Το όγδοο εργοστάσιο του Group σε παγκόσμια κλίμακα
Από τον
Κώστα Γκαζή
24/11/2022
Στις 23/11/2022, το Piaggio Group εγκαινίασε ένα νέο εργοστάσιο στην Τζακάρτα, την πρωτεύουσα της Ινδονησίας, σε μια κραταιά αγορά δικύκλων που έχει μεγάλη μεγάλη σημασία για όλους τους κατασκευαστές scooter και μοτοσυκλετών.
Το νέο εργοστάσιο βρίσκεται στην περιοχή Cikarang της Δυτικής Ιάβας, ενώ έχει έκταση 55.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων.
O CEO του Piaggio Group, Roberto Colaninno δήλωσε μεταξύ άλλων πως “οι πωλήσεις του Piaggio Group στην αγορά της Ινδονησίας αυξήθηκαν κατά 61% το 2021, και η πρόβλεψη μας λέει πως θα συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία και στο κοντινό μέλλον”.
Και πώς να μην έχει επεκτατικές βλέψεις το Piaggio Group -και κάθε άλλος κατασκευαστής δικύκλων- στην Ινδονησία; Όταν στην Ελλάδα κάνουμε γιορτή επειδή το 2022 πλησιάζουμε τις 50.000 ταξινομήσεις, στην Ινδονησία οι ταξινομήσεις φτάνουν περίπου τα… 5 εκατομμύρια δίκυκλα κάθε χρόνο, σε μια αντίστοιχα πολυπληθή χώρα 276 εκατομμυρίων κατοίκων.
Η Ινδονησία είναι η τρίτη μεγαλύτερη αγορά μηχανοκίνητων δικύκλων του κόσμου, μετά από την Ινδία και την Κίνα, με τις προβλέψεις να κάνουν λόγο για αύξηση των ταξινομήσεων στα 6 εκατομμύρια σε ετήσια βάση στα επόμενα τρία χρόνια!
Με το νέο εργοστάσιο στην Τζακάρτα, το Piaggio Group έχει πλέον οκτώ κατασκευαστικές εγκαταστάσεις στον κόσμο: τρία εργοστάσια στην Ιταλία (στην Pontedera όπου παράγονται οι Vespa, στο Noale και το Scorze που παράγονται οι Aprilia, στο Mandello del Lario, το σπίτι των Moto Guzzi από το 1921, ένα ακόμα στην Ινδία, ένα στο Βιετνάμ, ένα στην Κίνα και ένα στη Βοστόνη, το κέντρο του Piaggio Fast Forward με τις ρομποτικές βαλίτσες Gita & Gitamini.
Όσον αφορά στις πωλήσεις, το Piaggio Group έχει παρουσία σε περισσότερες από 100 χώρες, με 4.000+ σημεία πωλήσεων και 800 Motoplex μαγαζιά. Στην Ινδονησία διαθέτει 50 αποκλειστικούς dealer συμπεριλαμβανομένων και των 7 Motoplex μαγαζιών σε διάφορες πόλεις, προσφέροντας scooter και μοτοσυκλέτες των Aprilia, Moto Guzzi, Vespa και Piaggio.
Bγαίνει σε δημοπρασία MV Agusta 750 S του 1974 με αυθεντικούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα
Από τα τελευταία μοντέλα παραγωγής - Ελάχιστα χρησιμοποιημένη
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
6/7/2026
Μία από τις πιο σπάνιες και επιθυμητές κλασικές MV Agusta πρόκειται να αλλάξει χέρια μέσω δημοπρασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Πρόκειται για μία MV Agusta 750 S του 1974, από τις τελευταίες που κατασκευάστηκαν πριν ολοκληρωθεί η παραγωγή του μοντέλου το 1975, με την εκτιμώμενη αξία της να κυμαίνεται από 60.000 έως 70.000 λίρες Αγγλίας (περίπου 70.000 έως 81.000 ευρώ).
Από τις πίστες του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος στους δρόμους
Η MV Agusta κυριάρχησε στους αγώνες Grand Prix τη δεκαετία του 1950 και του 1960, κατακτώντας συνολικά 17 συνεχόμενους τίτλους στην κατηγορία των 500 κ.εκ. από το 1958 έως και το 1974, ένα επίτευγμα που παραμένει αξεπέραστο μέχρι σήμερα.
Η επιτυχία αυτή οδήγησε την ιταλική εταιρεία στην παρουσίαση της πρώτης τετρακύλινδρης μοτοσυκλέτας παραγωγής το 1965, της MV Agusta 600. Ωστόσο, η επιλογή του κόμη Agusta να σχεδιαστεί ως sport touring μοντέλο και όχι ως καθαρόαιμη sport μοτοσυκλέτα περιόρισε σημαντικά την εμπορική της επιτυχία.
Η απάντηση ήρθε το 1969 με την 750 S, μία μοτοσυκλέτα που αξιοποιούσε την τεχνογνωσία των αγωνιστικών της εταιρείας και απέκτησε αμέσως τη φήμη που άξιζε στο όνομα MV Agusta.
Αγωνιστική τεχνολογία για χρήση στον δρόμο
Η 750 S χρησιμοποιούσε έναν τετρακύλινδρο εν σειρά κινητήρα με σαφείς καταβολές από τις εργοστασιακές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της MV Agusta. Διέθετε κάρτερ και κυλινδροκεφαλή από χυτό αλουμίνιο, επικεφαλής εκκεντροφόρους που έπαιρναν κίνηση μέσω γραναζιών από τον στρόφαλο και τέσσερα καρμπιρατέρ της Dell'Orto.
Η ισχύς έφθανε τους 66 ίππους στις 8.000 στροφές ανά λεπτό, ενώ η τελική ταχύτητα ξεπερνούσε τα 190 χλμ./ώρα, τοποθετώντας την ανάμεσα στις ταχύτερες μοτοσυκλέτες παραγωγής της εποχής.
Στα τελευταία χρόνια παραγωγής της, η 750 S εξελίχθηκε περαιτέρω, αποκτώντας μεγαλύτερη απόδοση αλλά και δύο εμπρός δισκόφρενα, αντικαθιστώντας το ταμπούρο. Συνολικά κατασκευάστηκαν μόλις 583 μοτοσυκλέτες μέχρι το τέλος της παραγωγής το 1975, γεγονός που την καθιστά μία από τις πιο συλλεκτικές MV Agusta όλων των εποχών.
Ένα από τα τελευταία αντίτυπα που κατασκευάστηκαν
Η μοτοσυκλέτα της δημοπρασίας παράχθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1974 και αποτελεί μία από τις τελευταίες 750 S που βγήκαν από τη γραμμή παραγωγής του εργοστασίου στο Cascina Costa.
Σύμφωνα με επιστολή του αείμνηστου E. P. Eacott, πρώην υπεύθυνου ανταλλακτικών της λέσχης ιδιοκτητών MV Agusta της Μεγάλης Βρετανίας, το πλαίσιο με αριθμό MV4C75 2140599 κατασκευάστηκε μαζί με τον κινητήρα 2140572, διατηρώντας μέχρι σήμερα τους εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, στοιχείο που αυξάνει σημαντικά τη συλλεκτική της αξία.
Η συγκεκριμένη 750 S παραδόθηκε καινούργια στη W. H. Lowe Pty. Co. Ltd. στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, επίσημη αντιπρόσωπο τότε των Ferrari, Lancia και MV Agusta.
Από την Αυστραλία στη Βρετανία και σε ιδιωτική συλλογή
Το 1984 αγοράστηκε στο Sidney από τον Roger Thomas, ο οποίος λίγα χρόνια αργότερα τη μετέφερε μαζί του στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Από το 1994 βρίσκεται στην ίδια οικογένεια, αφού αποκτήθηκε μέσω δημοπρασίας του Sotheby's, ενώ όλα αυτά τα χρόνια χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, περνώντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της ως έκθεμα σε ιδιωτική συλλογή.
Το οδόμετρο δείχνει μόλις 12.241 μίλια και, σύμφωνα με τον σημερινό ιδιοκτήτη, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα αυτή να είναι η πραγματική συνολική απόσταση που έχει διανύσει από καινούργια.
Σχεδόν απόλυτα αυθεντική, αλλά χρειάζεται επαναφορά σε λειτουργία
Η δημοπρασία αναφέρει ότι το ρεζερβουάρ έχει βαφτεί εκ νέου κάποια στιγμή στο παρελθόν, όμως κατά τα άλλα η μοτοσυκλέτα θεωρείται σε μεγάλο βαθμό αυθεντική.
Παράλληλα, λόγω της πολυετούς ακινησίας, θα χρειαστεί πλήρη επαναφορά σε λειτουργική κατάσταση πριν επιστρέψει στον δρόμο.
Η μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από το παλαιού τύπου βρετανικό έγγραφο ταξινόμησης V5, καθώς και επιπλέον ιστορική αλληλογραφία που τεκμηριώνει την προέλευσή της.
Για τους συλλέκτες ιστορικών μοτοσυκλετών, μία 750 S, με εργοστασιακούς αριθμούς πλαισίου και κινητήρα, γνωστό ιστορικό ιδιοκτησίας και παραγωγή που περιορίστηκε σε μόλις 583 μονάδες, αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές εμφανίσεις σε δημοπρασία των τελευταίων ετών.