανέβασε η Kawasaki στην Ιαπωνική σελίδα της και μετέφρασαν οι Αμερικάνοι με την «βοήθεια» της Google, μπορεί να αναφέρει πράγματι τον όρο «Τεχνητή Νοημοσύνη» -τον γράφει και στα αγγλικά άλλωστε- αλλά εννοεί απλά μία ομάδα ρυθμίσεων, που επιλεκτικά ο αναβάτης αποφασίζει να ενεργοποιήσει όποτε εκείνος θέλει. Το μόνο που μπορεί να αλλάξει σε σχέση με τα όσα ξέρουμε ήδη, είναι ένας ακόμα τρόπος να διαλέγεις ρυθμίσεις στην μοτοσυκλέτα σου, δηλαδή να την αφήσεις «να σε μάθει», και τίποτα περισσότερο από αυτό… Θα είναι ωραίο να το δοκιμάσουμε στην πράξη, αν το δούμε κάποτε στην παραγωγή!

H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία

Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
MV Agusta Bonhams 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

28/4/2026

Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.

Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.

Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.

Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.

Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960. 

Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.

MV Agusta Bonhams 2026

Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.

Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.

Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο. 

Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.