Ο Χατζηδάκης συναντήθηκε με διανομείς – Υποσχέθηκε καλύτερες συνθήκες εργασίας

Φαίνεται πως δεν υπάρχει συνολική γνώση του προβλήματος
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

28/4/2021

Με εργαζομένους στον κλάδο της διανομής συναντήθηκε ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστής Χατζηδάκης. Πρόκειται για ένα θετικό βήμα και στόχος είναι να βλέπουμε μπροστά, αν θέλουμε να πάμε μπροστά, αλλά δεν γίνεται να μην σχολιάσει κανείς το γεγονός πως ο υπουργός το χαρακτήρισε «σχετικά καινούργιο επάγγελμα». Το γεγονός πως τώρα αντιλήφθηκε η Πολιτεία πως οι διανομείς κάνουν ένα πολύ σημαντικό επάγγελμα και βρίσκονταν στον δρόμο ως υπάλληλοι γραφείου, πωλητές, ή πολλές φορές χωρίς καμία ασφάλιση, επειδή με τα μέτρα περιορισμού κυκλοφορίας το επάγγελμα αυτό ήρθε στο προσκήνιο, δεν σημαίνει πως είναι «σχετικά καινούργιο». Είναι πολύ παλιό επάγγελμα και πολύ γνωστά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος, με βασικό πως η Πολιτεία δεν έχει θεσπίσει ένα πλαίσιο που είναι και το ζητούμενο δεκαετίες τώρα. Είναι λοιπόν άκαιρο να το χαρακτηρίζει το 2021 «σχετικά νέο επάγγελμα», σαν να λέμε πως ρίχνει νερό σε ένα βουνό που κάηκε πριν είκοσι χρόνια. Καλό κάνει και το νερό, αλλά μετά από μία δεκαετία πας κατευθείαν στην αναδάσωση.

Προσπερνάμε την τοποθέτηση για το νεαρό του επαγγέλματος και μένουμε στο θετικό κομμάτι καθώς για πρώτη φορά γίνεται ένα βήμα προς την σωστή κατεύθυνση, φτάνει δηλαδή η φωνή των εργαζομένων στον υπουργό Εργασίας.

Στη συνάντηση από την πλευρά των διανομέων παραβρεθήκαν οι Σπύρος Π., Μίοντρακ Μ., Κων/νος Δ. και Πέτρος Ε αναφέροντας στον υπουργό τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σχετικά με τον εξοπλισμός αναβάτη ,την υποδηλωμένη εργασία, την ασφαλιστική κάλυψη και την διαφορετική αντιμετώπιση που βιώνουν οι εργαζόμενοι στον συγκεκριμένο κλάδο.

Με το πέρας της συνάντησης ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Κωστής Χατζηδάκης δήλωσε:

«Θέλουμε να στηρίξουμε αυτούς τους ανθρώπους, η δουλειά των οποίων αυξήθηκε για τους γνωστούς λόγους μέσα στην πανδημία, ενώ την ίδια στιγμή δεν εργάζονται σε πολλές περιπτώσεις με σεβασμό των κανόνων από τις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολούνται. Στόχος μας είναι να εξασφαλίσουμε συνθήκες προσωπικής και εργασιακής ασφάλειας στους απασχολούμενους στις ψηφιακές πλατφόρμες, υιοθετώντας τις καλύτερες ευρωπαϊκές πρακτικές. Με το νομοσχέδιο που θα παρουσιαστεί σύντομα, διασφαλίζουμε τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω ανάπτυξη της συγκεκριμένης δραστηριότητας, που αποτελεί σημαντική πηγή εισοδήματος για χιλιάδες συμπολίτες μας».

Τι προωθεί η κυβέρνηση προς ψήφιση:

-Θεσμοθετεί τα κριτήρια που έθεσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τη διάκριση μεταξύ εργαζομένων και «αυτοαπασχολούμενων» (free lancers).

-Υιοθετεί τις βέλτιστες πρακτικές του ILO και του ΟΟΣΑ, αναγνωρίζοντας στους αυτοαπασχολούμενους αντίστοιχα συνδικαλιστικά δικαιώματα (σωματεία, απεργία, συλλογικές συμβάσεις εργασίας) όπως και στους εργαζομένους.

-Επιπλέον, ορίζεται ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν αντίστοιχες υποχρεώσεις υγιεινής και ασφάλειας έναντι των αυτοαπασχολούμενων με εκείνες που θα είχαν, αν ήταν εργοδότες τους και αυτοί εργαζόμενοί τους.

Ειδικότερα, με το νομοσχέδιο αναγνωρίζονται δύο τρόποι συνεργασίας των παρόχων υπηρεσιών με τις πλατφόρμες: συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών/ έργου. Επίσης θεσπίζονται τέσσερις συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να τεκμαίρεται ότι η σύμβαση μεταξύ πλατφόρμας και παρόχου υπηρεσιών δεν είναι εξαρτημένης εργασίας. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι: ο πάροχος να χρησιμοποιεί υπεργολάβους, να επιλέγει τα έργα που αναλαμβάνει, να παρέχει τις υπηρεσίες του σε οποιονδήποτε τρίτο και σε ανταγωνιστές της ψηφιακής πλατφόρμας και να καθορίζει ο ίδιος τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, προσαρμόζοντάς τον στις προσωπικές του ανάγκες. Αν δεν συντρέχει καμία από αυτές τις προϋποθέσεις, τότε τεκμαίρεται ότι η σύμβαση μεταξύ συνεργατικής ψηφιακής πλατφόρμας και παρόχου υπηρεσιών είναι εξαρτημένης εργασίας.

Υπάρχουν ακόμη πολλά βήματα που πρέπει να γίνουν σχετικά με την βελτίωση της εργασίας των διανομέων και μάλιστα αφορούν και τις επιχειρήσεις και το νομοθετικό πλαίσιο των δικύκλων και είναι θετικό που έστω και αργά, γίνονται βήματα προς μία σωστή κατεύθυνση

Η κατασκευάστρια μπαταριών Varta σε καθεστώς χρεωκοπίας! Δημοσιεύματα εμπλέκουν την Apple ως αιτία

Προληπτικό το μέτρο, λέει η διοίκησή της, η παραγωγή συνεχίζεται και οι μισθοί πληρώνονται κανονικά
varta
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

29/7/2026

Η γερμανική εταιρεία Varta, πασίγνωστη στον χώρο της παραγωγής πάσης φύσεως μπαταριών, μεταξύ αυτών και για οχήματα, προσέφυγε σε δικαστήριο της Στουτγκάρδης για να ξεκινήσει την πτωχευτική διαδικασία, θέτοντας εαυτόν σε καθεστώς υποχρεωτικής διαχείρισης.

Η Varta δηλώνει πως δεν αντιμετωπίζει άμεσο πρόβλημα πληρωμής των πιστωτών της, αλλά προβαίνει σε αυτήν την κίνηση εθελοντικά διαβλέποντας ένα μελλοντικό κενό στην ικανότητα πληρωμών της το 2027. Έτσι, παρά την εκκίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας, η γερμανική εταιρεία καθησυχάζει πως η παραγωγή της συνεχίζεται απρόσκοπτη, ομοίως και η μισθοδοσία του προσωπικού.

Το γεγονός πως η εταιρεία δεν εξαναγκάστηκε σε πτώχευση και διαχείριση, αλλά μπήκε εθελοντικώς σε αυτή τη διαδικασία, είναι μια επιλογή που έγινε ώστε να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά. Κινήθηκε δηλαδή προληπτικά με στόχο να προλάβει να σώσει την παρτίδα πριν οι απαιτητικές πληρωμές και η έλλειψη ρευστότητας που διαβλέπει για το νέο έτος την υποχρεώσουν σε κλείσιμο και ξεπούλημα των περιουσιακών της στοιχείων.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Varta, οι αιτίες εντοπίζονται στις επιδεινούμενες συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, στην πτώση της ζήτησης, στις συναλλαγματικές ισοτιμίες που επιβάρυναν τη θέση της, αλλά ως κυρίαρχο παράγοντα ονοματίζει “την απόφαση κομβικού πελάτη να τερματίσει τη συνεργασία”.

Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters και πηγές του γερμανικού Τύπου, αυτός ο πελάτης είναι η Apple, η οποία είχε συμβόλαιο προμήθειας επαναφορτιζόμενων μπαταριών για τα ασύρματα ακουστικά AirPods, τις οποίες αποφάσισε να προμηθεύεται πλέον από την κινέζικη CoinPower και να τερματίσει τη συνεργασία της με τη Varta.

Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλό της, Michael Ostermann, “η Varta AG αντιμετώπισε σημαντικές προκλήσεις το τελευταίο διάστημα. Το Εκτελεστικό Συμβούλιο και η Διοίκηση έχουμε πλήρη επίγνωση των ευθυνών μας απέναντι σε εργαζόμενους, πελάτες, προμηθευτές και επενδυτές και δουλεύουμε με όλες μας τις δυνάμεις για να διατηρήσουμε όσες θέσεις εργασίας είναι δυνατόν, να εξασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα της εταιρείας και να δημιουργήσουμε τις καλύτερες δυνατές προοπτικές για τους μετόχους”.

Η Varta είχε αποσυρθεί από τα χρηματιστήρια της Φρανκφούρτης και της Βιέννης τον Μάρτιο του 2025 στα πλαίσια ενός σχεδίου αναδιοργάνωσης που εν τέλει κηρύχθηκε ολοκληρωμένο τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς.

Το Reuters μάλιστα αναφέρει πως κάποιοι μέτοχοι της Varta, μεταξύ αυτών η Porsche AG, αρνήθηκαν να συνεισφέρουν με επιπλέον κεφάλαια στην εταιρεία για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις.

Το σημαντικό είναι πως η όλη πτωχευτική διαδικασία δεν αφορά στο σύνολο της Varta, καθώς η Varta Consumer Batteries παραμένει κερδοφόρα και νομικώς αδέσμευτη από την πτωχευτική διαδικασία ως χωριστή οντότητα, αλλά επηρεάζονται άλλα κομμάτια της εταιρείας, όπως οι Varta Microbattery, Varta Micro Production και Varta Storage.

Το Τοπικό Δικαστήριο της Στουτγκάρδης διόρισε τον δικηγόρο Tobias Wahl για να επιβλέψει μια νέα διαδικασία αναδιοργάνωσης, η οποία ωστόσο γίνεται με τη Varta να διατηρεί τον έλεγχο των εξελίξεων, κάτι που προφανώς είναι εφικτό διότι προέβη στην πτώχευση προληπτικά και πριν προκύψουν πιέσεις από απλήρωτους προμηθευτές.

Τον Μάρτιο του 2025 είχε πτωχεύσει μια ακόμη μεγάλη βιομηχανία μπαταριών της Ευρώπης, η σουηδική Northvolt, η οποία ειδικευόταν σε μπαταρίες για ηλεκτρικά οχήματα και μάλιστα είχε λάβει πολύ μεγάλες επιχορηγήσεις από την Ε.Ε. για να στηρίξει τον ανταγωνισμό απέναντι των Κινέζων κατασκευαστών. Αν και οι δύο αυτές υποθέσεις δεν έχουν πολλά κοινά στοιχεία, συνδέονται σε μια κοινή πηγή των προβλημάτων τους: τις πολύ φθηνότερες κινέζικες μπαταρίες. Και στην περίπτωση της Varta, το σημείο-κλειδί ήταν το χαμένο συμβόλαιο της Apple, η οποία φέρεται να στράφηκε στην κινέζικη παραγωγή σπρώχνοντας τη γερμανική εταιρεία εγγύτερα στην πτώχευση.