James Bond stunts: Coca-Cola για κράτημα!

Μια εξωφρενική πατέντα για πρόσφυση
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

19/10/2020

Ήδη έχουμε γράψει για την τελευταία ταινία του James Bond, "No Time to Die", στην οποία πέρα από τον γνωστό ηθοποιό Daniel Craig, πρωταγωνιστούν και ένα Triumph Scrambler 1200 κι ένα Tiger 900 με μερικά πραγματικά εντυπωσιακά και ριψοκίνδυνα stunts.

Την ώρα όμως που κινηματογραφούσαν τις επικίνδυνες σκηνές στην Matera, στα νότια της Ιταλίας, η ομάδα του συνεργείου αντιμετώπισε τον χειρότερο φόβο των κασκαντέρ για τα πλάνα με τις μοτοσυκλέτες: γλιστερά, πλακόστρωτα, στενά δρομάκια.

Προκειμένου να ξεπεράσουν τα συγκεκριμένα προβλήματα, ο Daniel Craig πρότεινε την ιδέα να καταβρέξουν τους δρόμους όπου θα γινόντουσαν τα γυρίσματα με Coca Cola, προκειμένου να γίνει η επιφάνειά τους λιγότερο γλιστερή.

Η παραγωγή το έκανε και δεν άνοιξε μάλιστα απλώς μερικά κουτάκια του διάσημου αναψυκτικού, αλλά ξόδεψαν σχεδόν 55.000 λίρες (60.000 ευρώ!) για να χύσουν περίπου 41.000 λίτρα στους δρόμους όλης της πόλης. Μόλις στέγνωσε το υγρό από τον δυνατό ιταλικό ήλιο, αυτό που έμεινε ήταν ένα κολλώδες υπόλειμμα πάνω από τους –πρώην- γλιστερούς δρόμους. Ήταν αυτό ακριβώς που ήθελε ο stunt rider της παραγωγής, Paul Edwards για να ολοκληρώσει τις πιο παράτολμες σκηνές της ταινίας. Όπως φαίνεται κι από τις φωτογραφίες από τα γυρίσματα, ο Edwards και η τύπου Triumph Scrambler 1200 (που στην ουσία είναι ένα μεταμφιεσμένο Honda CRF400) κάνει ένα απίστευτο άλμα πάνω από έναν ψηλό τοίχο της πόλης.

Για να πραγματοποιηθεί το άλμα, ο Edwards έπρεπε να φτάσει στη ράμπα με ταχύτητα 100km/h, ώστε να προσγειωθεί με ασφάλεια από την άλλη μεριά του τοίχου. To Total Film, ένα περιοδικό που ασχολείται με τις κινηματογραφικές παραγωγές, ανέφερε επίσης ότι ένα από τα παράπλευρα οφέλη του χυμένου αναψυκτικού, ήταν ότι έκανε τους δρόμους να δείχνουν πεντακάθαροι μόλις το ξέπλυναν από πάνω τους, όπως δήλωσε και ο επικεφαλής των stunt riders, Lee Morison.

Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.