KTM: Ξεκίνησε την παραγωγή των 790 στις Φιλιππίνες

Η Ασία γίνεται πλέον η καρδιά του μοτοσυκλετισμού
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

1/6/2021

Είναι πλέον ξεκάθαρο πως όλοι οι κατασκευαστές δικύκλων έχουν στρέψει τα επιχειρησιακά τους πλάνα  στις  αγορές της Ασίας, όπου όχι μόνο είναι τεράστιες σε αριθμό πωλήσεων, αλλά τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται ραγδαία και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, με τις πωλήσεις ακριβότερων και τεχνολογικά προηγμένων μοντέλων να αυξάνονται.

Ήδη τα ιαπωνικά εργοστάσια παράγουν σε αυτές τις χώρες μοντέλα έως και 650 κυβικά (κυρίως για εξαγωγή) και φέτος ήρθε η σειρά της KTM να ξεκινήσει την παραγωγή των 790 Duke και 790 Adventure / Adventure R στο εργοστάσιό της στις Φιλιππίνες, όπως έως τώρα κατασκεύαζε τα μονοκύλινδρα 125/200/390 Duke και RC για την τοπική αγορά.

Προφανώς τα 790 που κατασκευάζονται στις Φιλιππίνες δεν προορίζονται για εξαγωγή στις ευρωπαϊκές αγορές, αφού ως γνωστόν έχουν παρουσιαστεί τα καινούρια 890 Duke και Adventure.

Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως σε πολλές χώρες της Ασίας οι νομοθεσίες και η φορολογία κάνουν πρακτικά αδύνατη την εισαγωγή μοτοσυκλετών μεγάλου κυβισμού. Ακόμα και στην Ινδία που συνεργάζεται πιο στενά με τις αναπτυγμένες χώρες στον εμπορικό τομέα, υπάρχουν νόμοι και φορολογικά εμπόδια που κάνουν ασύμφορη την εισαγωγή μεγάλων μοτοσυκλετών. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως η Suzuki έστησε εκεί γραμμή συναρμολόγησης των Hayabusa ώστε να παρακάμψει τους τοπικούς φόρους εισαγωγής και το ίδιο κάνει η Kawasaki για τα μεγάλου κυβισμού μοντέλα της.

  

Τουλάχιστον 31 εκατομμύρια ευρώ σε έναν χρόνο από πρόστιμα για κράνος – Παραβάτης ένας στους 10

Η καμπάνια ‘Μηδενική ανοχή στη μη χρήση κράνους’ συμπλήρωσε έναν χρόνο και η Αστυνομία εξέδωσε τον απολογισμό της
sym ttlbt
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

9/7/2026

Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τον Ιούνιο του 2025 και έκτοτε έχει ξεκινήσει ένα σαφάρι μπλόκων και ελέγχων από την Αστυνομία, με τη χρήση κράνους να συνιστά μια ξεχωριστή περίπτωση, καθώς συνοδεύεται από εβδομαδιαία δελτία Τύπου με τα σχετικά ευρήματα.

Κάνοντας λοιπόν τον απολογισμό της, η ΕΛ.ΑΣ. ανακοίνωσε χτες, Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026, πως στη διάρκεια του χρόνου αυτού έγιναν 974.582 έλεγχοι και μέσω αυτών βεβαιώθηκαν 95.603 παραβάσεις για μη χρήση κράνους.

Αυτό σημαίνει πως χοντρικά ένας στους δέκα δεν φορούσε κράνος, το 9,8% για την ακρίβεια.

Η ανάλυση των ευρημάτων μας λέει πως 84.943 παραβάσεις βεβαιώθηκαν σε αναβάτες δικύκλων – με 3.054 εξ αυτών εργαζόμενους ως διανομείς – και άλλες 10.660 αφορούσαν επιβάτες σε δίκυκλα.

Στο άθροισα συγκαταλέγονται και 15.940 αναβάτες ΕΠΗΟ (Ελαφριά Προσωπικά Ηλεκτρικά Οχήματα), για τους οποίους το κράνος είναι επίσης υποχρεωτικό, αλλά το πρόστιμο μόλις 30 ευρώ.

Με έναν απλό υπολογισμό (παραβάσεις επί πρόστιμα, υπολογίζοντας διπλά για τους συνεπιβάτες καθώς πληρώνει πρόστιμο γι’ αυτούς και ο αναβάτης), προκύπτει μια σούμα τουλάχιστον 31.582.700 ευρώ.

Λέμε ‘τουλάχιστον’ διότι δεν αποκλείεται κάποιοι εκ των παραβατών να είναι υπότροποι, κάτι που σημαίνει πως τα πρόστιμα γι’ αυτούς θα είναι πολύ αυστηρότερα. Θυμίζουμε πως βάσει του νέου ΚΟΚ, η πρώτη υποτροπή επισύρει χίλια ευρώ πρόστιμο, ενώ από τη δεύτερη και μετά πέφτουν διχίλιαρα.

Για κάθε μια από τις δεκάδες χιλιάδες παραβάσεις αυτές, οι αναβάτες έχασαν και το δίπλωμα οδήγησής τους για 30 μέρες, ενώ σε περιπτώσεις υποτροπής το διάστημα αυτό πολλαπλασιάζεται σε έξι μήνες για την πρώτη και έναν χρόνο για κάθε επόμενη. Μάλιστα από την πρώτη υποτροπή απαιτείται επανάληψη εκπαίδευσης και εξέτασης για να επιστραφεί το δίπλωμα, αυξάνοντας κι άλλο τη λυπητερή.

Από τα εβδομαδιαία δελτία Τύπου της ΕΛ.ΑΣ. μπορούμε ακόμη να δούμε πως υπάρχει μια ελαφρά περιοδική διακύμανση που δίχως άλλο συνδέεται με την εποχή του χρόνου, αλλά και την εκάστοτε συγκυρία (λ.χ. γιορτές και αργίες).

Ο αριθμός των αστυνομικών ελέγχων ακολουθεί μια ανάλογη διακύμανση, καθώς τον Χειμώνα έχουμε κατά μέσο όρο 15 με 16.000 ελέγχους, ενώ τους καλοκαιρινούς μήνες ο αριθμός αυτός ξεπερνά με συνέπεια τους 20.000.

Έτσι το ποσοστό παραβατών ανά ελέγχους επιδεικνύει μια σχετική σταθερότητα, κυμαινόμενο μεταξύ 6 και 10%, με τις μεγαλύτερες τιμές να σημειώνονται τους ζεστούς μήνες του χρόνου και τις μικρότερες τους κρύους.