MV Agusta: Πέντε μήνες χωρίς παραγωγή – Φήμες για εξαγορά από CFMOTO με ορίζοντα MotoGP και το αγκάθι QJMOTOR

Από το ρεκόρ του 2023 ως την μείωση πωλήσεων κατά 54% του 2025 τα σκωτσέζικα ντους επέστρεψαν στη Schiranna
mv-agusta
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

7/9/2026

Τον Νοέμβριο του 2022 έγινε γνωστή η εξαγορά της MV Agusta από τον Όμιλο Pierer, ο οποίος απέκτησε το 50,1% της ιταλικής εταιρείας και ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα αναδιοργάνωσής της. Στόχος ήταν να αυξηθεί η παραγωγική ικανότητα της MV σε 15.000 μοτοσυκλέτες ετησίως και, μέσω του δικτύου προμηθειών αλλά και πωλήσεων της ΚΤΜ, να ανεβάσει σημαντικά τις ετήσιες πωλήσεις της. Ο πρώτος δημοσίως ανακοινωμένος στόχος ήταν να φτάσει στις 4.000 πωλήσεις τον χρόνο, με ορίζοντα τις 12.000, ως είχε δηλώσει ο τότε νέος πρόεδρος του ΔΣ της MV, Hubert Trunkenpolz - πρόκειται για ιδρυτικό μέλος της ΚΤΜ, καθώς το Τ στο όνομα προέρχεται από το επώνυμό του.

Το 2023 είχε κλείσει πανηγυρικά για την MV Agusta, αναφέροντας τζίρο 133 εκατομμυρίων ευρώ και κέρδη 11 εκατομμυρίων, επίδοσή που δεν είχε ξαναπετύχει ποτέ στην ιστορία της.

Όλα αυτά ανατράπηκαν έναν χρόνο αργότερα, όταν στα τέλη του 2024 η ΚΤΜ βρέθηκε προ του φάσματος της χρεωκοπίας και σύντομα η εξαγορά της MV Agusta αναστράφηκε, καθώς ο Όμιλος Pierer επέστρεψε το ποσοστό μετοχών του στην οικογένεια Sardarov - του Black Ocean Group που κατείχε την εταιρεία από το 2017 – χάνοντας αρκετά λεφτά, αλλά και έχοντας καθαρίσει την MV από χρέη.

Παρόλα αυτά ωστόσο, η αφαίρεση από την εξίσωση των προμηθευτών της ΚΤΜ, αλλά και του δικτύου πωλήσεών της, είχε άμεση επίπτωση στην MV Agusta, οι επιδόσεις της οποίας τόσο σε πωλήσεις όσο και σε τζίρο βαίνουν σταθερά μειούμενες από το 2024 και μετά, ξυπνώντας εκ νέου φημολογίες περί χρεωκοπίας.

Το 2025 σημείωσε μείωση πωλήσεων της τάξης του 54,3% ενώ φέτος η MV Agusta πούλησε ως και τον Ιούλιο μόλις 1.238 μοτοσυκλέτες, κάνοντας τον στόχο των 4.000 να μοιάζει με όνειρο απατηλό.

Στο μεταξύ, με την επιστροφή των μετοχών στην MV Agusta διορίστηκε νέος διευθύνων σύμβουλος ο Luca Martin, με τον Trunkenpolz να παραμένει στο Δ.Σ. αναλαμβάνοντας το δύσκολο έργο εύρεσης νέων οικονομικών συμμάχων για την MV.

Παρέα με στελέχη της ελβετικής Circular Economy AG, επενδυτικής εταιρείας που επίσης κατείχε μικρό μετοχικό ποσοστό στην MV Agusta, o Trunkenpolz πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του 2025 αναζητώντας νέους στρατηγικούς επενδυτές, επικεντρώνοντας τις προσπάθειές του κατά κόρον στην Κίνα με τη συνδρομή της συνεργάτιδας της ΚΤΜ, CFMOTO.

Σύμφωνα με έγκυρες αναφορές του ιταλικού Τύπου, ο Trunkenpolz επιχείρησε να συνδέσει τις βλέψεις για MotoGP των MV Agusta και CFMOTO, προτείνοντας την εξαγορά της πρώτης από τη δεύτερη και κοινή είσοδο στο κορυφαίο πρωτάθλημα Ταχύτητας του κόσμου. Πέρυσι μάλιστα η CFMOTO φερόταν ως έτοιμη να αποκτήσει το 49% της MV Agusta, με πρόβλεψη για απόκτηση μεγαλύτερου μεριδίου στη συνέχεια και οι δύο πλευρές είχαν υπογράψει σχετικό μνημόνιο συνεργασίας.

Η νέα ανατροπή ήρθε μετά την EICMA 2025, όταν o Timur Sardarov διέκοψε τη συνεργασία με τη Circular Economy, σχέση που πλέον έχει οδηγηθεί στα δικαστήρια, ενώ οι Κινέζοι αποσύρθηκαν από τη σχεδιαζόμενη εξαγορά με πληροφορίες να αναφέρουν πως οι οικονομικές απαιτήσεις των Ιταλών κρίθηκαν ως υπερβολικές.

Αυτό μάλλον ρίχνει τίτλους τέλους και στο σενάριο κοινής καθόδου στο MotoGP των CFMOTO και MV Agusta, παρότι είναι δεδομένο πως και οι δύο εταιρείες ονειρεύονται και σχεδιάζουν την παρουσία τους στο παγκόσμιο πρωτάθλημα.

Ένα πρόβλημα είναι η πρόθεση των Κινέζων να επενδύσουν σε δική τους μοτοσυκλέτα για το MotoGP και όχι να τρέξουν με ιταλική βάση, αλλά προέκυψε ένα ακόμη αγκάθι που πιθανότατα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο τέλος των συζητήσεων περί Grand Prix. Η MV Agusta έχει εδώ και μερικά χρόνια μια συμφωνία συνεργασίας με την QJMOTOR, βάσει της οποίας οι Κινέζοι έχουν αδειοδοτηθεί να χρησιμοποιήσουν κινητήρες των Ιταλών σε μοτοσυκλέτες τους, προσφέροντας παράλληλα πρόσβαση στο εμπορικό δίκτυο της QJ ως γερό πάτημα στην αχανή αγορά της Κίνας.

Ο εσωτερικός ανταγωνισμός των CFMOTO και QJMOTOR στην Κίνα ήταν αυτός που έχρισε ως αδύνατη την αγωνιστική συνεργασία της πρώτης με την MV Agusta και πιθανότατα έπαιξε μικρό ή μεγάλο ρόλο και στην απόρριψη του σχεδίου εξαγοράς της ιταλικής εταιρείας.

Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, η MV Agusta αντιμετωπίζει ακόμη σοβαρά προβλήματα με την εφοδιαστική της αλυσίδα, καθώς πολλοί έμποροι στην Ευρώπη δηλώνουν πως δεν έχουν δει ούτε μια καινούργια μοτοσυκλέτα το 2026, ενώ αναφέρουν και μεγάλες ελλείψεις σε ανταλλακτικά. Το γεγονός επιβεβαίωσε ο Γερμανός εισαγωγέας της MV δηλώνοντας πως, “άκουσα ανεπίσημα πως η παραγωγή σχεδιάζεται να επανεκκινήσει τον Οκτώβριο, στο μεταξύ δεν έχω ούτε μια καινούργια μοτοσυκλέτα, ούτε καν Brutale 1000, παρά μόνο demo μοντέλα και μεταχειρισμένα. Επίσης δεν έχω παραλάβει ανταλλακτικά εδώ και δύο μήνες…”

Θεωρεί όμως πως δεν υπάρχει κίνδυνος να κλείσει η MV Agusta και πως είναι απλά θέμα χρόνου να βρεθεί η οικονομική υποστήριξη που θα την επαναφέρει σε τροχιά κερδοφορίας, όπως το 2023 και 2024.

Η πραγματικότητα στη Schiranna περιγράφει μια δυσάρεστη εικόνα, με την παραγωγή να έχει πρακτικά σταματήσει από τον Απρίλιο και κυκλοφορούν πληροφορίες για ανεξόφλητες οφειλές σε προμηθευτές. Μια παρτίδα μοτοσυκλετών που είχαν σταλεί στην Αυστρία θα αποδεσμευτεί για πώληση σε Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία – χώρες που έχουν κοινό αντιπρόσωπο τη γερμανική MV Agusta Operations GmbH με έδρα στην Κολωνία – αλλά για τον υπόλοιπο κόσμο δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο από το προϋπάρχον στοκ, όπου και όσο υπάρχει, καθώς το εργοστάσιο δεν έχει τίποτε να τους δώσει σε αυτή τη φάση.

O Trunkenpolz διαφώνησε με τον Sardarov μετά τη διακοπή συνεργασίας με τη Circular Economy και παραιτήθηκε από τη θέση του στο διοικητικό συμβούλιο της MV Agusta στις 20 Ιουλίου 2026, την ώρα που η γραμμή παραγωγής παραμένει σβηστή επί πέντε μήνες και οι εργαζόμενοι στη Schiranna κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου φοβούμενοι απώλεια των 185 θέσεων εργασίας.

Αμέσως μετά την περσινή EICMA και την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με τη CFMOTO, η MV Agusta ανέθεσε την εύρεση χρηματοδοτών στον Γερμανό Markus Hüter, ιδιοκτήτη της Restart AG που ειδικεύεται στην αναδιοργάνωση εταιρειών που φλερτάρουν με τη χρεωκοπία, ωστόσο ούτε η δική του συνδρομή έχει φέρει αποτέλεσμα ως σήμερα.

Η διοίκηση από την πλευρά της καθησυχάζει πως δεν υπάρχει περίπτωση χρεωκοπίας και πως το μέλλον της MV Agusta είναι εξασφαλισμένο, αλλά τα τρέχοντα δεδομένα δείχνουν αισθητά πιο δυσοίωνα. Σύμφωνα με αναφορές του ιταλικού Τύπου, η MV φέρεται να έχει δημιουργήσει ξανά χρέος δεκάδων εκατομμυρίων, ενώ υπάρχουν δημοσιεύματα πως έχει ήδη καταθέσει αίτημα υπαγωγής σε καθεστώς διαχείρισης, κάτι που, αν αληθεύει, επιβεβαιώνει τους φόβους των εργαζόμενων της.

Το μόνο σίγουρο είναι πως οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι για την επιβίωση και το μέλλον της MV Agusta.

MotoCAP: Βήματα πίσω κάνει ο προστατευτικός ρουχισμός αναβάτη - Τι δείχνουν οι δοκιμές ασφάλειας

Μειώνεται αντί να αυξάνεται η αντοχή των υλικών στην τριβή σε πολλές περιπτώσεις – Γιατί γίνεται αυτό
MotoCAP αξιολόγηση προστατευτικού εξοπλισμού αναβάτη
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

1/9/2026

Χωρίς να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου ο ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης προστατευτικού ρουχισμού μοτοσυκλέτας MotoCAP από την Αυστραλία αναφέρει ότι πληθαίνουν τα παραδείγματα προϊόντων που προσφέρουν λιγότερη προστασία στις νεότερες εκδόσεις τους από εκείνη που είχαν όταν παρουσιάστηκαν αρχικά.

Ο MotoCAP (Motorcycle Clothing Assessment Program), είναι ο πρώτος ανεξάρτητος οργανισμός αξιολόγησης προστατευτικού ρουχισμού μοτοσυκλέτας στον κόσμο, αναφορικά με τα επίπεδα ασφάλειας και άνεσης που παρέχουν. Δημιουργήθηκε στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία από μια κοινοπραξία κυβερνητικών φορέων, λεσχών μοτοσικλέτας και οργανισμών οδικής ασφάλειας και είναι αναγνωρισμένο και από τη FIM, ενώ έχει δοκιμάσει περισσότερα από 1.000 προϊόντα από το 2019 που ξεκίνησε μέχρι σήμερα. Μαζί με τον MotoCAP είναι και ο Consumer Rating & Assessment of Safety Helmets (CRASH), ο οποίος αξιολογεί την προστασία που προσφέρουν τα κράνη. 

Από την εφαρμογή της ευρωπαϊκής οδηγίας EN17092 το 2020, ο ανεξάρτητος οργανισμός έχει παρατηρήσει στις δοκιμές του ότι πολλά από τα προϊόντα έχουν πλέον χαμηλότερη αντίσταση στην τριβή σε σχέση με εκείνη που είχαν όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν προσφέροντας έτσι χαμηλότερο επίπεδο προστασίας. Αυτό γιατί ίδιοι οι κατασκευαστές έχουν επανασχεδιάσει κάποια από τα προϊόντα τους χρησιμοποιώντας ελαφρύτερα και πιο λεπτά υλικά ώστε να προσφέρουν περισσότερη άνεση στον αναβάτη, η οποία είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική για την ασφάλειά του αφού έλλειψη άνεσης μπορεί να προκαλέσει απώλεια συγκέντρωσης κατά την οδήγηση και κατά συνέπεια αυτό να αυξήσει την πιθανότητα εμπλοκής σε κάποιο ατύχημα. Η επανασχεδίαση γίνεται βέβαια και για μείωση του κόστους αφού λιγότερα υλικά (ελαφρύτερα υφάσματα για παράδειγμα σε μπουφάν και παντελόνια) σημαίνει αυτόματα και μικρότερο κόστος για τους κατασκευαστές.

Τα εν λόγω προϊόντα εξακολουθούν να υπερκαλύπτουν τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού EN17092, ωστόσο τα δεδομένα από τις δοκιμές ασφάλειας φέρνουν τα αποτελέσματα πιο κοντά στο επιτρεπτό όριο σε σχέση με πριν και αυτό δείχνει ότι σε περίπτωση πτώσης αυτά τα προϊόντα δεν είναι το ίδιο ανθεκτικά όπως ήταν πριν από λίγα μόλις χρόνια.

MotoCAP αξιολόγηση εξοπλισμού αναβάτη

Χαρακτηριστικό είναι το γράφημα που ακολουθεί και δείχνει την... οπισθοδρόμηση σε επίπεδο ασφάλειας που προσφέρει ο προστατευτικός ρουχισμός μέσα στα χρόνια. Δείτε πόσες σκουρόχρωμες καφέ τελείες (δοκιμές 2026) βρίσκονται κοντά στη βάση των δύο αξόνων και πόσες στην κορυφή. Τελείες που τοποθετούνται με βάση την αντοχή στην τριβή ενός υλικού σε διάρκεια χρόνου, με τον οριζόντιο άξονα να δείχνει και τη συνολική βαθμολογία και τον κάθετο τη διάρκεια αντοχής του υλικού στην τριβή σε ζώνες υψηλού ρίσκου, όπως είναι για παράδειγμα τα γόνατα, οι παλάμες, οι ώμοι και οι γοφοί (δείτε τη σχετική εικόνα πάνω). 

MotoCAP αξιολόγηση εξοπλισμού

Τα πράγματα είναι ίσως πιο ξεκάθαρα στη δεύτερη στήλη που σχηματίζεται, αξιολόγησης "ΑΑ", όπου τα περισσότερα νέα προϊόντα (δοκιμές 2026) βρίσκονται κοντά στη βάση, ενώ στη μέση της στήλης έχουμε περισσότερα προϊόντα που δοκιμάστηκαν από το 2019 έως το 2024. Και στις δύο αυτές στήλες τα περισσότερα προϊόντα αντέχουν στην τριβή λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο πριν τρυπήσουν με τον οργανισμό να θεωρεί αποδεκτή μια τιμή κοντά στα τρία δευτερόλεπτα και ένα αποτέλεσμα κρίνεται "καλό" όταν η αντοχή ξεπερνά τα 5,6 δευτερόλεπτα. Ως σημείο αναφοράς ο MotoCAP δίνει και την αντοχή συμβατικού παντελονιού Denim γνωστής εταιρείας, το οποίο αντέχει στην τριβή 0,4-0,6 δλ. στις δοκιμές του οργανισμού.

Ο οργανισμός χρησιμοποιεί και πιο απτό παράδειγμα αναφέροντας συγκεκριμένο προϊόν -χωρίς να το κατονομάζει- το οποίο είχε αντοχή στην τριβή που έφτανε τα 3,7 δευτερόλεπτα όταν παρουσιάστηκε και νεότερες εκδοχές του έριξαν αυτή την τιμή στο 1,2 δευτερόλεπτο χωρίς παράλληλα να αλλάξει η τιμή του προϊόντος στο ράφι.

Με δύο "Α" ο MotoCAP αξιολογεί τα προϊόντα που προσφέρουν επίπεδο ασφάλειας που χρειάζεται για να κινηθεί κανείς σε δρόμους εκτός πόλης όπου ο συντελεστής τριβής είναι υψηλότερος και χρειάζονται υλικά υψηλότερης αντοχής για το απαιτούμενο επίπεδο ασφάλειας. Προϊόντα με ένα "A" είναι καλύτερο να χρησιμοποιούνται σε αστικό περιβάλλον όπου ο συντελεστής τριβής είναι χαμηλότερος, οπότε μικρότερη είναι και η πιθανότητα να τρυπήσει, για παράδειγμα, ένα μπουφάν που τρίβεται στην άσφαλτο. Με "ΑΑΑ" αξιολογείται ο ρουχισμός που προσφέρει ακόμη πιο υψηλό επίπεδο προστασίας στην τριβή.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι ο οργανισμός αναφέρεται συγκεκριμένα σε δρόμους που έχουν άσφαλτο (Bitumen) και πιο χοντρό χαλίκι από αυτό που χρησιμοποιείται στους ευρωπαϊκούς δρόμους (Chip Seal), οι οποίοι έχουν πιο άγρια επιφάνεια και έχουν 4,5 υψηλότερο συντελεστή τριβής από έναν συμβατικό ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Να σημειωθεί επίσης πως οι κατασκευαστές σαφώς και έχουν το δικαίωμα να επανασχεδιάσουν τον προστατευτικό ρουχισμό που διαθέτουν ώστε να προσφέρει αυτός χαμηλότερο επίπεδο προστασίας, κάτι που δεν είναι επιχειρηματικά μεμπτό (ηθικά όμως;) εφόσον το προϊόν εξακολουθεί να υπερκαλύπτει τα όρια που έχουν τεθεί στις δοκιμές ασφάλειας.

Ο MotoCAP αναφέρει επίσης ότι οι κατασκευαστές προχωρούν σε αυτή την ενέργεια γιατί τα όρια για το EN17092 είναι χαμηλά και αυτό τους επιτρέπει να μειώσουν το κόστος για τους ίδιους αφαιρώντας επίπεδα προστασίας χωρίς να διακινδυνεύουν κακή αξιολόγηση. Από την άλλη όμως όχι μόνο δεν βελτιώνουν το επίπεδο ασφάλειας αλλά το κατεβάζουν κιόλας.