Πωλείται η πίστα Chuckwalla στην Καλιφόρνια

Ανησυχία στους φίλους των Track Days για το μέλλον των διοργανώσεων
Chuckwalla
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

29/1/2026

Η Chuckwalla Valley Raceway, μία από τις πιο αγαπημένες και καλοδιατηρημένες πίστες της Νότιας Καλιφόρνιας, βγήκε πρόσφατα προς πώληση έναντι 26 εκατομμυρίων δολαρίων. Η είδηση προκαλεί ανησυχία στους λάτρεις των track days, όχι μόνο λόγω του υψηλού τιμήματος, αλλά και επειδή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση που αλλάζει ριζικά το τοπίο των αμερικανικών πιστών.

Η Chuckwalla, με μήκος 2,68 μιλίων (4,31 χλμ.) και έκταση άνω των 1.000 στρεμμάτων, αποτελεί εδώ και χρόνια έναν από τους βασικούς πυλώνες των track days του Λος Άντζελες. Μαζί με τις πίστες Willow Springs και Buttonwillow, σχηματίζει το τρίγωνο στο οποίο στηρίζεται η καθημερινότητα χιλιάδων οδηγών που αναζητούν ασφαλή χώρο για να εξελίξουν τις ικανότητές τους και να διασκεδάσουν με γρήγορη οδήγηση στην πίστα. Η απόσταση των τριών ωρών από το Λος Άντζελες δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τη δημοφιλία της, ενώ η ποιότητα των εγκαταστάσεων και η συνέπεια στη λειτουργία της την καθιέρωσαν ως σημείο αναφοράς.

Ωστόσο, η πώληση της Chuckwalla έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος συμμετοχής σε track days στις Η.Π.Α. αυξάνεται δραματικά. Η πρόσφατη εξαγορά του Willow Springs από επενδυτικό fund και η μετατροπή του Circuit of the Americas σε πίστα αποκλειστικά για μέλη (!) αποτελούν ενδείξεις μιας νέας πραγματικότητας: οι πίστες μετατρέπονται σταδιακά σε κλειστά κλαμπ υψηλού κόστους. Στο Willow Springs, για παράδειγμα, η τιμή συμμετοχής σε track day έχει σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ τα κόστη ενοικίασης έχουν τριπλασιαστεί, διώχνοντας πολλούς διοργανωτές.

Το μοντέλο λειτουργίας αλλάζει. Οι πίστες που κάποτε βασίζονταν στη συχνή ενοικίαση και στη μαζική συμμετοχή, στρέφονται πλέον σε συνδρομητικά σχήματα με υψηλά αρχικά κόστη και ετήσιες εισφορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο ultra-exclusive Thermal Club, η συμμετοχή απαιτεί εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια (250.0000 κόστος εγγραφής, ετήσια συνδρομή δεκάδων χιλιάδων δολαρίων) και υποχρεωτική αγορά κατοικίας ή οικοπέδου εντός του συγκροτήματος με τυπικό κόστος 2-5 εκατομμύρια δολάρια! Η λογική είναι ξεκάθαρη: σταθερά έσοδα, περιορισμένη χρήση, υψηλή αποκλειστικότητα.

Σύμφωνα με στελέχη του χώρου, η πίεση στα λειτουργικά κόστη -κυρίως στην ασφάλιση- ωθεί τις πίστες σε αυτό το μοντέλο. Παράλληλα, η είσοδος ιδιωτικών επενδυτικών σχημάτων αλλάζει τις προτεραιότητες: η αξία του ακινήτου και η μελλοντική μεταπώληση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από την προσβασιμότητα και την κοινότητα των οδηγών.

Η Chuckwalla μέχρι σήμερα λειτουργούσε με τον παραδοσιακό τρόπο: ανοιχτή σε διοργανωτές, ομάδες και ιδιώτες. Ωστόσο, οι πιθανότητες να παραμείνει έτσι μετά την πώληση θεωρούνται περιορισμένες. Η τελευταία δεκαετία υπήρξε “χρυσή εποχή” για τους φίλους των track days στη Νότια Καλιφόρνια. Προσιτές τιμές, πολλές επιλογές και μια κουλτούρα που άνθισε μακριά από την εμπορευματοποίηση. Σήμερα, όμως, το χόμπι γίνεται ολοένα και πιο ακριβό, πιο αποκλειστικό και λιγότερο προσβάσιμο.

Το μέλλον της Chuckwalla θα δείξει αν η πίστα θα παραμείνει ένας ζωντανός χώρος για την κοινότητα ή αν θα ακολουθήσει την πορεία των υπόλοιπων εγκαταστάσεων που μετατράπηκαν σε κλειστά κλαμπ για λίγους.

MV Agusta: Πέντε μήνες χωρίς παραγωγή – Φήμες για εξαγορά από CFMOTO με ορίζοντα MotoGP και το αγκάθι QJMOTOR

Από το ρεκόρ του 2023 ως την μείωση πωλήσεων κατά 54% του 2025 τα σκωτσέζικα ντους επέστρεψαν στη Schiranna
mv-agusta
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

7/9/2026

Τον Νοέμβριο του 2022 έγινε γνωστή η εξαγορά της MV Agusta από τον Όμιλο Pierer, ο οποίος απέκτησε το 50,1% της ιταλικής εταιρείας και ξεκίνησε ένα μεγάλο πρόγραμμα αναδιοργάνωσής της. Στόχος ήταν να αυξηθεί η παραγωγική ικανότητα της MV σε 15.000 μοτοσυκλέτες ετησίως και, μέσω του δικτύου προμηθειών αλλά και πωλήσεων της ΚΤΜ, να ανεβάσει σημαντικά τις ετήσιες πωλήσεις της. Ο πρώτος δημοσίως ανακοινωμένος στόχος ήταν να φτάσει στις 4.000 πωλήσεις τον χρόνο, με ορίζοντα τις 12.000, ως είχε δηλώσει ο τότε νέος πρόεδρος του ΔΣ της MV, Hubert Trunkenpolz - πρόκειται για ιδρυτικό μέλος της ΚΤΜ, καθώς το Τ στο όνομα προέρχεται από το επώνυμό του.

Το 2023 είχε κλείσει πανηγυρικά για την MV Agusta, αναφέροντας τζίρο 133 εκατομμυρίων ευρώ και κέρδη 11 εκατομμυρίων, επίδοσή που δεν είχε ξαναπετύχει ποτέ στην ιστορία της.

Όλα αυτά ανατράπηκαν έναν χρόνο αργότερα, όταν στα τέλη του 2024 η ΚΤΜ βρέθηκε προ του φάσματος της χρεωκοπίας και σύντομα η εξαγορά της MV Agusta αναστράφηκε, καθώς ο Όμιλος Pierer επέστρεψε το ποσοστό μετοχών του στην οικογένεια Sardarov - του Black Ocean Group που κατείχε την εταιρεία από το 2017 – χάνοντας αρκετά λεφτά, αλλά και έχοντας καθαρίσει την MV από χρέη.

Παρόλα αυτά ωστόσο, η αφαίρεση από την εξίσωση των προμηθευτών της ΚΤΜ, αλλά και του δικτύου πωλήσεών της, είχε άμεση επίπτωση στην MV Agusta, οι επιδόσεις της οποίας τόσο σε πωλήσεις όσο και σε τζίρο βαίνουν σταθερά μειούμενες από το 2024 και μετά, ξυπνώντας εκ νέου φημολογίες περί χρεωκοπίας.

Το 2025 σημείωσε μείωση πωλήσεων της τάξης του 54,3% ενώ φέτος η MV Agusta πούλησε ως και τον Ιούλιο μόλις 1.238 μοτοσυκλέτες, κάνοντας τον στόχο των 4.000 να μοιάζει με όνειρο απατηλό.

Στο μεταξύ, με την επιστροφή των μετοχών στην MV Agusta διορίστηκε νέος διευθύνων σύμβουλος ο Luca Martin, με τον Trunkenpolz να παραμένει στο Δ.Σ. αναλαμβάνοντας το δύσκολο έργο εύρεσης νέων οικονομικών συμμάχων για την MV.

Παρέα με στελέχη της ελβετικής Circular Economy AG, επενδυτικής εταιρείας που επίσης κατείχε μικρό μετοχικό ποσοστό στην MV Agusta, o Trunkenpolz πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του 2025 αναζητώντας νέους στρατηγικούς επενδυτές, επικεντρώνοντας τις προσπάθειές του κατά κόρον στην Κίνα με τη συνδρομή της συνεργάτιδας της ΚΤΜ, CFMOTO.

Σύμφωνα με έγκυρες αναφορές του ιταλικού Τύπου, ο Trunkenpolz επιχείρησε να συνδέσει τις βλέψεις για MotoGP των MV Agusta και CFMOTO, προτείνοντας την εξαγορά της πρώτης από τη δεύτερη και κοινή είσοδο στο κορυφαίο πρωτάθλημα Ταχύτητας του κόσμου. Πέρυσι μάλιστα η CFMOTO φερόταν ως έτοιμη να αποκτήσει το 49% της MV Agusta, με πρόβλεψη για απόκτηση μεγαλύτερου μεριδίου στη συνέχεια και οι δύο πλευρές είχαν υπογράψει σχετικό μνημόνιο συνεργασίας.

Η νέα ανατροπή ήρθε μετά την EICMA 2025, όταν o Timur Sardarov διέκοψε τη συνεργασία με τη Circular Economy, σχέση που πλέον έχει οδηγηθεί στα δικαστήρια, ενώ οι Κινέζοι αποσύρθηκαν από τη σχεδιαζόμενη εξαγορά με πληροφορίες να αναφέρουν πως οι οικονομικές απαιτήσεις των Ιταλών κρίθηκαν ως υπερβολικές.

Αυτό μάλλον ρίχνει τίτλους τέλους και στο σενάριο κοινής καθόδου στο MotoGP των CFMOTO και MV Agusta, παρότι είναι δεδομένο πως και οι δύο εταιρείες ονειρεύονται και σχεδιάζουν την παρουσία τους στο παγκόσμιο πρωτάθλημα.

Ένα πρόβλημα είναι η πρόθεση των Κινέζων να επενδύσουν σε δική τους μοτοσυκλέτα για το MotoGP και όχι να τρέξουν με ιταλική βάση, αλλά προέκυψε ένα ακόμη αγκάθι που πιθανότατα έπαιξε καταλυτικό ρόλο στο τέλος των συζητήσεων περί Grand Prix. Η MV Agusta έχει εδώ και μερικά χρόνια μια συμφωνία συνεργασίας με την QJMOTOR, βάσει της οποίας οι Κινέζοι έχουν αδειοδοτηθεί να χρησιμοποιήσουν κινητήρες των Ιταλών σε μοτοσυκλέτες τους, προσφέροντας παράλληλα πρόσβαση στο εμπορικό δίκτυο της QJ ως γερό πάτημα στην αχανή αγορά της Κίνας.

Ο εσωτερικός ανταγωνισμός των CFMOTO και QJMOTOR στην Κίνα ήταν αυτός που έχρισε ως αδύνατη την αγωνιστική συνεργασία της πρώτης με την MV Agusta και πιθανότατα έπαιξε μικρό ή μεγάλο ρόλο και στην απόρριψη του σχεδίου εξαγοράς της ιταλικής εταιρείας.

Αυτή τη στιγμή, ωστόσο, η MV Agusta αντιμετωπίζει ακόμη σοβαρά προβλήματα με την εφοδιαστική της αλυσίδα, καθώς πολλοί έμποροι στην Ευρώπη δηλώνουν πως δεν έχουν δει ούτε μια καινούργια μοτοσυκλέτα το 2026, ενώ αναφέρουν και μεγάλες ελλείψεις σε ανταλλακτικά. Το γεγονός επιβεβαίωσε ο Γερμανός εισαγωγέας της MV δηλώνοντας πως, “άκουσα ανεπίσημα πως η παραγωγή σχεδιάζεται να επανεκκινήσει τον Οκτώβριο, στο μεταξύ δεν έχω ούτε μια καινούργια μοτοσυκλέτα, ούτε καν Brutale 1000, παρά μόνο demo μοντέλα και μεταχειρισμένα. Επίσης δεν έχω παραλάβει ανταλλακτικά εδώ και δύο μήνες…”

Θεωρεί όμως πως δεν υπάρχει κίνδυνος να κλείσει η MV Agusta και πως είναι απλά θέμα χρόνου να βρεθεί η οικονομική υποστήριξη που θα την επαναφέρει σε τροχιά κερδοφορίας, όπως το 2023 και 2024.

Η πραγματικότητα στη Schiranna περιγράφει μια δυσάρεστη εικόνα, με την παραγωγή να έχει πρακτικά σταματήσει από τον Απρίλιο και κυκλοφορούν πληροφορίες για ανεξόφλητες οφειλές σε προμηθευτές. Μια παρτίδα μοτοσυκλετών που είχαν σταλεί στην Αυστρία θα αποδεσμευτεί για πώληση σε Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία – χώρες που έχουν κοινό αντιπρόσωπο τη γερμανική MV Agusta Operations GmbH με έδρα στην Κολωνία – αλλά για τον υπόλοιπο κόσμο δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο από το προϋπάρχον στοκ, όπου και όσο υπάρχει, καθώς το εργοστάσιο δεν έχει τίποτε να τους δώσει σε αυτή τη φάση.

O Trunkenpolz διαφώνησε με τον Sardarov μετά τη διακοπή συνεργασίας με τη Circular Economy και παραιτήθηκε από τη θέση του στο διοικητικό συμβούλιο της MV Agusta στις 20 Ιουλίου 2026, την ώρα που η γραμμή παραγωγής παραμένει σβηστή επί πέντε μήνες και οι εργαζόμενοι στη Schiranna κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου φοβούμενοι απώλεια των 185 θέσεων εργασίας.

Αμέσως μετά την περσινή EICMA και την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων με τη CFMOTO, η MV Agusta ανέθεσε την εύρεση χρηματοδοτών στον Γερμανό Markus Hüter, ιδιοκτήτη της Restart AG που ειδικεύεται στην αναδιοργάνωση εταιρειών που φλερτάρουν με τη χρεωκοπία, ωστόσο ούτε η δική του συνδρομή έχει φέρει αποτέλεσμα ως σήμερα.

Η διοίκηση από την πλευρά της καθησυχάζει πως δεν υπάρχει περίπτωση χρεωκοπίας και πως το μέλλον της MV Agusta είναι εξασφαλισμένο, αλλά τα τρέχοντα δεδομένα δείχνουν αισθητά πιο δυσοίωνα. Σύμφωνα με αναφορές του ιταλικού Τύπου, η MV φέρεται να έχει δημιουργήσει ξανά χρέος δεκάδων εκατομμυρίων, ενώ υπάρχουν δημοσιεύματα πως έχει ήδη καταθέσει αίτημα υπαγωγής σε καθεστώς διαχείρισης, κάτι που, αν αληθεύει, επιβεβαιώνει τους φόβους των εργαζόμενων της.

Το μόνο σίγουρο είναι πως οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι για την επιβίωση και το μέλλον της MV Agusta.