O νικητής του Custom Rumble

Δεύτερη θέση η ελληνική συμμετοχή
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

26/5/2020

Η τρίτη διοργάνωση του Custom Rumble, του διαγωνισμού που οργανώνει η Ducati με θέμα τα customized Scrambler Ducati, ολοκληρώθηκε… διαδικτυακά και με απόλυτη επιτυχία, αναδεικνύοντας τον φετινό νικητή, ανάμεσα από πέντε φιναλίστ. H ελληνική συμμετοχή της Ducati Hellas, με την δημιουργία της Jigsaw Custom κατάφερε να πάρει την δεύτερη θέση θέση –μια εξαιρετική διάκριση- με ελάχιστη διαφορά από το Scrambler 1100 FT που αναδείχθηκε νικητής.

Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα είναι μια δημιουργία του Ιταλού custom builder, Marco Graziani, και της CC Racing Garage.Την ζωντανή μετάδοση της διαδικασίας, μέσω live streaming, παρακολούθησαν 16.000 άτομα, ενώ η κριτική επιτροπή αποτελούνταν από τον Nicholas Hoult (ηθοποιό), τον Chaz Davies και τον Andrea Dovizioso (εργοστασιακούς αναβάτες της Ducati στα Motul WSBK και στα MotoGP αντίστοιχα), τον ιδρυτή του BikeShed Van Someren και τον Ιταλό custom builder της Officine Rossopuro Filippo Barbacane.

Η μοτοσυκλέτα του Marco Graziani ανήκε στην κατηγορία Bully, που είναι αφιερωμένη στα Scrambler Ducati 1100, χωρίς κανένα περιορισμό στην έκδοση της μοτοσυκλέτας ή στο στιλ. Η βάση του Ιταλού custom builder ήταν ένα Scrambler 1100 Special, στο οποίο άλλαξε τα γραφικά, το βάψιμο, τη σέλα και την εξάτμιση. Ο στρογγυλός προβολέας, η ουρά και το ρεζερβουάρ παρέμειναν όπως ήταν στην μοτοσυκλέτα παραγωγής, καθώς όπως δήλωσε ο δημιουργός της, τα θεωρεί ως τα θεμελιώδη στοιχεία των Scrambler Ducati.

Το Scrambler 1100FT συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους, από την φάση των προκριματικών κιόλας, με σχεδόν 5.000 μέλη της κοινότητας των Scrambler Ducati να ψηφίζουν διαδικτυακά μέσα από το site Scramblerducati.com.

Το βραβείο του νικητή είναι ένας πλήρης πάγκος με εργαλεία της Beta, για να μπορέσει να "συνεχίσει να μεταμορφώνει μοτοσυκλέτες παραγωγής σε κάτι μοναδικό".

 

 

BOAK: Νέα αποζημίωση στην κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις οδηγούν σε νέα οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου
ΒΟΑΚ
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

10/10/2025

Μετά την πρόσφατη αποζημίωση των 21 εκατ. ευρώ για το τμήμα Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, ο ανάδοχος (ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ) του έργου Χερσόνησος–Νεάπολη ζητά πλέον 124 εκατ. ευρώ, επικαλούμενος καθυστερήσεις λόγω έλλειψης ωριμότητας των απαλλοτριώσεων

Η υπόθεση αφορά το τμήμα του Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ) από Χερσόνησο έως Νεάπολη, που υλοποιείται από την κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Το έργο, μήκους 22,44 χιλιομέτρων, λαμβάνει παράταση 16,3 μηνών καθώς οι καθυστερήσεις στην παράδοση των απαλλοτριωμένων χώρων εμπόδισαν την πρόοδο των εργασιών.

Η αρχική ημερομηνία ολοκλήρωσης, του κυβερνητικά πολυδιαφημισμένου έργου, είχε οριστεί για τις 21 Απριλίου 2027, ωστόσο, όπως σημειώνεται στην απόφαση του Υπουργείου Υποδομών, “δεν διαπιστώθηκαν εργασίες που θα μπορούσε να εκτελέσει ο ανάδοχος για να περιορίσει τις καθυστερήσεις”, αναλαμβάνοντας εμμέσως την ευθύνη. Έτσι, το υπουργείο αποδέχτηκε το δικαίωμα του αναδόχου να ζητήσει αποζημίωση, το ακριβές ύψος της οποίας παραμένει άγνωστο, καθώς “θα οριστικοποιηθεί μετά την υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών και την εξέτασή τους από την Αναθέτουσα Αρχή”.

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει το υψηλό κόστος που προκαλούν οι ελλείψεις ωριμότητας στα μεγάλα έργα υποδομής. Οι καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις, που δεν αποτελούν ευθύνη του αναδόχου, μεταφράζονται σε σημαντικές αποζημιώσεις προς τις εταιρείες, τις οποίες τελικά επωμίζεται το Δημόσιο.

Το έργο Χερσόνησος–Νεάπολη περιλαμβάνει:

  • 22,44 χλμ. αυτοκινητόδρομου με πλάτος οδοστρώματος 21,5 μ.
  • 9,65 χλμ. παράπλευρου και κάθετου δικτύου
  • 12 γέφυρες μονού κλάδου (1,7 χλμ.)
  • 5 σήραγγες συνολικού μήκους 6,75 χλμ.
  • 5 ανισόπεδους κόμβους

Το τμήμα αυτό αποτελεί το δεύτερο εργοτάξιο του ΒΟΑΚ που έχει ξεκινήσει κατασκευές, μετά το Νεάπολη–Άγιος Νικόλαος, όπου οι εργασίες προχωρούν. Το έργο των 14,5 χιλιομέτρων, με κόστος 186 εκατ. ευρώ, υλοποιείται επίσης από την ΤΕΡΝΑ και την ΑΚΤΩΡ και έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης.

Η νέα διεκδίκηση των 124 εκατ. ευρώ επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της επαρκούς προετοιμασίας των μεγάλων έργων πριν από τη δημοπράτησή τους, ένα θέμα που, όπως φαίνεται, κοστίζει ακριβά στην πολιτεία και κατ’ επέκταση στους πολίτες.