Πωλητήριο στη Ducati εξετάζει ο Όμιλος VW – Τραπεζικές πιέσεις για ανόρθωση των οικονομικών του

Πολλοστή φορά που η ιταλική εταιρεία εμπλέκεται σε φημολογία περί πώλησής της
ducati
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

30/6/2026

Όλα ξεκίνησαν από ένα δημοσίευμα των The Financial Times, σύμφωνα με το οποίο ο Όμιλος VW βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση εξαιτίας των ισχυρότατων πιέσεων που έχουν δημιουργήσει στις αγορές οι Κινέζοι κατασκευαστές αυτοκινήτων. Η αποκάλυψη μιλά για προτάσεις από τραπεζικούς κύκλους προς τη VW να πουλήσει σημαντικά κομμάτια του ομίλου προκειμένου να βελτιώσει τα οικονομικά της στοιχεία.

Κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο η Ducati, η οποία βρίσκεται σε μια από τις καλύτερες περιόδους της ιστορίας της, τόσο από πλευράς πωλήσεων όσο και στο πρεστίζ, κυριαρχώντας τα τελευταία χρόνια στο κορυφαίο αγωνιστικό επίπεδο – βλέπε MotoGP και WSBK. Αυτά την κάνουν αυτομάτως υπολογίσιμη αξία που πιθανότατα δεν θα δυσκολευτεί να προσελκύσει υποψήφιους αγοραστές σε καλή τιμή.

Ως εδώ θα μπορούσαμε απλώς να μιλάμε για φήμες, ή έστω για προτροπή που οι ιθύνοντες του Ομίλου VW αργά ή γρήγορα θα απορρίψουν, όπως έκαναν επανειλημμένα στο παρελθόν, λ.χ. το 2017 όταν στα απόνερα του Dieselgate εξετάστηκε το ενδεχόμενο πώλησης της Ducati, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε υλοποίηση.

Αυτή τη φορά ωστόσο το κλίμα είναι διαφορετικό και ο Όμιλος VW έχει ήδη εκποιήσει κάποια από στοιχεία του χαρτοφυλακίου του. Πρόσφατα πούλησε την εταιρεία κατασκευής ναυτικών κινητήρων Everllence για 10 δις ευρώ, καθώς και τη Bugatti σε μια ομάδα επενδυτών που περιλαμβάνει και την κατασκευάστρια υπεραυτοκινήτων Rimac.

Επιπλέον, ο διευθύνων σύμβουλος της VW, Oliver Blume, έχει επιβεβαιώσει πληροφορίες πως επίκεινται απολύσεις περίπου 100.000 εργαζομένων από τον Όμιλο, δηλαδή περίπου το ένα έκτο του του παγκόσμιου ανθρώπινου δυναμικού του, ενώ το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει και το κλείσιμο τεσσάρων εργοστασίων της VW.

Η διαρκής επανάληψη σεναρίων για πώληση της Ducati είναι περισσότερο μια ξεκάθαρη ένδειξη πως κάτι δεν πάει καλά στον Όμιλο παρά μια αποκάλυψη για το μέλλον της ιταλικής εταιρείας. Τα ίδια λέγαμε το 2017, τα ίδια ξανά το 2020, για να επιστρέψει η θεματολογία στο ίδιο σημείο σήμερα και ποιος ξέρει πόσες φορές στο μέλλον.

Στην τριετία μετά το Dieselgate η VW σχεδίαζε μεγαλόφωνα ένα νέο μέλλον εστιασμένο στην ηλεκτροκίνηση, τη νέα μοδάτη αγορά που οραματίστηκε η Ε.Ε. με φόντο περιβαλλοντικές προφάσεις, βιαστικές προθεσμίες για υποχρεωτική κατάργηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης και κρατικές επιδοτήσεις. Η επένδυση αυτή ωστόσο, όχι μόνο δεν έσωσε τη VW, αλλά ίσως και να την έσπρωξε βαθύτερα σε οικονομικές τρικυμίες – όπως και αρκετούς άλλους κατασκευαστές ανά τον κόσμο – διότι πολύ απλά ενέσκυψαν τρία κρίσιμα προβλήματα.

Πρώτον, το αγοραστικό κοινό δεν πείστηκε σε επαρκές ποσοστό, με την υιοθέτηση των ηλεκτρικών οχημάτων να αποδεικνύεται στην πράξη πολύ πιο χλιαρή από τις προβλέψεις και τις απαραίτητες υποδομές (σταθμοί φόρτισης, τεχνολογία μπαταριών) να υπολείπονται ακόμη περισσότερο. Δεύτερον, πανδημίες και πόλεμοι φρόντισαν να ανατρέψουν κάθε στρατηγικό πλάνο εξηλεκτρισμού του ευρωπαϊκού στόλου αυτοκινήτων. Τρίτον, η αθρόα εισαγωγή κινέζικων ηλεκτρικών αυτοκινήτων, με σχέση αξίας-τιμής που ξεμπρόστιασε ό,τι καλύτερο είχαν να προτείνουν οι “καθεστωτικοί” κατασκευαστές του δυτικού κόσμου, απορρόφησε πλειοψηφικό μερίδιο της ηλεκτρικής αγοράς.

Κάπως έτσι φτάνουμε για πολλοστή φορά να μιλάμε για σενάρια πώλησης της Ducati από τον Όμιλο VW, σενάρια που περισσότερο βασίζονται σε μια τυπική επαγωγική λογική με μεγάλες δόσεις εικασίας παρά στην πραγματικότητα: “αφού έχει στενότητες και πούλησε τη Bugatti, ε λογικά έρχεται κι η ώρα της Ducati”.

Η πραγματικότητα είναι πως η Ducati είναι ίσως ένα από τα δυνατότερα χαρτιά του γερμανικού ομίλου σε όλα τα επίπεδα, από το οικονομικό ως το μάρκετινγκ και το πρεστίζ. Μοιάζει με σημαντικό λάθος εκ μέρους VW η σκέψη για πώληση της εταιρείας αυτής, ακόμη κι αν η δικαιολογία περιστρέφεται ξανά και ξανά στο παραδοσιακό “να ρίξει το βάρος στην πηγαία της δραστηριότητα, στα αυτοκίνητα VW”. Ευκολότερα βγάζει νόημα το ξεφόρτωμα προβληματικών κομματιών του ενεργητικού σου, παρά των πιο κερδοφόρων.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, αν όντως η Ducati βγει στο σφυρί, περισσότερο θα ήταν δείγμα ανησυχίας για το μέλλον του Ομίλου VW, παρά γι’ αυτό της ιταλικής εταιρείας που δείχνει υγιέστερη από ποτέ.

Ετικέτες

Ιαπωνία: Θρυλικές αγωνιστικές GP των Honda & Yamaha συναντιούνται ξανά στο μουσείο της πρώτης

Μια έκθεση στο Honda Collection Hall συγκεντρώνει αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που έγραψαν την ιστορία της ιαπωνικής αντιπαλότητας
Honda Yamaha
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

11/8/2026

Η έκθεση "Two Passions, One Dream: Honda and Yamaha's Challenges in WGP" φιλοξενείται στο Honda Collection Hall του Motegi έως τις 18 Οκτωβρίου, φέρνοντας στον ίδιο χώρο μερικές από τις σημαντικότερες αγωνιστικές μοτοσυκλέτες των Honda και Yamaha.

Honda και Yamaha αποτελούν εδώ και περισσότερες από επτά δεκαετίες δύο από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές της ιαπωνικής μοτοσυκλέτας. Η νέα έκθεση στο Honda Collection Hall παρουσιάζει την ιστορία αυτής της αντιπαλότητας μέσα από αγωνιστικές μοτοσυκλέτες που συμμετείχαν στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας, τον πρόδρομο των σημερινών MotoGP.

Η έκθεση ξεκίνησε στις 18 Ιουλίου και θα παραμείνει ανοιχτή έως τις 18 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που συνδέονται με το Ιαπωνικό Grand Prix του MotoGP, το οποίο θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο στο Mobility Resort Motegi.

Η εντυπωσιακή αρχή της Yamaha

Η ιστορία της Yamaha Motor ξεκίνησε το 1955, όταν η Nippon Gakki, πρόγονος της σημερινής Yamaha Motor, παρουσίασε την πρώτη της μοτοσυκλέτα, την YA1 των 125 cc. Η Yamaha Motor ιδρύθηκε επίσημα την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους.

Honda and Yamaha
Η Yamaha YA-1 (1955) στην αγωνιστική έκδοση Asama Highlands Race, η οποία θριάμβευσε στην κατηγορία Ultra Light των 125 κυβικών εκατοστών

Μόλις δέκα ημέρες αργότερα, η νέα εταιρεία συμμετείχε στον τρίτο αγώνα ανάβασης του Mount Fuji. Η Yamaha είχε ήδη αποφασίσει ότι οι αγώνες αποτελούσαν τον καλύτερο τρόπο για να αποδείξει την τεχνολογική αξία των μοτοσυκλετών της.

Η YA1 κέρδισε την κατηγορία των 125 cc, με έξι μοτοσυκλέτες της να τερματίζουν στις πρώτες εννέα θέσεις.

Τον Νοέμβριο του 1955, στον πρώτο αγώνα Asama Highland Race, η Yamaha έκανε ακόμη πιο εντυπωσιακή εμφάνιση. Οι YA1 κατέλαβαν τις τέσσερις πρώτες θέσεις στην κατηγορία Ultra Light των 125 cc, αφήνοντας πίσω τις Honda Benly.

Η ήττα ήταν τόσο έντονη ώστε ο Soichiro Honda αναγνώρισε ανοιχτά την αποτυχία της εταιρείας, χαρακτηρίζοντας το αποτέλεσμα συντριπτικό και τονίζοντας την ανάγκη για βαθύτερη αξιολόγηση.

Έτσι ξεκίνησε ουσιαστικά η αντιπαλότητα Honda και Yamaha, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η Honda και η παγκόσμια κυριαρχία

Η Honda έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ταχύτητας το 1959, συμμετέχοντας στο Isle of Man TT με μοτοσυκλέτα 125 cc.

Το 1960 η Honda συμμετείχε σε δύο κατηγορίες, 125 και 250 cc, ενώ το 1961 ήρθε η πρώτη μεγάλη επιτυχία. Η εταιρεία κατέκτησε τόσο το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών όσο και το Πρωτάθλημα Αναβατών στις δύο κατηγορίες.

Honda and Yamaha
RC143 (125cc) του 1961 και ένα πάνελ που παρουσιάζει το ταξίδι προς την πρώτη κατάκτηση του κόσμου

Η εξέλιξη ήταν ταχύτατη. Το 1966 η Honda πέτυχε ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στην ιστορία των αγώνων μοτοσυκλέτας, κατακτώντας το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών και στις πέντε κατηγορίες του WGP, από τα 50 έως τα 500 cc.

Η ειδική έκθεση στο Motegi είναι αφιερωμένη και στην επέτειο των 60 ετών από αυτό το πρωτοφανές επίτευγμα.

Οι θρυλικές Honda της έκθεσης

Στο Honda Collection Hall παρουσιάζονται μεταξύ άλλων:

Honda RC143 (1961) – 125 cc

Honda RC149 (1966) – 125 cc

Honda RC166 (1966) – 250 cc

Honda RC116 (1966) – 50 cc

Honda RC174 (1967) – 350 cc

Honda RC181 (1967) – 500 cc

Honda and Yamaha
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1966 RC166 (250cc), τετράχρονη εξακύλινδρη με 2 επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο εξοπλισμός του Mike Hailwood, ο οποίος παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό στο πλαίσιο της συγκεκριμένης έκθεσης.

Honda and Yamaha

Και οι Yamaha που αντιμετώπισαν τη Honda

Η Yamaha εκπροσωπείται επίσης με σημαντικές αγωνιστικές μοτοσυκλέτες της εποχής, μεταξύ των οποίων οι:

Yamaha RD56 (1965) – 250 cc

Yamaha RA97 (1966) – 125 cc

Yamaha RA31A (1968) – 125 cc

Yamaha RD05A (1968) – 250 cc

Honda and Yamaha
Η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια του 1965 RD56 (250cc), αερόψυκτη, δίχρονη, δικύλινδρη. Μια θρυλική μηχανή που κατέκτησε το Πρωτάθλημα Κατασκευαστών & Αναβατών για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά μετά το 1964.

Η συνύπαρξη αυτών των μοτοσυκλετών στον ίδιο χώρο επιτρέπει μια άμεση σύγκριση της τεχνολογικής προσέγγισης των δύο κατασκευαστών σε μία από τις πιο ανταγωνιστικές περιόδους του WGP.

Η έκθεση δεν περιορίζεται στις επιτυχίες. Παρουσιάζει επίσης την πορεία που οδήγησε στην απόφαση των Ιαπώνων κατασκευαστών να αποχωρήσουν από τις εργοστασιακές συμμετοχές στο WGP, σηματοδοτώντας το τέλος μιας σημαντικής εποχής.

Από την πρώτη νίκη της Yamaha με την YA1 το 1955 μέχρι την κυριαρχία της Honda το 1966 και τη μεταγενέστερη εξέλιξη των δύο εταιρειών, η έκθεση στο Motegi παρουσιάζει μέσα από τις ίδιες τις μοτοσυκλέτες την ιστορία μιας αντιπαλότητας που διαρκεί περισσότερα από 70 χρόνια.