Ήδη έχουμε γράψει για την τελευταία ταινία του James Bond, "No Time to Die", στην οποία πέρα από τον γνωστό ηθοποιό Daniel Craig, πρωταγωνιστούν και ένα Triumph Scrambler 1200 κι ένα Tiger 900 με μερικά πραγματικά εντυπωσιακά και ριψοκίνδυνα stunts.
Την ώρα όμως που κινηματογραφούσαν τις επικίνδυνες σκηνές στην Matera, στα νότια της Ιταλίας, η ομάδα του συνεργείου αντιμετώπισε τον χειρότερο φόβο των κασκαντέρ για τα πλάνα με τις μοτοσυκλέτες: γλιστερά, πλακόστρωτα, στενά δρομάκια.
Προκειμένου να ξεπεράσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα, ο Daniel Craig πρότεινε την ιδέα να καταβρέξουν τους δρόμους όπου θα γινόντουσαν τα γυρίσματα με Coca Cola, προκειμένου να γίνει η επιφάνειά τους λιγότερο γλιστερή.
Η παραγωγή το έκανε και δεν άνοιξε μάλιστα απλώς μερικά κουτάκια του διάσημου αναψυκτικού, αλλά ξόδεψαν σχεδόν 55.000 λίρες (60.000 ευρώ!) για να χύσουν περίπου 41.000 λίτρα στους δρόμους όλης της πόλης. Μόλις στέγνωσε το υγρό από τον δυνατό ιταλικό ήλιο, αυτό που έμεινε ήταν ένα κολλώδες υπόλειμμα πάνω από τους –πρώην- γλιστερούς δρόμους. Ήταν αυτό ακριβώς που ήθελε ο stunt rider της παραγωγής, Paul Edwards για να ολοκληρώσει τις πιο παράτολμες σκηνές της ταινίας. Όπως φαίνεται κι από τις φωτογραφίες από τα γυρίσματα, ο Edwards και η τύπου Triumph Scrambler 1200 (που στην ουσία είναι ένα μεταμφιεσμένο Honda CRF400) κάνει ένα απίστευτο άλμα πάνω από έναν ψηλό τοίχο της πόλης.
Για να πραγματοποιηθεί το άλμα, ο Edwards έπρεπε να φτάσει στη ράμπα με ταχύτητα 100km/h, ώστε να προσγειωθεί με ασφάλεια από την άλλη μεριά του τοίχου. To Total Film, ένα περιοδικό που ασχολείται με τις κινηματογραφικές παραγωγές, ανέφερε επίσης ότι ένα από τα παράπλευρα οφέλη του χυμένου αναψυκτικού, ήταν ότι έκανε τους δρόμους να δείχνουν πεντακάθαροι μόλις το ξέπλυναν από πάνω τους, όπως δήλωσε και ο επικεφαλής των stunt riders, Lee Morison.
H πολυτιμότερη MV Agusta όλων των εποχών - Έπιασε 5πλάσιο ποσό από τις εκτιμήσεις σε δημοπρασία
Με πρώην ιδιοκτήτη τον John Surtees! - Παγκόσμια Πρωταθλήτρια το 1965 - Την οδήγησαν Hailwood - Agostini
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
28/4/2026
Η κορυφαία των MotoGP της εποχής της έπιασε ένα ποσό που έκανε τους ειδικούς εκτιμητές να μοιάζουν με ερασιτέχνες στον τελευταίο χτύπο του σφυριού στη δημοπρασία που διοργάνωσε ο οίκος Bohnams.
Σπάνια βλέπει κανείς εργοστασιακή αγωνιστική MV Agusta να προσφέρεται σε δημοπρασία, αφού όσες έχουν απομείνει είτε βρίσκονται σε κάποιο μουσείο, είτε σε κάποια ιδιωτική συλλογή. Η προσφορά είναι εξαιρετικά σπάνια λοιπόν και η ζήτηση τεράστια, όμως ακόμη και αυτό δεν προϊδέασε κανένα για το ποσό που χρειάστηκε τελικά να δοθεί για να αλλάξει χέρια η 500άρα αγωνιστική Agusta του 1965, για την οποία σας μιλήσαμε πριν από δύο περίπου μήνες.
Πρόκειται για τη μοτοσυκλέτα με την οποία ο Hailwood κέρδισε το τελευταίο από τα τέσσερα σερί πρωταθλήματα για την Agusta στην κορυφαία κατηγορία πριν αποχωρήσει για τη Honda, αφήνοντας το No.1 στους αναβάτες των Ιταλών στον ομόσταυλό του και ανερχόμενο τότε Agostini, τον οποίο και άφησε εκείνη τη χρονιά στη δεύτερη θέση της παγκόσμιας κατάταξης.
Η γνήσια εργοστασιακή μοτοσυκλέτα αγοράστηκε από τον Surtees τη 10ετία του 1980 όταν πωλήθηκαν τα υπάρχοντα του αγωνιστικού τμήματος της MV Agusta και ο μέχρι πρότινος ιδιοκτήτης της την έκανε δικιά του το 2005 απευθείας από τον Βρετανό θρύλο.
Τα εξαρτήματα της μοτοσυκλέτας που κατάφερε να αποσπάσει το ποσό του 1.115.594 ευρώ -το μεγαλύτερο που έχει δοθεί ποτέ για MV Agusta- έχουν άγνωστο αγωνιστικό ιστορικό, ενώ πιστεύεται ότι με αυτή αγωνίστηκε το 1965 τόσο ο Ago όσο και ο Hailwood, ενώ ως σύνολο είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές που χρησιμοποιούσε η εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Αν και είχε αποχωρίσει τέσσερα χρόνια πριν από την ομάδα ο Surtees την αγόρασε γιατί, όπως έγραψε και σε σχετική επιστολή του προς τον άνθρωπο που την αγόρασε από αυτόν πρόκειται για "...μια εξέλιξη του ίδιου τύπου μηχανής που οδηγούσα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1960." Η συγκεκριμένη μάλιστα ήταν και η μοναδική που κράτησε το εργοστάσιο ως ολοκληρωμένη μοτοσυκλέτα από τις 4κύλινδρες εκείνης της εποχής και έπειτα πούλησε, εκτός από εκείνες που κατέληξαν στο μουσείο της Agusta, το οποίο και πιστοποίησε τη γνησιότητά της.
Η μοτοσυκλέτα πέρασε από σχολαστική ανακατασκευή διατηρώντας τη συντριπτική πλειοψηφία των γνήσιων εξαρτημάτων της, εκτός από το κάλυμμα της σέλας που αντικαταστάθηκε και τα δύο αμορτισέρ που είναι αντιγραφές των αυθεντικών. Ξεχωρίζει επίσης από το τετραγωνικής διατομής ψαλίδι, το οποίο ήταν μία από τις τελευταίες αναβαθμίσεις που έκανε η MV Agusta σε αυτή τη μηχανή -το προηγούμενο ήταν οβάλ.
Στην επιστολή ο Surtees αναφέρει επίσης πως όλες οι λεπτομέρειες, όπως οι πλήμνες, οι ακτίνες, οι ζάντες, μαζί με την υπόλοιπη μοτοσικλέτα, είναι όλα πρωτότυπα.
Η μοτοσυκλέτα χρησιμοποιήθηκε από τον μοναδικό στην ιστορία Παγκόσμιο Πρωταθλητή MotoGP που έχει καταφέρει να κερδίσει και τον αντίστοιχο τίτλο στη Formula 1 σε επιδείξεις σε όλη την Ευρώπη και στη Νέα Ζηλανδία, και ότι την οδήγησε τελευταία φορά στη συνάντηση Spa Francorchamps Revival το 2006. Δεν θα πρέπει επίσης να συγχέεται με τις ρέπλικες που έφτιαξε ο Surtees έπειτα και από τη σχετική άδεια που του παραχώρησε η MV Agusta. Η μοτοσυκλέτα είναι λειτουργική αλλά θα χρειαστεί εκ νέου συντήρηση για να οδηγηθεί καθώς έμεινε ανενεργή για μεγάλη χρονική περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση το ποσό που έπιασε στη δημοπρασία η 4κύλινδρη Agusta δικαιώνει το προσωνύμιό "Ferrari των μοτοσυκλετών" που έχει κερδίσει από το κοινό, όχι μόνο για τα 37 Παγκόσμια Πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει. Το κοινό πάθος που είχαν οι Domenico Agusta και Enzo Ferrari για τους αγώνες αλλά και το γεγονός ότι κατασκεύαζαν μοντέλα για τον δρόμο ώστε να τα πουλήσουν για να χρηματοδοτήσουν τα αγωνιστικά τους όνειρα ήταν ίσως το κύριο από τα συστατικά που συντέλεσαν στο χτίσιμο του μύθου της MV Agusta και την έφεραν στη συνείδηση του κοινού στο ίδιο επίπεδο με την συμπατριώτισσα της Ferrari για τα αγωνιστικά της οποίας ξοδεύονται αστρονομικά ποσά στις δημοπρασίες.