Μεγαλώνει στο βρετανικό R&D, συρρικνώνεται η παραγωγή
Από τον
Μπάμπη Μέντη
24/2/2020
Τα τελευταία χρόνια, η Triumph έχει μεταφέρει σταδιακά το 90% της παραγωγής της στα τρία ολοκαίνουρια εργοστάσια της Ταϊλάνδης. Έτσι αυτή τη στιγμή, από τις 65.000 μοτοσυκλέτες που κατασκευάζει κάθε χρόνο, μόλις οι 6.500 από αυτές φτιάχνονται στο εργοστάσιο του Hinckey και συγκεκριμένα είναι το Speed Triple και το γιγαντιαίο Tiger 1200. Σύμφωνα όμως με τα λόγια του εμπορικού διευθυντή της βρετανικής εταιρείας Paul Stroud, όλη (σχεδόν) η παραγωγής θα μετακομίσει στην Ταϊλάνδη έως το τέλος του 2020. Η λέξη “σχεδόν” μπήκε σε αυτή την πρόταση διότι στο βρετανικό εργοστάσιο θα μείνει μια μικρή γραμμή παραγωγής για τα μοντέλα της σειράς TFC (Triumph Factory Custom) καθώς και για κάποια άλλα εξειδικευμένα μοντέλα που θα παρουσιαστούν στο μέλλον. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως η μορφή που θα έχουν οι βρετανικές εγκαταστάσεις θα αλλάξει δραματικά, καθώς οι θέσεις των εργατών και των εργαλειομηχανών θα αντικατασταθούν από επιστημονικό προσωπικό και εργαστήρια του R&D. Το νέο σχέδιο παγκόσμιας ανάπτυξης της Triumph (μετά και την συμφωνία που υπέγραψε με την ινδική Bajaj, που είναι και μεγαλομέτοχος της KTM…) στοχεύει στην μείωση του κόστους παραγωγής και ταυτόχρονα στην ταχύτερη εξέλιξη νέων μοντέλων. Με την παραγωγή να πηγαίνει στα φτηνά εργατικά χέρια της Ταϊλάνδης, αυτομάτως η Triumph βρίσκεται γεωγραφικά σε στρατηγικό σημείο για την ανάπτυξής της στις γιγαντιαίες αγορές της Ασίας, ενώ την ίδια στιγμή μειώνει το κόστος. Από την άλλη μεριά, αυξάνοντας το ανθρώπινο δυναμικό και τις δυνατότητες του R&D στην Βρετανία, θα μπορεί να σχεδιάζει και να ετοιμάζει ταχύτερα νέα μοντέλα που θα την βοηθήσουν να μπει με αξιώσεις σε αυτές τις αγορές, αλλά και να επεκταθεί σε νέες. Την ίδια στιγμή, η Triumph διαθέτει εγκαταστάσεις-συναρμολογητήρια στη Βραζιλία και την Ινδία, ξεπερνώντας την βαριά φορολογία που έχουν οι εισαγωγές μοτοσυκλετών σε αυτές τις γιγαντιαίες αγορές. Όλα αυτά είναι φυσική εξέλιξη και η Triumph (όπως και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι κατασκευαστές) κάνουν μετά από 50 χρόνια ό,τι ήδη έχουν κάνει τα Ιαπωνικά εργοστάσια από τα μέσα των 60ies, που διέθεταν εργοστάσια σε όλη την Ασία και την Λατινική Αμερική! Ουσιαστικά δηλαδή το μόνο που αλλάζει με αυτή την απόφαση αφορά την κουβέντα περί “βρετανικής αυθεντικότητας”. Διότι σε θέματα ποιότητας, τα Bonneville είναι χωρίς καμία αμφιβολία σημείο αναφορά για την κορυφαία ποιότητα υλικών, βαφής και φινιρίσματός τους. Τέλος, ο κύριος Paul Stroud μίλησε και για το Project TE-1, δηλαδή την ηλεκτρική μοτοσυκλέτα που ετοιμάζει η Triumph. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, προς το παρόν η Triumph θα επενδύσει μόνο στην ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας, σε συνεργασία με την ομάδα της F1 Williams για ελαφριές, υψηλής απόδοσης μπαταρίες και με τα πανεπιστήμια τεχνολογίας της Βρετανίας για τα λογισμικά διαχείρισης. Για την μορφή και το είδος της μοτοσυκλέτας που θα βγάλουν στην παραγωγή θα αποφασίσουν πολύ αργότερα, όταν αρχίσουν να διαμορφώνονται τα γούστα των μοτοσυκλετιστών για τις ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες.
Δύο από τις V4 Honda του Joey Dunlop σε δημοπρασία από την Bonhams
Στις 12 Οκτωβρίου RC30 και RC45 στο Classic Motorcycle Mechanics Show από τον οίκο Bohnams
Από τον
Φίλιππο Σταυριδόπουλο
26/9/2025
Δύο από τις αγωνιστικές Honda V4 με ιστορικές νίκες, που οδήγησε ο θρυλικός Joey Dunlop, 26 φορές νικητής στο Isle of Man TT, θα βγουν σε δημοπρασία στις 12 Οκτωβρίου στο Classic Motorcycle Mechanics Show, από τον οίκο Bonhams
Περισσότερες από 200 μοτοσυκλέτες θα περάσουν από το σφυρί στη συγκεκριμένη δημοπρασία, με τις δύο αγωνιστικές μοτοσυκλέτες του Joey να προέρχονται απευθείας από την οικογένεια Dunlop στην ιδιοκτησία της οποίας είχαν παραμείνει.
Οι μοτοσυκλέτες του Dunlop που θα δημοπρατηθούν είναι η Honda RC30 με την οποία ο Joey κέρδισε το Isle of Man TT το 1988, καθώς και η Honda RC45 με την οποία κέρδισε το Ulster Grand Prix το 1999.
Ανάμεσα στις 200 μοτοσυκλέτες, πάνω από 60 θα προσφερθούν χωρίς τιμή εκκίνησης, ενώ τα δύο γνήσια αγωνιστικά Honda είχαν εκτεθεί στο παρελθόν στο "Joey’s Bar" στο Ballymoney, την γενέτειρα του Dunlop.
"Το να προσφέρεις μία από αυτές τις μοτοσυκλέτες είναι κάτι το εξαιρετικό, το να προσφέρεις και τις δύο μαζί, την νικήτρια του Isle of man TT, RC30, και την νικήτρια του Ulster Grand Prix, RC45, από τη συλλογή της οικογένειας, είναι ένα μοναδικό γεγονός ", δήλωσε ο Dave Hancock, σύμβουλος της Bonhams Motorcycles και συντάκτης του MCN.
"Για τους συλλέκτες και τους φίλους των αγώνων δρόμου, αυτή είναι μια ανεπανάληπτη ευκαιρία να αποκτήσουν τις μοτοσυκλέτες που σφράγισαν το κλείσιμο ενός κεφαλαίου στην καριέρα του Joey Dunlop."
Honda RC30 – Νικήτρια του Isle of Man TT 1988
Λίγες μοτοσυκλέτες συνδυάζουν τεχνολογική σημασία, αγωνιστικές επιτυχίες και συναισθηματική αξία όσο η Honda RC30 του Joey Dunlop, η μοτοσυκλέτα με την οποία κέρδισε το Formula 1 TT στο Isle of Man το 1988, χαρίζοντας στη VFR750R την πρώτη της νίκη στο νησί.
Κατασκευασμένη από το HRC αποκλειστικά για να κατακτήσει το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike, η RC30 έφερε την τεχνολογία των GP στον δρόμο. Είχε χειροποίητο V4 κινητήρα 748cc, κίνηση με γρανάζια στους εκκεντροφόρους και 112 ίππους, κιβώτιο έξι σχέσεων με συμπλέκτη περιορισμένης ολίσθησης, τετραπίστονες δαγκάνες, quick-release πιρούνι και μονόμπρατσο ψαλίδι για γρήγορη αλλαγή τροχών. Για όλα τα ανωτέρω, όταν κυκλοφόρησε, δικαίως θεωρήθηκε καθαρόαιμο εξωτικό μοντέλο.
Και η RC30 δικαίωσε την αποκλειστικότητά της, ο Fred Merkel κατέκτησε τους δύο πρώτους τίτλους WSBK, ο Carl Fogarty δύο σερί Formula 1 TT, ενώ η αντοχή της αποδείχθηκε με νίκες σε Le Mans, Spa και Suzuka.
Στο Isle of Man του 1988 η λάμψη της κορυφώθηκε. Ο Joey Dunlop κέρδισε το Formula 1 TT με μέση ταχύτητα 187,09 km/h και ολοκλήρωσε το δεύτερο hat-trick της καριέρας του με νίκες σε Junior TT και Senior TT, όπου έσπασε το ρεκόρ γύρου ανεβάζοντάς το στα 190,77 km/h. Ο ίδιος δήλωνε ότι η RC30 του έδωσε την ακρίβεια και την αυτοπεποίθηση για να πιέσει πιο σκληρά από ποτέ, χαρακτηρίζοντάς την ως τη μοτοσυκλέτα που "άλλαξε τα πάντα".
Η συγκεκριμένη RC30 αγωνίστηκε επίσης στο πρώτο γύρο της ιστορίας του WSBK στο Donington Park το 1988, όπου ο Dunlop ανέβηκε στο βάθρο, καθώς και σε Hungaroring και Hockenheimring, αποδεικνύοντας ότι μπορούσε να σταθεί και στις πίστες κλειστού τύπου απέναντι στους κορυφαίους του κόσμου.
Με σφραγισμένο εργοστασιακό πλαίσιο και κινητήρα HRC full kit με σπάνια flat-slide καρμπυρατέρ μαγνησίου, με την υπογραφή του θρυλικού βελτιωτή Tony Scott, η RC30 αυτή αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές νικηφόρες μοτοσυκλέτες TT που έχουν υπάρξει. Σήμερα, για πρώτη φορά, προσφέρεται σε δημοπρασία, μια ανεπανάληπτη ευκαιρία για κάθε συλλέκτη και λάτρη των αγωνιστικών Honda V4.
Honda RC45 – Νικήτρια του Ulster Grand Prix 1999
Η Honda RC45 (RVF750), που παρουσιάστηκε το 1994 ως διάδοχος της θρυλικής RC30, αποτέλεσε μια πλήρη εξέλιξη σε όλους τους τομείς. Παρέμεινε περιορισμένη έκδοση για homologation, εξοπλισμένη με ψεκαστό V4 κινητήρα 749cc με μπιέλες τιτανίου, κίνηση με γρανάζια στους εκκεντροφόρους και νέες διαστάσεις διαμέτρου και διαδρομής. Απέδιδε περίπου 120 ίππους στη stock έκδοση και σημαντικά περισσότερους στις αγωνιστικές προδιαγραφές. Το πλαίσιο ήταν νέο, διπλού δοκού αλουμινένιο, πιο άκαμπτο, με πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις Showa (σε αυτή τη μοτοσυκλέτα τοποθετήθηκαν Ohlins) και τα πιο εξελιγμένα, της εποχής εκείνης, φρένα της Nissin. Ήταν μια από τις τεχνολογικά πιο προχωρημένες superbikes της εποχής, αν και αρχικά επισκιάστηκε από την Ducati 916. Παρ’ όλα αυτά, χάρισε στη Honda το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Superbike το 1997 με τον John Kocinski, ενώ πέτυχε νίκες σε Isle of Man TT, North West 200 και Suzuka 8 Hours.
Για τον Joey Dunlop, η RC45 αποτέλεσε τη μοτοσυκλέτα των τελευταίων μεγάλων του επιτυχιών. Οδήγησε την RC45 σε TT, North West 200 και Dundrod, με αποκορύφωμα το Ulster Grand Prix του 1999, όπου στα 47 του χρόνια κέρδισε έναν από τους πιο θρυλικούς αγώνες της δεκαετίας απέναντι σε αναβάτες όπως ο David Jefferies και ο Ian Duffus με Yamaha R1. Η μάχη κράτησε έξι γύρους με μέση ταχύτητα πάνω από 193 km/h, και ο Joey επικράτησε, πανηγυρίζοντας την 24η του νίκη στο Ulster GP.
Η RC45 συνέχισε να αγωνίζεται διεθνώς έως το 2000, με τον Dunlop να την οδηγεί και στο Talin της Εσθονίας, όπου κέρδισε αγώνες στις κατηγορίες 600cc και 750cc, αγώνα που δυστυχώς κόστισε τη ζωή του. Η συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα είναι μία από τις ελάχιστες RC45 που είχε ετοιμάσει η Honda, με εργοστασιακό αγωνιστικό πλαίσιο και κινητήρα χωρίς αριθμό, όπως ήταν η συνήθεια στα HRC αγωνιστικά και με μεταλλική πλακέτα στο πλαίσιο για τις διεθνείς μετακινήσεις. Ο κινητήρας της είναι ο τελευταίος RC45 που προετοίμασε ο αείμνηστος Steve Mellor (V&M Racing).
Η RC45 αυτή δεν είναι απλώς μια αγωνιστική superbike, είναι η μοτοσυκλέτα που χάρισε στον Joey Dunlop μια από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες νίκες του και μια από τις τελευταίες του παρουσίες στο βάθρο. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια της αγωνιστικής του κληρονομιάς.
Και οι δύο μοτοσυκλέτες θα παρουσιαστούν με εκτίμηση τιμής μεταξύ £80,000 και £100,000 (περιπου 90.000€ με 115.000€). Μέχρι σήμερα φυλάσσονταν από την οικογένεια Dunlop και είχαν οδηγηθεί μόνο σε ειδικές περιστάσεις, όπως στη φετινή εκδήλωση "Joey 25" στο Ballymoney, που τίμησε τη μνήμη και την κληρονομιά του αδικοχαμένου αναβάτη.