Ιαπωνία: Αντικαθιστά τα Honda CB400 Super Four με BMW F900XR η αστυνομία της Osaka
Πρώτη εισαγόμενη μοτοσυκλέτα για την Ομάδα Sky Blue
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
30/3/2026
Με BMW F900XR θα εξοπλιστεί ως αποκλειστική μοτοσυκλέτα περιπολίας η μονάδα “Sky Blue”, η ειδική αστυνομική ομάδα μοτοσυκλετών της Περιφέρειας Osaka που ασχολείται με την καταπολέμηση του εγκλήματος στους δρόμους της ιαπωνικής πόλης.
Πρόκειται για την πρώτη φορά στην Osaka που εισαγόμενη μοτοσυκλέτα χρησιμοποιείται ως περιπολικό, με την πλήρη ένταξη σε λειτουργία να είναι προγραμματισμένη εντός του έτους. Η προηγούμενη μοτοσυκλέτα της ομάδας αυτής ήταν η θρυλική Honda CB400 Super Four και πάντως ακούγεται πολύ περίεργο να ανακοινώνεται η αντικατάστασή της ακριβώς την εποχή που παρουσιάστηκε το νέο μοντέλο CB400 Super Four στην Ιαπωνία.
Η μονάδα “Sky Blue” λειτουργεί από το 1997 με στόχο την πρόληψη εγκλημάτων όπως οι κλοπές τσαντών και οχημάτων. Χαρακτηρίζεται από το μπλε χρώμα των μοτοσυκλετών της και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην κινητικότητα και την ευελιξία μέσα σε στο αστικό περιβάλλοn, διαφοροποιούμενη από τις κοινές αστυνομικές μοτοσυκλέτες που συναντώνται στην Ιαπωνία.
Η νέα F900XR προσφέρει εξαιρετικές δυνατότητες sport οδήγησης, άνεση και προηγμένα συστήματα ασφαλείας, ιδανικά για τις ανάγκες περιπολίας και καταπολέμησης του εγκλήματος.
Η F900XR εξοπλίζεται με παράλληλο δικύλινδρο κινητήρα 895 κυβικών και προηγμένα συστήματα ασφαλείας, όπως ABS Pro, Traction Control και αυτόματο έλεγχο σταθερότητας, με το πλήρες πακέτο εξοπλισμού να υποστηρίζει την χρήση στην πρόληψη εγκλημάτων σε στενούς δρόμους και σοκάκια.
Η μοτοσυκλέτες έχουν βαφτεί σε βαθύ μπλε χρώμα και φέρουν μεγάλους φάρους και προστατευτικά κάγκελα εμπρός και πίσω. Αν και πρόκειται για την πρώτη εισαγόμενη μοτοσυκλέτα που χρησιμοποιείται στην Osaka, η BMW F900XR χρησιμοποιείται ήδη από το 2024 στην Τόκιο από τη μονάδα “Yellow Bikes” για την ασφάλεια σε κάποια πολυσύχναστα σημεία της πρωτεύουσας.
Η λειτουργία των “Μπλε Μοτοσυκλετών» με την F900XR θα ξεκινήσει επισήμως μέχρι το τέλος του 2026, ενισχύοντας την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των περιπολιών.
H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία
Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/4/2026
Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.
Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.
Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Mike Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε GIacomo Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.
Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον John Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.
Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ, το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta, έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood και ως σύνολο είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αν και είχε αποχωρήσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα, ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν, πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960". Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της MV Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.
Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.
Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.
Ο μοναδικός στην ιστορία Παγκόσμιος Πρωταθλητής MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία και την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική, αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη MV Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με τη συμπατριώτισσά της Ferrari, για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.