MOTO & BIKE EXIF με παρονομαστή Scrambler SV650!

Πρώτα εσείς και μετά οι Ευρωπαίοι
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

2/10/2017

Στο προηγούμενο τεύχος είχαμε το GSX-R 1000R να μονοπωλεί το ενδιαφέρον, όμως τα δύο SV 650 που φιλοξενούσαμε μερικές σελίδες παρακάτω ήταν εκείνα που τράβηξαν την προσοχή των Ευρωπαίων. Συγκεκριμένα, το κορυφαίο site για “φτιαγμένα” αυτή την στιγμή είναι το BIKE EXIF και διάλεξε να παρουσιάσει στο κοινό του το Scrambler SV 650 που έφτιαξε η ελληνική αντιπροσωπεία της Suzuki, σε συνεργασία με την (επίσης ελληνική βιοτεχνία) C-Racer. Φυσικά ανταποκριθήκαμε στην κλίση να τους στείλουμε υλικό για την δική τους δημοσίευση. Όπως ήδη γνωρίζετε όσοι διαβάσατε το άρθρο μας, όλα τα αξεσουάρ που μεταμορφώνουν το SV650 σε Scrambler είναι διαθέσιμα για όλο τον κόσμο από τα καταστήματα της Suzuki στην Ελλάδα, ενώ για τους υπόλοιπους Ευρωπαίους υπάρχει η δυνατότατα παραγγελίας τους μέσω της Parts Europe και των συνεργατών της.

πρόκειται λοιπόν για μία εξαγωγική δραστηριότητα στον τομέα του customizing με ελληνική υπογραφή και στήριξη!

Το άρθρο του Bike EXIF έχει συνέντευξη με τον Αντώνη Καπετάνιο της C-Racer που μιλά για τις προκλήσεις και το σκεπτικό πίσω από τον σχεδιασμό όλων των αξεσουάρ που αποτελούν το κιτ της… μεταμόρφωσης. Επίσης ο αρθρογράφος τονίζει την ατολμία της Suzuki να εμπλακεί πιο δυναμικά στο χώρο του customizing και ευχαριστεί τους Έλληνες που έφτιαξαν μια τέτοια πρόταση, αφού το SV650X που θα παρουσιαστεί στο Τόκιο ως μοντέλο παραγωγής είναι café-racer και όχι Scrambler…

 

Οι δύο μοτοσυκλέτες που δοκιμάσαμε για το τεύχος 574 θα βρίσκονται στην έκθεση EICMA του Μιλάνου τον επόμενο μήνα, στο ίδιο hall με τα περίπτερα της KTM, BMW και της DNA.

Για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν το τεστ μας, μπορούν να το κάνουν τώρα… με scroll-down!

--- αναδημοσίευση από την έντυπη έκδοση του MOTO, τ.574 ---

Παρουσίαση Suzuki SV 650 Scrambler / Café racer
 
Του ΜπάμπηΜέντη
Φωτό: Θανάσης Κουτσογιάννης

Customizing αλά ελληνικά

 

Οι Έλληνες δεν είμαστε λαός που χαρακτηρίζεται από την υπομονή. Τις περισσότερες φορές τα θέλουμε όλα, εδώ και τώρα και αυτό έχει συνήθως αρνητικές επιπτώσεις στη συμπεριφορά και στον τρόπο σκέψης μας. Όμως κάποιες φορές, όταν αυτή η ανυπομονησία συνδυαστεί με την δημιουργικότητα, τότε μπορούμε να ανταγωνιστούμε τους πάντες, σε πολύ υψηλό επίπεδο. Αύτη είναι περιληπτικά η ιστορία των SV 650 Scrambler και Café Racer που φιλοξενούμε σε τούτες τις σελίδες

 

Όταν ηSuzuki έδειξε στο ευρωπαϊκό κοινό το ολοκαίνουριο SV 650, είχε δίπλα του στο σταντ της έκθεσης δύο “πειραγμένα” SV 650. Το ένα ήταν εμπνευσμένο από τα Scrambler των 60ies και το άλλοαπό τα Café Racer των 70ies. Καθόλου περίεργη κίνηση από τη μεριά του ιαπωνικού εργοστασίου, αφού η μόδα της εποχής θέλει κάθε εταιρεία να έχει στη γκάμα της μια μοτοσυκλέτα με neoretroαισθητικήή τουλάχιστον μία που να μπορεί εύκολα και με λογικό κόστος να αποτελέσει βάση για αισθητικές μετατροπές. Μάλιστα η Suzuki είχε υποσχεθεί από τότε, ότι όλα τα αξεσουάρ που είχαν εκείνες οι δύο μοτοσυκλέτες της έκθεσης, θα ήταν διαθέσιμα σε κάθε τοπικό κατάστημα.

Όμως από έναν λαό που έχει την υπομονή να φτιάχνει σπαθιά, σφυρηλατώντας ένα-ένα λεπτά φύλλα ατσαλιού, ο χρόνος κυλάει διαφορετικά σε σχέση με έναν λαό που το πιο μακρόπνοοπλάνο του είναι… τι θα φάει αύριο. Όχι ότι αυτό αποτελεί δικαιολογία για την μεγάλη καθυστέρηση της Suzuki να έχει έτοιμη προς πώληση την πλήρη γκάμα αξεσουάρ που υποσχέθηκε. Ουσιαστικά έχασε το momentumκαι όταν μιλάμε για εμπόριο και μόδες, η σωστή στιγμή που βγάζεις στην αγορά ένα προϊόν είναι το παν. Κάπου εδώ στην ιστορία μας αναλαμβάνουν δράση οι Έλληνες, πηγαίνοντας το SV 650 στο σταθμό πριν φύγει το τρένο που λέγεται neoretro.

Κάτι περισσότερο από μόδα

Όπως είναι φυσικό, τον τελευταίο καιρό οδηγάμε όλο και πιο συχνά “φτιαγμένα” μηχανάκια. Κάποια από αυτά είχαν μετατροπές τύπου Φρανκενστάιν, με μηχανικά μέρη που κάποιος μάζεψε από την άκρη του δρόμου και κάποια άλλα ήταν πανάκριβες κατασκευές oneoff, με εξωτικά υλικά και χιλιάδες εργατοώρες. Παρά την τεράστια διαφορά στο κόστος κατασκευής τους, σχεδόν όλα είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Ήταν μοτοσυκλέτες που φτιάχτηκαν για να δείχνουν ωραίες, να σε κάνουν να αισθάνεσαι όμορφα όταν κάθεσαι πάνω τους, αλλά στον τομέα της συμπεριφοράς και της χρήσης τους ως μοτοσυκλέτες και όχι ως αξεσουάρ, κάθε άλλο παρά βελτιωμένες ήταν. Αυτό εδώ το SV 650 Scrambler είναι από τις ελάχιστες εξαιρέσεις του παραπάνω κανόνα. Όχι ότι δεν υπάρχουν ακόμα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης, αλλά σίγουρα είναι πολύ καλύτερο στην οδήγηση από την μοτοσυκλέτα που βασίζεται, η οποία έτσι κι αλλιώς είναι από τις καλύτερες στην κατηγορία της σε αυτόν τον τομέα. Οπότε εδώ, έχω την χαρά να γράψω για πραγματικές βελτιώσεις και όχι μόνο αισθητικές.

Θα ξεκινήσω με την άνεση, όπου είναι το πιο χτυπητό μειονέκτημα του SV 650 λόγω του πολύ λεπτού αφρώδους υλικού της σέλας. ΣτοScramblerμας η άνεση ήταν απείρως καλύτερη, καθώς είχε πιο αφράτη σέλα (γνήσιο αξεσουάρ της Suzuki) και φυσικά διαφορετική θέση οδήγησης λόγω της αλλαγής του τιμονιού (ασύμμετρης διατομής Renthalαπό SuzukiGSX-S1000, με καβαλέτα Rizzoma). Το αποτέλεσμα είναι μια ελαφρώς πιο όρθια θέσης οδήγησης, με επίσης ελαφρώς πιο φυσιολογική θέση για τα χέρια σου, αφού πλέον οι αγκώνες δεν ακουμπούν στα πλευρά σου σαν να είσαι δεκαεξάχρονος παπάκιας.

Βάζω στα θετικά που δεν έγινε υπερβολικά όρθια η στάση του σώματος, διότι κάτι τέτοιο θα είχε επιπτώσεις στην πίεση του αέρα που θα έσπρωχνε το σώμα σου στους ανοιχτούς δρόμους. Έτσι η νέα θέση οδήγησης εξακολουθεί να είναι ευχάριστη μέχρι τα 130-140km/h, ενώ παράλληλα προσφέρει σαφώς καλύτερο έλεγχο της μοτοσυκλέτας στις χαμηλές ταχύτητες της πόλης. Μαζί με την τεράστια διαφορά στο κράτημα που προσφέρουν στους γλιστερούς δρόμους τα PirelliMT 60 RS σε σύγκριση με τα ελαστικά του εργοστασίου, το SV 650 Scramblerέχει αποκτήσει ικανότητες supermoto! Το αυξημένο κράτημα των ελαστικών βελτίωσε και την λειτουργία του ABS, όπου πλέον κάνει σπάνια αισθητή την παρουσία του και για ελάχιστα χρονικά διαστήματα.

Βέβαια τα normal φρένα εξακολουθούν να μην έχουν το αρχικό δάγκωμα που θα έπρεπε και τουλάχιστον δύο δάκτυλα στη μανέτα είναι απαραίτητα για ένα καλό φρενάρισμα. Λίγο ψάξιμο με κάποιας άλλης σύνθεσης τακάκια, νομίζουμε ότι θα φέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα.Άλλωστε δεν θέλεις τρελό δάγκωμα από τα φρένα, αφού κάτι τέτοιο θα ενεργοποιούσε αμέσως το ABS όποτε έμπαινες σε χωματόδρομο. Ναι, ο χωματόδρομος δεν είναι απαγορευμένος για τούτο το SV 650 και στη φωτογράφηση ομολογώ ότι το διασκέδασα κιόλας κάνοντας παντιλίκια. Σε καμιά περίπτωση δεν θα βγάλει MEGATESTαλώβητο όπως έκανε το V-Strom 650, αλλά μερικά χιλιόμετρα χωματόδρομου τα βγάζεις εύκολα. Τα προστατευτικά καλύμματα του ψυγείου και των κάρτερ/εξάτμισης της C-Racer (όλα τους handmadeinGreece!) θα κρατήσουν ασφαλή τα ζωτικά όργανα του κινητήρα.

Café… Fighter

Η περίπτωση του μπλε SV 650 είναι κάπως πιο περίπλοκη από του μαύρου. Εδώ τα πράγματα δεν είναιευδιάκριτα, τόσο από αισθητικής άποψης, όσο και από θέμα συμπεριφοράς. Το αρχικό σκεπτικό ήταν σίγουρα βασισμένο προς την neoretro μόδα, όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι περισσότερο μοντέρνο. Στις φωτογραφίες ίσως είναι πιο εύκολο να διακρίνεις τα Café Racerστοιχεία, όμως όταν έρθεις σε οπτική επαφή μαζί του και κυρίως όταν το οδηγήσεις, μάλλον θα το αποκαλέσεις streetfighter.

Ο στρογγυλός προβολέας, τα στρογγυλά καθρεπτάκια στις άκρες του τιμονιού και το κλασσικού σχήματος ρεζερβουάρ προσπαθούν να κρατήσουν τα προσχήματα.Όμως η ουρά με τα διπλά LED φώτα, ο μπλε-άσπρος χρωματισμός, τα ψηφιακά όργανα, η τάπα αεροπορικού τύπου, τα billetκλιπόν με τις ρυθμιζόμενες αγωνιστικέςμανέτες, τα αγωνιστικάμαρσπιέκαι το τελικό της Yoshimura φωνάζουν με όλη τους τη δύναμη GSX-R. Αυτό δεν είναι καθόλου κακό!

Το SV 650 έχει ένα θαυμάσιο πλαίσιο για πραγματική σπορ οδήγηση και του αξίζει να το αναδείξεις ακόμα περισσότερο με στοχευμένες μετατροπές. Φυσικά εδώ η άνεση δεν ήταν προτεραιότητα και η θέση οδήγησης είναι πολύ πιο επιθετική από της normalμοτοσυκλέτας. Τόσο τα χαμηλά και κλειστά κλιπόν, όσο και τα τραβηγμένα πίσω και πάνω μαρσπιέ, έχουν αλλάξει δραματικά την εργονομία. Η στενή σκληρή σέλα παρέμεινε ως είχε, οπότε από τα πρώτα μέτρα καταλαβαίνεις ότι έχεις να κάνεις με μια γνήσια σπορ μοτοσυκλέτα. Το τελικό της εξάτμισης είχε πάνω του την τάπα που το κάνει νόμιμο για τον δημόσιο δρόμο και ανέβαζε την ένταση του ήχου τόσο, όσο χρειαζόταν.

Η σκυφτή θέση οδήγησηςκάνει πιο εύκολη υπόθεση την οδήγηση με ταχύτητες άνω των 160km/h, ενώ τα μαρσπιέ και η εξάτμιση αυξάνουν τα περιθώρια κλίσης από την δεξιά μεριά, όπου η normalμοτοσυκλέτα εξαντλούσε εύκολα, ακόμα και στο δρόμο. Τούτο το SV 650 είναι έτοιμο για να απολαύσεις ένα trackday. Σχεδόν έτοιμο δηλαδή, αφού σε αυτή την περίπτωση τα φρένα ίσως χρειαστούν κάτι περισσότερο από διαφορετικά τακάκια. Παρ' όλα αυτά, ακόμα κι αν η οδήγηση σε πίστα δεν είναι μέσα στη λίστα με τα δέκα πράγματα που θα ήθελες να κάνεις πριν βγεις στη σύνταξη, το μπλε SV έχει αυτό το “κάτι” που σε κάνει να νοιώθεις όμορφα όταν βολτάρεις μαζί του. Ίσως ήταν το γεγονός ότι στο δρόμο δείχνει πολύ ακριβότερη μοτοσυκλέτα απ' ό,τι είναι. Ίσως να ήταν η αίσθηση ότι οδηγείς κάτι που κανένας άλλος δεν έχει. Πραγματικά δεν μπορώ να βρω έναν χρηστικό επιχείρημα υπέρ του μπλε SV για κάποιον που δεν σκοπεύει να μπει (έστω και περιστασιακά) σε πίστα, όμως αν με ρωτάγανε πιο από τα δύο θα ήθελα να έχω, το μπλε θα διάλεγα! Ίσως αυτό να εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την επιτυχία του customizing τα τελευταία χρόνια. Είναι από τα ελάχιστα πράγματα στις μέρες μας, που όταν σε ρωτάνε "γιατί αυτό, γιατί εκείνο, γιατί το άλλο", μπορείς χωρίς κανένα δισταγμό να απαντήσεις: "Γιατί έτσι μου αρέσει!" Σε ο,τιδήποτε άλλο κάνεις στη ζωή σου θα πρέπει να έχεις τουλάχιστον δέκα λογικά επιχειρήματα να υπερασπιστείς τον εαυτό σου για να μην σε λιθοβολήσουν…

 

SV 650 “Scrambler”

ΤιμόνιRenthal (Suzuki GSX-S 1000)
ΚαβαλέταRizzoma
ΚαρίναC-Racer
NumberPlane C-Racer
ΣέλαSuzuki Accessories
ΦλαςSuzuki Accessories
ΒάσηπινακίδαςC-Racer
Προστατευτικά ψυγείου C-Racer
Προστατευτική ποδιά C-Racer
Προστατευτικό προβολέα C-Racer

 

SV 650“Café Racer”

ΤιμόνιCG
ΜανέτεςCG
ΚαρίναC-Racer
NumberPlaneCG
ΣέλαSuzuki Accessories
ΦλαςSuzuki Accessories
Βάση πινακίδαςC-Racer
Προστατευτικά ψυγείου C-Racer/CG
Προστατευτική ποδιά (καρίνα) CG
Εξάτμιση (Slip-on) Yoshimura (SuzukiAccessories)

 

Ετικέτες

Δημοπρασία της θρυλικής MV Agusta 500c 1965 των Agostini - Hailwood

Ένα πολύτιμο κομμάτι ιστορίας σε τιμή που θα πλησιάσει τις 250.000 ευρώ
MV Agusta - Δημοπρασία θρύλου
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

13/2/2026

Ο οίκος Bonhams βγάζει σε δημοπρασία μια ιστορική και δαφνοστεφανωμένη αγωνιστική μοτοσυκλέτα, την τετρακύλινδρη MV Agusta 500 του 1965 που σημάδεψε την αλλαγή σκυτάλης στην κορυφή, από τον πρώην απλησίαστο Mike “the bike” Hailwood, στον τότε ανερχόμενο 22χρονο αστέρα και κατόπιν θρύλο των αγώνων Giacomo Agostini ο οποίος θα κατακτούσε 7 συνεχόμενους Παγκόσμιους Τίτλους με τις μοτοσυκλέτες του κόμη Agusta.

Ο κόμης Agusta είχε αναγνωρίσει σωστά το μεγάλο ταλέντο του “Ago”, ενώ ο Hailwood που μέχρι τότε κέρδιζε χωρίς ανταγωνισμό καβάλα στις κόκκινες-ασημί ιταλικές μοτοσυκλέτες -για 4 χρόνια είχε μόνο νίκες, χάνοντας την πρωτιά μόλις σε 3 αγώνες! Στο ντεμπούτο του στην τετρακύλινδρη Agusta ο Ιταλός τερμάτισε 2ος πίσω από τον Hailwood στους πρώτους 5 αγώνες του 1965, κερδίζοντας τον 6ο, και κάνοντας τον “Mike the bike” να αλλάξει στρατόπεδο, για να περάσει στη Honda. Άδικος κόπος, η δύση του Hailwood είχε ξεκινήσει, με την εποχή του Agostini να κρατάει γερά για τα επόμενα 7 χρόνια.

MV Agusta 500

Η τετρακύλινδρη μοτοσυκλέτα των 497 κ.εκ. του 1965 είχε δυο εκκεντροφόρους επικεφαλής, 4 βαλβίδες στον κύλινδρο, και συμπίεση 10,4:1. Ο κινητήρας τροφοδοτούνταν από 4 Dell’Orto 28άρια καρμπιρατέρ, ο συμπλέκτης ήταν ξηρός πολύδισκος, και το κιβώτιο είχε 5 σχέσεις. Η ανακοινώσιμη απόδοση έφτανε τους 65 hp / 10.500 rpm και η τελική ταχύτητα τα 261 χλμ/ώρα. Το συμβατικό πιρούνι ήταν 38 mm, και πίσω έφερε δυο αμορτισέρ Girling. Ταμπούρα ήταν τα φρένα εμπρός-πίσω, στα 230 και 220 mm αντίστοιχα, και στους τροχούς 19 ιντσών η μοτοσυκλέτα φορούσε ελαστικά 100/90 Roadrunner της Avon. To βάρος έφτανε τα μόλις 138,8 κιλά με υγρά!

Ago

Τη μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας οδήγησε τόσο ο Agostini, όσο και ο και Hailwood, συμβάλλοντας στη σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της MV Agusta στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα εκείνης της περιόδου.

Ago and Mike

Η τετρακύλινδρη διάταξη προσέφερε κορυφαία απόδοση, δίνοντας στην MV Agusta σαφές πλεονέκτημα απέναντι στους μονοκύλινδρους και δικύλινδρους ανταγωνιστές της. Ο κινητήρας τοποθετούνταν σε ελαφρύ σωληνωτό πλαίσιο, ενώ η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να θεωρείται -δικαίως- και σήμερα μία από τις σημαντικότερες και ομορφότερες GP μοτοσυκλέτες που κατασκευάστηκαν ποτέ.

Η χρυσή εποχή του Giacomo Agostini με την MV Agusta

Ago

Το 1964 ο κόμης Agusta είχε στραμμένο το βλέμμα του σε έναν νεαρό Ιταλό αναβάτη: τον Giacomo Agostini, ο οποίος είχε ξεχωρίσει με τη Moto Morini και υπέγραψε με την MV Agusta. Δεν μπορούσε ακόμη να ανταγωνιστεί τον Mike Hailwood, που κέρδιζε σχεδόν όλους τους αγώνες και συχνά έριχνε γύρο σε όλους τους υπόλοιπους αναβάτες -εκτός από τον Agostini. Η MV Agusta έστειλε τον Ago στη Φινλανδία, όπου είχε ακόμη πιθανότητες για τον τίτλο των 350cc, καθώς ο πρωτοπόρος Jim Redman (Honda) δεν μπορούσε να ξεκινήσει λόγω τραυματισμού. Ο Agostini συμμετείχε και στον αγώνα των 500cc στη Φινλανδία -και τον κέρδισε .

Η πρώιμη επιτυχία του τον οδήγησε στην εργοστασιακή ομάδα της MV Agusta για το 1965, όπου θα αγωνιζόταν στις κατηγορίες 350cc και 500cc για την επόμενη δεκαετία. Στα 22 του, ξεκίνησε εντυπωσιακά, τερματίζοντας δεύτερος και στις δύο κατηγορίες πίσω από τον teammate και μέντορά του, Mike Hailwood.

MV Agusta 500

Το 1966 ο Hailwood μετακινήθηκε στη Honda, αφήνοντας τον Agostini ως πρώτο αναβάτη της MV Agusta. Αν και έχασε τον τίτλο των 350cc, ο Ago κατέκτησε το πρώτο του Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στα 500cc, κερδίζοντας δραματικά τον τελευταίο αγώνα της χρονιάς όταν ο Hailwood εγκατέλειψε. Το 1967 οι δύο μονομάχησαν ξανά, με τον Agostini να διατηρεί οριακά τον τίτλο -ισοβαθμώντας σε βαθμούς και νίκες με τον Hailwood, αλλά υπερισχύοντας χάρη σε περισσότερες δεύτερες θέσεις.

Κι αν μέχρι τότε υπήρχε κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Ago και Hailwood, τα επόμενα χρόνια ο Agostini πέρασε σε άλλο επίπεδο, κυριαρχώντας απόλυτα όπου κι αν αγωνιζόταν. Το 1968 ο “Ago” κέρδισε όλους τους αγώνες που έτρεξε σε 350cc και 500cc, ενώ το 1969 επανέλαβε τον ίδιο άθλο, και το 1970 το έκανε ξανά!

Το σερί έσπασε στο Isle of Man TT του 1971, όταν η MV Agusta του Ago έμεινε στον πρώτο γύρο του Junior TT. Μέχρι τότε είχε κερδίσει… 58 (!) συνεχόμενους αγώνες -26 στα 350cc και 32 στα 500cc. Αν εξαιρέσουμε λίγες εγκαταλείψεις το ’71 και ’72, ο Agostini κέρδισε κάθε αγώνα που τερμάτισε σε διάστημα πέντε ετών, με μόλις δύο εξαιρέσεις!

Ago

Ο Agostini αποσύρθηκε το 1977, αφήνοντας πίσω του εξωπραγματικά στατιστικά:

  • Επτά συνεχόμενα Παγκόσμια Πρωταθλήματα 500cc (1966–1972)
  • Επτά συνεχόμενα Πρωταθλήματα 350cc (1968–1974)
  • Ένα ακόμη Πρωτάθλημα 500cc το 1975 με Yamaha, φτάνοντας τα 15 συνολικά.

Και όλα ξεκίνησαν, με τη μοτοσυκλέτα που ο οίκος Bonhams βγάζει τώρα σε δημοπρασία, και που αναμένεται να πωληθεί στα 180.000-250.000 ευρώ.