Τέλος ο Adrian Morton από την MV Agusta

Μετά από 20 χρόνια συνεργασίας
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

22/6/2020

Η είδηση που ήρθε από την Ιταλία προκάλεσε αίσθηση, καθώς έκανε λόγο για το ότι ο Adrian Morton δεν θα είναι πλέον ο Διευθυντής του σχεδιαστικού τμήματος της MV Agusta, το οποίο έχει την έδρα του στο CRC στο Rimini. Πρόκειται για το τέλος μια εικοσαετούς συνεργασίας, της οποίας καρποί ήταν ολόκληρη η σειρά των τρικύλινδρων της MV. Ο Morton ήταν επίσης υπεύθυνος για τον σχεδιασμό των Turismo Veloce, Rivale, RVS#1 και πιο πρόσφατων των Superveloce 800, Brutale 1000 και Rush 1000. Πιο παλιά είχε ήδη χτίσει την φήμη του με τον σχεδιασμό των Benelli Tornad και TnT.

Ο άνθρωπος που θα αντικαταστήσει τον Morton είναι ο Giorgio Mazzotti, ενώ ταυτόχρονα ανακοινώθηκε ότι ο Alessandro Volpini θα είναι ο νέος Τεχνικός Διευθυντής του CRC. O Brian Gillen αναβαθμίστηκε σε Διευθυντή του R&D, τόσο για την MV Agusta όσο και του CRC.

ΟGiorgio Mazzotti, 56 ετών, είναι βιομηχανικός σχεδιαστής με πάνω από 29 έτη εμπειρίας πάνω σε μοτοσυκλέτες παραγωγής, αυτοκίνητα και εμπορικά οχήματα. Αντίστοιχα, ο Alessandro Volpini είναι μηχανολόγος μηχανικός με μεγάλη εμπειρία στον σχεδιασμό και στην βιομηχανοποίηση οχημάτων για την αγορά της μοτοσυκλέτας. Σύμφωνα με το δελτίο τύπου που έδωσε στην δημοσιότητα η MV Agusta, το ιστορικό του περιλαμβάνει μια πλούσια καριέρα στον σχεδιασμό, στην δημιουργία πρωτοτύπων, στις δοκιμές και στην βιομηχανοποίηση.

Ο CEO της MV Agysta, Timur Sardarov, δήλωσε ότι "ως εταιρεία, η MV Agusta έχει εστιάσει τόσο στην καινοτομία όσο και στην τεχνολογία. Καλωσορίζοντας τους Giorgio και Alessandro στην φίρμα, νιώθω σίγουρος ότι πλέον διαθέτουμε με μεγάλη ομάδα για να ανταποκριθούμε στις στιλιστικές και τεχνολογικές προκλήσεις που δίνουν κίνητρο για την εξέλιξη των προϊόντων μας στο μέλλον."

Δεν παρέλειψε επίσης να ευχαριστήσει τον Adrian Morton για την τεράστια συνεισφορά του μέσα στα τελευταία 20 χρόνια, αλλά και για την δημιουργία θρυλικών έργων μοτοσυκλετιστικής τέχνης.

 

 

Κάμερες τροχαίας στην Αττική: Ψαλιδίστηκαν 21.000 καταγραφές πριν βεβαιωθεί πρόστιμο

Το νέο σύστημα ελέγχου καταγράφει παραβάσεις, αλλά κάθε υπόθεση εξετάζεται πριν εκδοθεί κλήση
Καμερες
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

4/8/2026

Περισσότερες από 21.000 καταγραφές παραβάσεων που εντόπισαν οι νέες κάμερες κυκλοφορίας στην Αττική απορρίφθηκαν έπειτα από έλεγχο της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία ή δεν επρόκειτο για πραγματικές παραβάσεις

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., έως τις 22 Ιουλίου 2026 ακυρώθηκαν συνολικά 21.073 καταγραφές από το νέο σύστημα αυτόματης επιτήρησης της κυκλοφορίας, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι κάμερες δεν εκδίδουν αυτόματα πρόστιμα, αλλά κάθε περίπτωση ελέγχεται πριν βεβαιωθεί παράβαση.

Ο συχνότερος λόγος απόρριψης ήταν η λανθασμένη αναγνώριση οχημάτων που κινούνταν πολύ κοντά στη διαγράμμιση, χωρίς όμως να την παραβιάζουν. Για τον λόγο αυτό ακυρώθηκαν 7.039 καταγραφές (33,4%).

Ακολούθησαν τα οχήματα έκτακτης ανάγκης και κρατικά οχήματα, με 6.051 ακυρώσεις (28,7%), καθώς διαθέτουν ειδικό καθεστώς κατά την εκτέλεση υπηρεσίας.

Σε 4.732 περιπτώσεις (22,5%) η ποιότητα της εικόνας δεν επέτρεπε την ασφαλή αναγνώριση του οχήματος, κυρίως κατά τις νυχτερινές ώρες ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.

Επιπλέον, 1.958 καταγραφές (9,3%) ακυρώθηκαν επειδή η κυκλοφορία ρυθμιζόταν εκείνη τη στιγμή από τροχονόμο ή υπήρχε νόμιμη εξαίρεση για οχήματα της ΕΛ.ΑΣ., της Πυροσβεστικής ή του ΕΚΑΒ.

Μικρότερο ποσοστό αφορούσε περιπτώσεις όπου καταγράφηκαν περισσότερα από ένα οχήματα στο ίδιο πλάνο (440 περιπτώσεις), ξένες ή μη καταχωρημένες πινακίδες (171), σφάλματα στην αυτόματη αναγνώριση πινακίδων (107), μη ευδιάκριτες πινακίδες λόγω φθοράς ή λάσπης (71) και ελιγμούς που πραγματοποιήθηκαν για αποφυγή ατυχήματος (28). Άλλες 476 καταγραφές χαρακτηρίστηκαν ως “λοιποί λόγοι”.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το σύστημα λειτουργεί με ανθρώπινο έλεγχο πριν από την επιβολή προστίμου, ώστε να αποφεύγονται λανθασμένες χρεώσεις. Παράλληλα, αναδεικνύουν τα σημεία όπου το σύστημα εμφανώς πάσχει, όπως η ακρίβεια των αλγορίθμων αναγνώρισης, η απόδοση των καμερών σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού και η καλύτερη αναγνώριση των πινακίδων κυκλοφορίας.