MV Agusta: Πτώση 27,8% μετά την KTM – Σενάριο εξαγοράς γραμμένο στην Κίνα
Οι λόγοι που αυτό θα γίνει διαφορετικά από άλλες περιπτώσεις
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
12/1/2026
Κλειστή η στρόφιγγα στο εργοστάσιο στο Varese αυτή την στιγμή, μία φυσιολογική πρακτική των Ιταλών που στην πιο νεκρή περίοδο της αγοράς, δίνουν άδεια στο προσωπικό για να είναι έτοιμοι για το ξεκίνημα της σεζόν.
Σύμφωνα με τα στελέχη της MV Agusta με τα οποία συνομιλήσαμε στην EICMA, ενώ κοιτούσαμε τον νέο τους V5 κινητήρα που προκάλεσε αίσθηση και κράτησε το όνομα της MV Agusta ψηλά στην επικαιρότητα, διανύουν τώρα μία πολύ καλή φάση στην ιστορία τους.
Κι αυτό γιατί ο Timur Sardarov, στα χέρια του οποίου έχει επιστρέψει η MV Agusta μετά την αδυναμία της KTM να συνεχίσει μαζί τους, έχει πάρει πλέον την απόφαση να τους αφήσει να αναπτύξουν μόνοι τους την γκάμα, χωρίς να μπαίνει εμπόδιο. Δεν ήταν έτσι στο παρελθόν, η ενασχόληση του Sardarov ήταν απόλυτη στην εξέλιξη της γκάμας ενώ λίγο πριν την εξαγορά από την KTM είχε ήδη κάνει την κίνηση να την οδηγήσει σε μονοπάτια που δεν είχε ξανά πάει.
Με στόχο να αυξήσει την κερδοφορία μέσα από το άνοιγμα της γκάμας, ο Sardarov είχε αποφασίσει να αραιώσει την πυκνότητα της MV με μοντέλα που έχουν σχεδιάσει, αλλά δεν κατασκευάζουν. Απόδειξη ήταν το 5.5 που είδαμε από κοντά στην EICMA το 2021 σε πρωτότυπη μορφή και ευτυχώς έμεινε έτσι.
Στην ουσία ήταν ένα Benelli TRK 502 με νέα εμφάνιση, αντικειμενικά η ομορφότερη από τις QJMOTOR σε σημείο που η QJ διαπραγματευόταν να αγοράσει το ποσοστό της MV στο συγκεκριμένο σχέδιο, για να βγάλει το επόμενο TRK, όταν τελικά εξαγοράστηκε η εταιρεία από την KTM, η οποία αμέσως τερμάτισε το άνοιγμα της γκάμας με κινέζικης κατασκευής μοτοσυκλέτες. Αντιθέτως επένδυσε στην γραμμή παραγωγής στο Varese και στον Made in Italy χαρακτήρα της MV Agusta.
Ο δεσμός με την QJMOTOR δεν κόπηκε όμως σε αυτό το μεσοδιάστημα καθώς ο μεγάλος κατασκευαστής είναι ταυτόχρονα και ο διακινητής της MV Agusta στην Κίνα, την πλέον σημαντική νέα αγορά, ενώ παράλληλα ήταν και ο Ν1 πελάτης του σχεδιαστικού γραφείου της MV Agusta. Για αυτό και πολλά από τα sport μοντέλα της QJMOTOR έχουν σαφέστατη αναφορά στα μοντέλα της MV Agusta.
Από όλα τα QJMOTOR, μαζί και των Benelli, αυτό θα ήταν το ομορφότερο που θα έβγαινε σε παραγωγή!
Η εξαγορά από την KTM αρχικά σε πλειοψηφικό ποσοστό και έπειτα σε κινήσεις ολοκληρωτικής απόκτησης που δεν πρόλαβε να στεριώσει, έφερε ριζικές αλλαγές μέσα στην MV Agusta. Αρχικά μεγάλωσε το σχεδιαστικό τμήμα εντός του Varese δημιουργώντας ένα κανονικό υποκατάστημα του KISKA.
Όπως είχε πει χαρακτηριστικά ο Pierer σε συνέντευξη που έδωσε στον μόνιμο συνεργάτη του MOTO, Alan Cathcart, ο KISKA είχε τεράστιο κόστος μισθοδοσίας γιατί κάθε νέος εργαζόμενος περνούσε από μακρά διαδικασία εκπαίδευσης μέχρι να φτάσει σε επίπεδο να σχεδιάσει μία μοτοσυκλέτα, που συχνά έφτανε σε βάθος τριετίας. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν Ιταλοί οι οποίοι μέσα στην πενταετία ήθελαν να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη, μάλιστα είχε πει χαρακτηριστικά ο Pierer πως τους έπιανε η νοσταλγία για το σπιτικό φαγητό και έφευγαν για να βρουν δουλειές αλλού, συχνά διαφορετικής δυναμικής από αυτή που είχαν στο γραφείο της Αυστρίας.
Ένα παράρτημα μέσα στο Varese έλυνε λοιπόν ένα πρόβλημα, «επαναπατρίζοντας» εργαζομένους που είχαν ήδη εκπαιδευτεί στα πρότυπα του Ομίλου. Παράλληλα η KTM επένδυσε και σε εξορθολογισμό των διαδικασιών της MV Agusta, κινήσεις βελτιστοποίησης λοιπόν που δεν πρόλαβε να αποσβέσει και τις κληρονόμησε ο Timur Sardarov.
Η πληροφορία τώρα είναι πως βρίσκεται σε συζητήσεις για εκ νέου πώληση της MV Agusta αυτή τη φορά απευθείας σε Κινέζο κατασκευαστή.
Εννοείται πως το λογικό βήμα είναι η QJMOTOR, αν και το κατώφλι στο Varese θα το περάσουν και άλλοι, όχι απαραίτητα γιατί έχουν πραγματικό ενδιαφέρον εξαγοράς, αλλά γιατί είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για να έχουν μία ματιά εκ των έσω σε όσα φτιάχνει η MV Agusta αλλά και στο τι θα αποκτήσει ο επόμενος.
Η πληροφορία για εκ νέου πώληση του Timur Sardarov δένει με το γεγονός πως δεν εμπλέκεται τους τελευταίους μήνες στον σχεδιασμό της γκάμας, ούτε ασκεί τον βαθμό ελέγχου, όπως έκανε στο παρελθόν και επιβεβαίωσε στέλεχος του εργοστασίου. Η εξαγορά της MV Agusta διαφέρει στο μεταξύ από οτιδήποτε άλλο έχουμε δει το τελευταίο διάστημα, όπου σαρώνεται κάθε παλιό και ξεχασμένο όνομα και κυριολεκτικά ξεθάβεται από την λήθη για να μπει ως ταμπέλα σε κάτι με το οποίο δεν είχε ποτέ σχέση. Η QJMOTOR έτσι μπήκε αρχικά στην Ευρώπη, ενώ τώρα θέλει να κάνει την μετάβαση κάνοντας γνωστό το δικό της όνομα.
Μία γραμμή παραγωγής στην Ευρώπη και μία τεχνογνωσία όπως αυτή της MV Agusta, θα ανακάτευε την τράπουλα ανοίγοντας μία βεντάλια νέων δυνατοτήτων. Μένει να δούμε αν ο Timur Sardarov θα κάνει την κίνηση να ολοκληρώσει την εξαγορά με τους Κινέζους, όπως επίσης και ποιο ακόμη εργοστάσιο εκτός της QJMOTOR θα περάσει και δεύτερη φορά την πύλη στο Varese, καθότι αυτό θα σήμαινε πραγματικό ενδιαφέρον και όχι απλά μία διάθεση για διερευνητική ματιά δοθείσης της ευκαιρίας που ξαφνικά υπήρξε. Η επένδυση στην MV Agusta δεν μπορεί όμως να έχει μόνο επιχειρηματικό χαρακτήρα, καθώς τα κουκιά δεν βγαίνουν. Ο Pierer την απόκτησε γιατί κάποτε -όχι πολύ καιρό πριν- δεν τον άφησαν να πάρει την Ducati ενώ έφτασε στο τελικό στάδιο των υπογραφών έχοντας συμφωνήσει και το νούμερο, αλλά και γιατί ήθελε να μεγαλώσει ακόμη περισσότερο το γκρουπ Pierer Mobility. Είχε στόχο να κρατήσει το Made in Italy για αυτό και επένδυσε προς εκείνη την κατεύθυνση. Ο νέος αγοραστής θα πρέπει να μπορεί να αξιοποιήσει αυτό το σημαντικό κομμάτι της εταιρεία για να έχει νόημα μία τόσο μεγάλη κίνηση και όχι απλά γιατί θέλει ένα ευρωπαϊκό όνομα.
Το πρόβλημα πάντως για την MV Agusta είναι πιο άμεσο. Το 2025 ολοκληρώθηκε με πτώση πωλήσεων που έφτασε το 27,8% ενώ την επόμενη χρονιά περιμένουν πωλήσεις που δεν θα ξεπεράσουν τις 2.000 μονάδες.
Στο μεταξύ η πτώση του 2025 έρχεται μετά από ένα κύκλο διάθεσης στοκ μοτοσυκλετών της προηγούμενης χρονιάς, γεγονός που αξιώνει την εύρεση επενδυτή, μία πιο επιτακτική διαδικασία από αυτό που ήταν πριν την KTM.
Αναπτυγμένη στο πνεύμα της «Τεχνολογίας για τον άνθρωπο», η τεχνολογία Honda E-Clutch στοχεύει να διευρύνει την απήχηση και τα οφέλη της μοτοσυκλέτας σε ένα ευρύτερο φάσμα δυνητικών αναβατών
Από τον
Σπύρο Τσαντήλα
26/6/2026
Σε έναν μοτοσυκλετιστικό κόσμο που διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο από την ηλεκτρονική καινοτομία, ένα εξάρτημα έχει διατηρήσει περήφανα τον αναλογικό του χαρακτήρα: Η μανέτα του συμπλέκτη, αυτή η απτή σύνδεση μεταξύ του αριστερού χεριού του αναβάτη και του κιβωτίου ταχυτήτων, που καθορίζει την εμπειρία οδήγησης. Το E-Clutch της Honda, αναδιαμορφώνει αυτή την έννοια και το τελευταίο οχυρό του χειροκίνητου ελέγχου. Ανασχεδιασμένο - όχι καταργημένο, αλλά ενισχυμένο.
Στην πιο απλή του μορφή, το Honda E-Clutch υπόσχεται κάτι που κάθε αναβάτης κατανοεί ενστικτωδώς: Γρηγορότερες, πιο ομαλές αλλαγές ταχυτήτων με λιγότερη προσπάθεια. Όμως η πραγματική του σημασία είναι βαθύτερη. Συνδυάζοντας την ηλεκτρονική ακρίβεια με τη μηχανική οικειότητα, η Honda δημιούργησε ένα σύστημα που προσφέρει απρόσκοπτες αλλαγές ταχυτήτων, διατηρώντας παράλληλα την αίσθηση και την ελευθερία μιας παραδοσιακής χειροκίνητης μοτοσυκλέτας.
«Μετριάζοντας τον κραδασμό που εμφανίζεται κατά τις αλλαγές ταχυτήτων μέσω του ελέγχου μισού συμπλέκτη, το σύστημα προσφέρει αλλαγές που είναι πιο ομαλές και πιο γρήγορες από εκείνες ενός συμβατικού quickshifter,» εξηγεί ο Junya Ono, Assistant Chief Engineer, Motorcycle and Power Products Operations της Honda Motor Co., Ltd. «Οι αναβάτες μπορούν να νιώσουν το όφελος σε όλες τις συνθήκες οδήγησης, αλλά η διαφορά είναι ιδιαίτερα αισθητή κατά την οδήγηση με χαμηλές ταχύτητες, όπως σε αστικά περιβάλλοντα, όπου οι ομαλές αλλαγές ταχυτήτων είναι πιο εμφανείς.»
Αυτή ακριβώς η φράση, «έλεγχος μισού συμπλέκτη», είναι κεντρικής σημασίας για να κατανοήσουμε γιατί το E-Clutch έχει διαφορετική αίσθηση. Ένα συμβατικό quickshifter διακόπτει στιγμιαία την ανάφλεξη ή την παροχή καυσίμου για να αποφορτίσει το κιβώτιο, επιτρέποντας ανεβάσματα ταχυτήτων χωρίς συμπλέκτη. Είναι αποτελεσματικό, ειδικά στις υψηλότερες στροφές, αλλά μπορεί να προκαλέσει ένα τράνταγμα, ιδιαίτερα στις χαμηλές ταχύτητες.
Αντίθετα, το E-Clutch διαχειρίζεται ενεργά τον ίδιο τον συμπλέκτη μέσω ηλεκτρονικών ενεργοποιητών. Αντί να διακόπτει απλώς την ισχύ, πατινάρει ανεπαίσθητα τον συμπλέκτη κατά τη διάρκεια της αλλαγής, εξομαλύνοντας τις μεταβάσεις της ροπής προτού καν τις αντιληφθεί ο αναβάτης.
Το αποτέλεσμα είναι μια αλλαγή ταχύτητας με ρευστή και όχι απότομη αίσθηση, ελεγχόμενη και όχι διακεκομμένη. Στην πυκνή κυκλοφορία, σε κλειστούς κυκλικούς κόμβους ή κατά την κίνηση μέσα στο κυκλοφοριακό χάος της πόλης, αυτή η εξέλιξη γίνεται άμεσα αισθητή. Η μοτοσυκλέτα παραμένει σταθερή, ο αναβάτης χαλαρός, η εμπειρία πιο απολαυστική. Ο ευρύτερος στόχος είναι εξίσου σαφής: Να διευρυνθεί η προσβασιμότητα χωρίς να μειωθεί η συμμετοχή του αναβάτη.
«Ο πρωταρχικός στόχος είναι να επιτρέψουμε σε ένα ευρύ φάσμα αναβατών να απολαύσουν τη διασκέδαση της οδήγησης με μεγαλύτερη σιγουριά σε μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων,» λέει ο Ono-san. «Αυτό επιτεύχθηκε με την περαιτέρω εξέλιξη και βελτίωση της λογικής ελέγχου, βασισμένη στο σύστημα που αναπτύχθηκε αρχικά για τα μοντέλα της κατηγορίας 650.»
Αυτό το σύστημα, το οποίο έκανε το ντεμπούτο του στα CB650R & CBR650R, απέδειξε ότι ο αυτοματοποιημένος έλεγχος του συμπλέκτη μπορεί να συνυπάρξει με ένα χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων. Η νέα γενιά, η οποία έκανε την πρώτη της δημόσια εμφάνιση στην EICMA 2025 στα XL750 Transalp & CB750 Hornet, χτίζει πάνω σε αυτά τα θεμέλια, μεταφέροντας την τεχνολογία σε διαφορετικούς κυβισμούς κινητήρων και περιβάλλοντα οδήγησης.
Ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός με το σύστημα των 750 κ.εκ. έρχεται με την ενσωμάτωση του συστήματος Throttle-by-Wire (TBW), ξεκλειδώνοντας περαιτέρω δυνατότητες καθώς η συμπεριφορά του E-Clutch γίνεται πλέον προσαρμοστική και όχι απλώς αντιδραστική.
Junya Ono
«Με τα επιλεγόμενα προγράμματα οδήγησης να είναι πλέον διαθέσιμα, το E-Clutch έχει γίνει ευκολότερο στη χρήση σε ένα ευρύ φάσμα σεναρίων, από τις αστικές μετακινήσεις έως τη σπορ οδήγηση, επιτρέποντας στη συμπεριφορά του να ταιριάζει καλύτερα στις απαιτήσεις του αναβάτη,» εξηγεί ο Ono-san. «Επιπλέον, τα κατεβάσματα ταχυτήτων ενσωματώνουν πλέον μια λειτουργία αυτόματης 'ξερογκαζιάς' (automatic blip), επιτρέποντας πιο ομαλά και απρόσκοπτα κατεβάσματα.»
Το αυτόματο «blip» είναι γνώριμο έδαφος για τους αναβάτες sport μοτοσυκλετών. Κατά τα επιθετικά κατεβάσματα, ένα σύντομο άνοιγμα του γκαζιού ανεβάζει τις στροφές του κινητήρα για να ταιριάξουν με την ταχύτητα του κιβωτίου, αποτρέποντας την αστάθεια του πίσω τροχού. Παραδοσιακά αυτό απαιτούσε φινέτσα και χρονισμό. Με το E-Clutch, το σύστημα εκτελεί το «blip» ηλεκτρονικά, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι ταυτόχρονα διαχειρίζεται και το πατινάρισμα του συμπλέκτη.
«Παρόμοια με το κατέβασμα με quickshifter, το σύστημα ανοίγει στιγμιαία το γκάζι για να ταιριάξει την ταχύτητα του κινητήρα στις κατάλληλες στροφές (RPM) μετά το κατέβασμα,» λέει ο Ono-san. «Ωστόσο, επειδή το E-Clutch εμπλέκει επίσης τον έλεγχο μισού συμπλέκτη, επιτυγχάνει συνολικά ένα πιο ομαλό κατέβασμα.»
Η διπλή δράση, ο συγχρονισμός του γκαζιού και το ελεγχόμενο πατινάρισμα του συμπλέκτη, δημιουργεί ένα κατέβασμα που δίνει την αίσθηση της πρόληψης. Υπάρχει λιγότερη αναταραχή στο πλαίσιο και λιγότερο τράνταγμα στο σύστημα μετάδοσης. Για τους αναβάτες που απολαμβάνουν έναν επαρχιακό δρόμο με στροφές, αυτό μεταφράζεται σε μεγαλύτερη σταθερότητα κατά το φρενάρισμα.
«Κατά τη διάρκεια μιας γρήγορης επιβράδυνσης, το φορτίο στο πίσω ελαστικό μπορεί να μειωθεί, με αποτέλεσμα η περιστροφή του πίσω τροχού να υστερεί σε σχέση με την πραγματική ταχύτητα του οχήματος,» εξηγεί ο Ono-san. «Αν εφαρμοστεί ξανά φορτίο στο πίσω ελαστικό ενώ βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, η αναντιστοιχία δεν μπορεί να απορροφηθεί πλήρως, με αποτέλεσμα την αναπήδηση του τροχού (wheel hop). Το σύστημα ανιχνεύει αυτή την κατάσταση και εφαρμόζει έλεγχο μισού συμπλέκτη. Επιτρέποντας στον συμπλέκτη να πατινάρει αντί για το ελαστικό, βελτιώνεται η σταθερότητα του οχήματος.»
Αυτός ο μετριασμός της αναπήδησης του πίσω τροχού εμφανίζεται για πρώτη φορά στα μοντέλα της σειράς 750 της Honda, συμπεριλαμβανομένου του Honda Transalp. Σηματοδοτεί μια εξέλιξη στον ρόλο του E-Clutch, από ένα χαρακτηριστικό άνεσης σε έναν ενεργό ενισχυτή σταθερότητας. Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου ελέγχου σε πολλαπλές πλατφόρμες κινητήρων δεν είναι μια απλή ενημέρωση λογισμικού. Κάθε διαμόρφωση κινητήρα συμπεριφέρεται διαφορετικά.
«Κάθε κινητήρας είχε τα δικά του χαρακτηριστικά, επομένως απαιτούσε ανάλογα προσαρμοσμένες ρυθμίσεις,» λέει ο Ono-san. «Ειδικότερα, δυσκολευτήκαμε να προσαρμόσουμε τις διαφορές στις διακυμάνσεις της περιστροφής, καθώς και τις διαφοροποιήσεις στην απόκριση του κινητήρα και την απόδοση της ροπής.»
Ένας εν σειρά τετρακύλινδρος περιστρέφεται διαφορετικά από έναν δικύλινδρο εν σειρά. Οι παλμοί ροπής, η αδράνεια του στροφάλου, οι καμπύλες απόκρισης του γκαζιού, όλα επηρεάζουν το πώς πρέπει να εμπλέκεται ή να πατινάρει ένας συμπλέκτης. Η μηχανική πρόκληση βρισκόταν στη χαρτογράφηση αυτών των χαρακτηριστικών με τέτοια ακρίβεια ώστε οι αναβάτες να μην αντιλαμβάνονται ποτέ τους υπολογισμούς που γίνονται στο παρασκήνιο.
Τα προγράμματα οδήγησης (riding modes) προσθέτουν ένα ακόμα επίπεδο λεπτομέρειας. Στη λειτουργία Rain, η απόκριση του γκαζιού είναι πιο ήπια· στη λειτουργία Sport, γίνεται πιο απότομη. Επειδή το TBW αποσυνδέει την περιστροφή του γκριπ από το πραγματικό άνοιγμα της πεταλούδας, ο συμπλέκτης πρέπει να ερμηνεύει όχι μόνο τι κάνει ο αναβάτης, αλλά και τι θα κάνει ο κινητήρας στη συνέχεια.
«Ανάλογα με το επιλεγμένο πρόγραμμα, όπως το RAIN ή το SPORT, το πραγματικό άνοιγμα της πεταλούδας γκαζιού ποικίλλει σε σχέση με το άνοιγμα του γκριπ,» εξηγεί ο Ono-san. «Το E-Clutch εκτελεί τον κατάλληλο έλεγχο του συμπλέκτη σύμφωνα με αυτές τις αλλαγές στο άνοιγμα της πεταλούδας.»
Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σημαίνει μια σταθερή αίσθηση. Είτε οδηγείτε προσεκτικά σε βρεγμένες συνθήκες είτε απολαμβάνετε ένα στεγνό ορεινό πέρασμα, η εμπλοκή του συμπλέκτη παραμένει διαισθητική και αναλογική.
Εκτός δρόμου, τα οφέλη του συστήματος γίνονται ακόμη πιο ξεκάθαρα. Στις adventure μοτοσυκλέτες, οι αναβάτες συχνά καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα την ισορροπία, το γκάζι, το φρενάρισμα και το «διάβασμα» του εδάφους.
«Πρώτον, η παρουσία του E-Clutch εξαλείφει τις ανησυχίες για το σβήσιμο του κινητήρα,» λέει ο Ono-san. «Καταργεί επίσης την ανάγκη να ανησυχεί κανείς για τον χειρισμό της μανέτας του συμπλέκτη. Ως αποτέλεσμα, οι αναβάτες μπορούν να επικεντρωθούν στην οδήγηση με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σε εκτός δρόμου συνθήκες, όπου απαιτείται αυξημένη προσοχή στην επιφάνεια του εδάφους.»
Σε ανώμαλο έδαφος, όπου η πρόσφυση μπορεί να αυξομειώνεται απρόβλεπτα, το σύστημα της σειράς 750 προχωράει ένα βήμα παραπέρα. Μπορεί να εκτελεί κατάλληλα ανεβάσματα ταχυτήτων ακόμη και όταν το πίσω ελαστικό γλιστράει υπό επιτάχυνση, διατηρώντας την κινητήρια δύναμη χωρίς να επιδεινώνει την αστάθεια. Παρά την εκτεταμένη αυτοματοποίηση, ο Ono-san ήταν κατηγορηματικός ως προς τη διατήρηση της οικειότητας.
«Δεσμευτήκαμε σε μια διάταξη που δεν αλλάζει τη διαμόρφωση των χειριστηρίων,» τονίζει. «Η μανέτα του συμπλέκτη είναι τοποθετημένη με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν και, χωρίς καμία ειδική διαδικασία, απλά τραβώντας τη μανέτα του συμπλέκτη ο αναβάτης έχει ακαριαία την ίδια αίσθηση και λειτουργία με μια συμβατική χειροκίνητη μοτοσυκλέτα.»
Αυτή η απόφαση υπογραμμίζει μια φιλοσοφική διαφορά. Το E-Clutch δεν αποτελεί αντικατάσταση της χειροκίνητης οδήγησης· είναι μια αναβάθμιση. Οι αναβάτες μπορούν να το αγνοήσουν εντελώς και να χειριστούν τον συμπλέκτη ως συνήθως. Ή μπορούν να αφήσουν το σύστημα να αναλάβει τη διαχείριση ρουτίνας, ενώ οι ίδιοι επικεντρώνονται στις γραμμές, τα σημεία φρεναρίσματος ή την κυκλοφορία. Διαθέτει επίσης έναν άσσο στο μανίκι για τους αναβάτες που θέλουν αυτή την παραδοσιακή εμπλοκή.
«Δώσαμε τη δυνατότητα απενεργοποίησης του E-Clutch για καταστάσεις όπου ο αναβάτης δεν επιθυμεί την αυτόματη αποσύμπλεξη, για παράδειγμα, κατά την οδήγηση με χαμηλή ταχύτητα, όπου μπορεί να θέλετε να κινηθείτε ακριβώς στο όριο των στροφών ρελαντί,» λέει ο Ono-san. «Πιστεύουμε ότι το να μπορείς να επιστρέψεις πλήρως στην ίδια λειτουργία με μια χειροκίνητη μοτοσυκλέτα είναι ένα μοναδικό πλεονέκτημα που δεν προσφέρουν άλλα συστήματα αυτόματου ελέγχου συμπλέκτη.»
Είναι ένας μικρός διακόπτης με μεγάλο συμβολικό βάρος. Η επιλογή παραμένει στα χέρια του αναβάτη. Ωστόσο, ίσως το πιο εντυπωσιακό επίτευγμα του E-Clutch είναι το πόσο αόρατα φαντάζουν όλα αυτά από τη θέση οδήγησης.
«Εξελίξαμε τη λογική ελέγχου σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά και τη χρηστικότητα του οχήματος, μεγιστοποιώντας την αξία που μπορεί να προσφέρει το σύστημα,» λέει ο Ono-san. «Εκτός από τις λειτουργικές βελτιώσεις, όπως ο συντονισμός με το TBW, έχουν γίνει βελτιώσεις και σε μικρότερες λεπτομέρειες για να αναβαθμιστεί η αίσθηση της εκκίνησης του οχήματος και της αλλαγής ταχυτήτων.»
Το E-Clutch δεν «φωνάζει» για την παρουσία του. Απλώς αφαιρεί τις τριβές, μηχανικές και νοητικές. Μειώνει την κούραση στην κίνηση, αυξάνει την ηρεμία κατά το φρενάρισμα, ενισχύει την αυτοπεποίθηση εκτός δρόμου και οξύνει την ακρίβεια στις γρήγορες βόλτες. Για τους νέους αναβάτες, μειώνει τα εμπόδια. Για τους έμπειρους αναβάτες, λειαίνει τις ατέλειες χωρίς να μειώνει τη συμμετοχή.
Με αυτόν τον τρόπο, τα όρια μεταξύ χειροκίνητου και αυτόματου έχουν επαναπροσδιοριστεί αθόρυβα. Η μανέτα του συμπλέκτη παραμένει. Το κιβώτιο ταχυτήτων παραμένει. Ο αναβάτης παραμένει στο επίκεντρο. Αλλά η αόρατη νοημοσύνη που έχει πλέον υφανθεί σε αυτή τη σχέση υποδηλώνει ένα μέλλον όπου η τεχνολογία υποστηρίζει αντί να αντικαθιστά.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο συναρπαστική καινοτομία του E-Clutch: δεν αλλάζει το πώς οδηγούνται οι μοτοσυκλέτες, αλλά επαναπροσδιορίζει την αίσθησή τους —σε κάθε αλλαγή ταχύτητας, σε κάθε εκκίνηση, σε κάθε στάση.