Honda CBR 1000RR Fireblade 2004 - 2007

Από το

Μαύρο Σκύλο

24/8/2010

Χρειάζεται ένα ουσιωδώς κοφτερό μυαλό για να καταφέρει να καταλήξει σε μια θεωρεία που να επαληθεύεται πάντα και ένας εξίσου ικανός μηχανικός για να σχεδιάσει μια superbike που οδηγείται γρήγορα απ’ όλους. Οι Ιάπωνες συναντούν τον Ευκλείδη και γεννιέται η πρώτη CBR 1000RR Fireblade!
[blockquote]ναι...
Για την γραμμική απόδοση του δυνατού κινητήρα.
Για τη φιλικότητά του στην καθημερινή μετακίνηση.
Γιατί εξακολουθεί να είναι σύγχρονο.
όχι....
Αν είστε ο τύπος που δεν σηκώνει από πολλά λόγια, δεν θέλετε φίλους και έχετε την απόλυτη πεποίθηση ότι είστε καλύτερος από πολλούς άλλους. Με άλλα λόγια ψάχνετε την απόλυτη λύση...
γιατί...
Γιατί θέλετε ένα superbike που μπορεί να έχει θέση για κλειδαριά και κινείται με ευκολία ανάμεσα στα αυτοκίνητα, αλλά δεν υστερεί στην πίστα και στην γρήγορη οδήγηση. Αν αλλάζετε από μικρότερη κατηγορία, τότε αυτή είναι μια από τις φιλικότερες μεταχειρισμένες που θα σας εισάγουν στα 1000 κυβικά με ασφάλεια.              
Τι πρέπει να προσέξετε
Είναι σημαντικό να ψάξετε για τυχόν πτώσεις, που επιμελώς προσπάθησε να κρύψει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης. Χωρίς γενικευμένα μηχανικά προβλήματα και με τον κινητήρα να αντέχει σε μακρές περιόδους ανάμεσα στα service, αυτό που θα πρέπει να σας απασχολήσει περισσότερο είναι η χρήση που του επιφύλαξε ο προηγούμενος ιδιοκτήτης. Αν υπάρχουν εξαρτήματα aftermarket ρωτήστε να μάθετε που έγινε η εργασία και αν είστε κοντά στην απόφαση επισκεφτείτε ένα δυναμόμετρο, η αλήθεια θα φανεί κατευθείαν.[/blockquote]
Μετά την CBR 954RR του 2002 ήρθε επιτέλους το πλήρωμα του χρόνου για να ανέβει ο κυβισμός στα επίπεδα του ανταγωνισμού. Μέχρι τότε μπορεί οι superbike της Honda να μην υπολείπονταν σε δυνατότητες, αλλά τους έλειπε αυτό το μαγικό νούμερο στο αυτοκόλλητο της ουράς που περισσότερο μετρά στο νευρικό σύστημα του αναβάτη, παρά στο εύρος αξιοποιήσιμης ισχύος που παρέχει το δεξί γκριπ. Αυτό όμως που έμεινε ίδιο, και για άλλη μια φορά επιβεβαίωσε το μύθο της Honda, είναι η απαράμιλλη φιλικότητα και ο γραμμικός τρόπος λειτουργίας. Μπορεί τα κυβικά να έφτασαν τα 1000, αλλά αυτό ήταν και το μοναδικό βήμα που ακολουθούσε τον ανταγωνισμό. Το πλαίσιο, αν και εντελώς νέας σχεδίασης, παράμεινε γύρω από τον κινητήρα χρησιμοποιώντας τον ως ενεργό τμήμα του και όχι πάνω από αυτόν, όπως προέτασσε η μόδα. Το μειονέκτημα ήταν να ανεβαίνει το πλάτος στα 720 χιλιοστά, που μπορεί να μην ήταν το μεγαλύτερο σε superbike, αλλά ήταν πάνω από όλες τις υπόλοιπες τετρακύλινδρες. Βέβαια, η επιλογή αυτή της Honda δεν έγινε απλώς για να διαφοροποιηθεί από τους υπόλοιπους, αλλά γιατί ήταν μια καλά δοκιμασμένη λύση που είχε αποδείξει τα πλεονεκτήματα της χρήσης της στην RCV. Στην πράξη η αναδιάταξη του κινητήρα των 998 κυβικών και των αξόνων του κιβωτίου επέτρεψε να μειωθεί το μήκος του και έτσι να τοποθετηθεί μακρύτερο ψαλίδι τύπου Unit Pro Link, όπως και στην CBR 600RR που φυσικά το είχε “κλέψει” από την RC211V. Αυτή η νέα γεωμετρία έφερε το σώμα του αναβάτη πιο κοντά στον εμπρός τροχό, τα κλιπόν χαμηλότερα και τα μαρσπιέ ελάχιστα ψηλότερα αλλάζοντας τη θέση οδήγησης, διατηρώντας όμως τα επίπεδα άνεσης. Κάπως έτσι γίνεται κατανοητό ότι η ευκλείδειος γεωμετρία έχει μεταφραστεί αλάνθαστα στα Ιαπωνικά και μελετηθεί πλήρως από τον Kunitaka Hara, υπεύθυνο σχεδιασμού του πρώτου Fireblade του ενός λίτρου. Στη σέλα του βολεύονται οι περισσότεροι αναβάτες ανεξαρτήτως ύψους και μπορεί τα πόδια να ανοίγουν λίγο περισσότερο από το σύνηθες, αλλά καταφέρνει να συμπεριφέρεται ως ενιαίο σύνολο σε οποιαδήποτε κλίση αδιαφορώντας για τη θέση του γκαζιού. Αυτό ήταν το επόμενο και πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του CBR 1000RR, η απόλυτη γραμμικότητα. Με απόδοση 172 ίππων ο τετρακύλινδρος κινητήρας των 75 x 56,5mm έχει σίγουρα δύναμη και μάλιστα αρκετή. Την κρύβει όμως επιμελώς, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, που όποιος το οδήγησε για πρώτη φορά ορκιζόταν ότι δεν ξεπερνά με τίποτα τους 150 ίππους. Σωστά μοιρασμένη η δύναμη δεν λείπει πουθενά, ούτε και μετά τις 10.000 στροφές, αφού η μέγιστη απόδοση έρχεται στις 11.250 και συνεχίζει να βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό το νούμερο μέχρι τις 12.000. Οδηγώντας την καθημερινά -και μόνο τότε- καταλαβαίνεις τα πλεονεκτήματα από την έλλειψη έκρηξης στο γκάζι. Αδιαφορείς για την επιλεγμένη σχέση στο ακριβές κιβώτιο, αφού μπορείς να βρίσκεσαι πάντα μια ταχύτητα πάνω και εμπιστεύεσαι πλήρως την πληροφόρηση που σου δίνει το ανεστραμμένο πιρούνι των 43 χιλιοστών. Η σταθερότητα του CBR1000RR στις υψηλές ταχύτητες, τόσο στην ευθεία όσο και μέσα στη στροφή, δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της καλής λειτουργίας του πιρουνιού και της πιο αργής γεωμετρίας. Τη διαφορά κάνει το ηλεκτρονικά ελεγχόμενο σταμπιλιζατέρ, το HESD (Honda Electronic Steering Damper). Χωρίς να μπορεί να μιλήσει κανείς για καινοτομία, αφού τα περιστροφικά σταμπιλιζατέρ βρισκόταν ήδη στο εμπόριο, η εφαρμογή της Honda έκανε τη διαφορά μεταβιβάζοντας τον έλεγχο στην κεντρική μονάδα. Η ECU παίρνοντας τα δεδομένα ταχύτητας και επιτάχυνσης, από τους αισθητήρες αποφασίζει το μέγεθος της απόσβεσης μέσω ενός χάρτη τριών αξόνων. Αυτό σημαίνει ότι σε συνθήκες πόλης ή στο παρκάρισμα το τιμόνι του Fireblade δεν γίνεται βαρύ και δύσκολο στην περιστροφή. Χωρίς να υπάρχει το εξαίσιο σύστημα C-ABS που ήρθε το 2008, τα φρένα του προηγούμενου CBR 1000RR μπορεί από μόνα τους να μην αποτελούν είδηση για το χώρο της μοτοσυκλέτας, αλλά σίγουρα έχουν πολλά να πουν. Οι δύο δίσκοι των 310mm μπροστά με τις δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων και ο μονός 220mm πίσω, έχουν όση δύναμη χρειάζονται για να τιθασεύσουν, όχι μόνο την προίκα των 172 ίππων του εργοστασίου αλλά και όση περισσότερη του έχει δώσει ο ενθουσιώδης ιδιοκτήτης με προϊόντα aftermarket. Το CBR 1000RR έχει αποδείξει ότι ήταν μια πολύ καλή “πλατφόρμα” πειραματισμών με την ιπποδύναμη του κινητήρα, καθώς δεν αντιδρούσε με προβλήματα στην οποιαδήποτε αύξηση. “Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της μοτοσυκλέτας ήταν ότι δεν χαλούσε... και μας χάλασε τη δουλειά” είναι το παράπονο των μηχανικών. Πράγματι, τα περισσότερα Fireblade που έμειναν καιρό στα συνεργεία ήταν γιατί είχαν έρθει σε σκληρή επαφή με την άσφαλτο και όχι για μηχανικά προβλήματα. Αυτό είναι και το πρώτο που πρέπει να προσέξει ο μελλοντικός ιδιοκτήτης ενός μεταχειρισμένου CBR 1000RR, αν έχει πέσει. Από εκεί και πέρα προβλήματα έχουν ακουστεί μόνο από αποτυχημένες προσπάθειες επέμβασης, όπως αλλαγμένο φιλτροκούτι και βαλβίδες. Το Ram Air μπορούσε να δώσει μέχρι και πέντε παραπάνω ίππους και η λειτουργία του είχε σχεδιαστεί με ευλάβεια από τη Honda, οπότε αν η μοτοσυκλέτα που θέλετε να αγοράσετε έχει οποιαδήποτε παρέμβαση βεβαιωθείτε ότι έχει γίνει σε συνεργείο που ήξερε καλά τι έκανε. Μια από τις λίγες μεταχειρισμένες superbike που μπορεί επάξια να ανταγωνιστεί μεταγενέστερες μοτοσυκλέτες, το CBR 1000RR δεν έχει τίποτα να ζηλέψει και μπορεί να σας προσφέρει τα ίδια επίπεδα συγκίνησης σε ένα οικονομικότερο πακέτο. Με ρύθμιση βαλβίδων στις 24.000 χιλιόμετρα και αλλαγή λαδιού κάθε 12.000 κοστίζει λίγα για να το αποκτήσετε και ακόμα πιο λίγα για να το συντηρήσετε. Μήπως ήρθε η ώρα για superbike;


ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος: Τετράχρονος, υγρόψυκτος, τετρακύλινδρος εν σειρά με 2 ΕΕΚ και 4 Β/Κ
Διάμετρος x Διαδρομή (mm): 75 x 56,5
Χωρητικότητα (cc): 998
Σχέση συμπίεσης: 11,9:1
Ανάφλεξη: Ηλεκτρονική
Τροφοδοσία: Ψεκασμός με διπλές πεταλούδες και δύο σειρές ψεκαστήρων
Σύστημα εξαγωγής: 4 σε 2 σε 1 με τριοδικό καταλύτη
Σύστημα εκκίνησης: Μίζα


ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Τύπος συμπλέκτη: Υγρός πολύδισκος με υδραυλική οδήγηση
Τελική μετάδοση / σχέση: Αλυσίδα / 2,500


ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος: Αλουμινένιο περιμετρικό δύο δοκών, αλουμινένιο ασύμμετρο ψαλίδι, αλουμινένιο αφαιρούμενο υποπλαίσιο
Βάρος κενή (kg): 179
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l): 18 / 3,5


ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
Εμπρός
Τύπος: Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή (mm): 120
Διάμετρος (mm): 43
Ρυθμίσεις: Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
Πίσω
Τύπος: Unit Pro Link με ένα αμορτισέρ με ενσωματωμένο δοχείο αζώτου
Διαδρομή (mm): 135
Ρυθμίσεις: Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς


ΦΡΕΝΑ
Εμπρός: Δύο δίσκοι 310mm, δαγκάνες Tokico τεσσάρων εμβόλων με ακτινική στήριξη, ακτινική αντλία Nissin
Πίσω: Δίσκος 220mm, δαγκάνα Nissin ενός εμβόλου με γλίστρα


ΤΡΟΧΟΙ
Εμπρός
Ζάντα: Τρίμπρατση αλουμινίου 3,50 x 17
Ελαστικό / διάσταση: Pirelli Diablo Corsa / 120/70 ZR17
Πίσω
Ζάντα: Τρίμπρατση αλουμινίου 6,00 x 17
Ελαστικό / διάσταση: Pirelli Diablo Corsa / 190/50 ZR17


ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ Αναλογικό στροφόμετρο, ψηφιακές ενδείξεις για ταχύμετρο / μερικό και δύο ολικούς χιλιομετρητές, θερμοκρασία ψυκτικού / ρολόι, ρυθμιζόμενη ενδεικτική λυχνία αλλαγής ταχυτήτων / μεγάλη σκάλα / φλας / νεκρά, HISS, HESD, θέση για μεταφορά "πετάλου"


ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ


Ισχύς εργοστασίου (hp/rpm): 172 / 11.250
Ροπή εργοστασίου (kg.m/rpm): 11,7 / 8.500




ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (km/l)
Μέση: 11,17


ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ (km)
Μέση: 201

Aprilia RST 1000 FUTURA 2001 - 2005

Από το

Μαύρο Σκύλο

25/8/2010

Η Aprilia παρουσίασε αυτή τη μοτοσυκλέτα στο κοινό το 2000. Η παραγωγή της άρχισε το 2001 και συγχρόνως προστέθηκε μια ακόμη επιλογή στη κατηγορία των sport-touring μοτοσυκλετών, με ιδιαίτερη εμφάνιση [blockquote]Ναι...
Για όσους θέλουν να ξεχωρίζουν με ιταλικό δικύλινδρο V60o sport-touring
Όχι...
Για όσους δεν θέλουν σπάνιες μοτοσυκλέτες που δεν πουλήθηκαν σε μεγάλους αριθμούς
Γιατί...
Είναι μια μοτοσυκλέτα sport-touring με περισσότερη έμφαση στο sport
Τι πρέπει να προσέξετε
Η συνολική κατάσταση και η πληρότητα της μοτοσυκλέτας πρέπει να είναι άριστα. Η ύπαρξη προαιρετικού εξοπλισμού, ειδικά των βαλιτσών, είναι προτέρημα.[/blockquote]
O V2 που αποτέλεσε την καρδιά της Futura, προήλθε από τη superbike μοτοσυκλέτα της Aprilia, την RSV Mille, που υπήρχε στους δρόμους και στις πίστες από το 1998. Η εταιρεία που εδρεύει στο Noale, χρησιμοποίησε τον κινητήρα αυτόν ως βάση, για να δημιουργήσει μια σειρά μοτοσυκλετών για διάφορες κατηγορίες. Είχε προηγηθεί το Caponord, που σηματοδότησε την είσοδο της εταιρείας στη κατηγορία των μοτοσυκλετών παντός δρόμου. H Futura, ήταν η αντίστοιχη προσπάθεια για τη κατηγορία των sport-touring.
Ο κινητήρας που είχε ήδη αποδείξει την αξιοπιστία του, τοποθετήθηκε στη Futura διατηρώντας και το PPC. Ο μηχανισμός Pneumatic Power Clutch, περιγράφει τη διάταξη του μονόδρομου συμπλέκτη, χαρακτηριστικό αυτού του κινητήρα μαζί με τα δύο αντικραδασμικά αντίβαρα που διαθέτει. Επανασχεδιασμένοι ήταν οι αυλοί, όπως και η ξεχωριστή για κάθε κύλινδρο χαρτογράφηση της κεντρικής μονάδας, κινήσεις που στόχευαν στη βελτιστοποίηση της απόδοσης στις μεσαίες στροφές. Σε σχέση άλλωστε με την καθαρόαιμη superbike, η μέγιστη ισχύς της ήταν μειωμένη, για να δοθεί έμφαση στις μεσαίες στροφές.
Το πλαίσιό της, αλουμινένιο, δυο δοκών, ήταν κρυμμένο κάτω από τις μεγάλες πλαστικές επιφάνειες των φέρινγκ. Η γεωμετρία του λαιμού ήταν πιο ήπια σε σχέση με αυτή του Mille, ενώ το πλαίσιο είχε διαφορετικές βάσεις, τοποθετώντας τον κινητήρα πιο μπροστά. Μεγάλη διαφοροποίηση υπήρχε στο ψαλίδι. Μονόμπρατσο και αλουμινένιο, συνεισέφερε και στην αισθητική της Futura. Το μονόμπρατσο ψαλίδι ήταν παρόν και σε μοτοσυκλέτες που ήθελε να ανταγωνιστεί, όπως η Triumph Sprint ST, η BMW R1150 RS αλλά και η Honda VFR. Η τριγωνική απόληξη της εξάτμισης όμως, ψηλά στην ουρά, ήταν μοναδικό χαρακτηριστικό της, ενώ δεν εμπόδιζε την τοποθέτηση “σαμαριών”.
Οι αναρτήσεις της ήταν απλούστερες εκδόσεις αυτών που φόραγε η Mille, με το ανεστραμμένο πιρούνι να τονίζει τον sport χαρακτήρα της. Η Futura προσέφερε άφθονο χώρο για δυο αναβάτες, έχοντας και πολύ πρακτικές χειρολαβές για τον συνεπιβάτη. Η μοτοσυκλέτα ήταν σχετικά ακριβή στην εποχή της -και μάλιστα από μια εταιρεία που δεν είχε προηγούμενη παρουσία στην κατηγορία. Δυνατή και γρήγορη, είχε πολύ καλή συμπεριφορά, το φέρινγκ της προστάτευε άριστα τον αναβάτη αλλά και τον συνεπιβάτη μέχρι τα 180 χιλιόμετρα, ενώ η τελική της άγγιζε τα 250 χιλιόμετρα.
Ο V2 διατηρούσε την τραχιά λειτουργία του, ενώ μετά τις 5.000 στροφές δεν μπορούσε να κρύψει τη supersport καταγωγή του. Όλη της η συμπεριφορά, από τον ήχο έως τις πληροφορίες που έστελναν οι αναρτήσεις, έγερνε περισσότερο προς τον sport και απόλυτο χαρακτήρα μιας αυθεντικής ιταλικής μοτοσυκλέτας. Η άνεση ήταν καλή μόνο όσο και ο δρόμος όπου κινούταν ήταν τέτοιος. Σε δρόμους με κακοτεχνίες, η Futura έπαυε να είναι όσο άνετη πρέπει. Πολυτελής και πλήρης, εμφανίστηκε λοιπόν το 2001 στις εκθέσεις, αλλά η αποδοχή της από το κοινό ήταν πολύ μικρότερη από όσο φιλοδοξούσε η Aprilia. Διατηρήθηκε στη γκάμα της εταιρείας μέχρι το 2005, ενώ η παραγωγή της είχε διακοπεί από το 2003. Παρήχθη και σε έκδοση με ABS, ενώ οι τελευταίες, από το 2003 και μετά, είχαν καλύτερη χαρτογράφηση και μικρές αισθητικές αλλαγές. Ξεχωρίζουν εύκολα από τη βαφή τους (οι μαύρες και οι μπλε είναι οι αναβαθμισμένες).
Η μοτοσυκλέτα αυτή είναι ιδιαίτερα σπάνια, αφού πουλήθηκε σε μικρούς αριθμούς, ενώ αξίζει να σημειώσουμε δυο σημεία που πρέπει να προσεχθούν, από κάποιον που αναζητεί μια τέτοια μεταχειρισμένη: Το πρώτο από αυτά είναι ένα καφέ βύσμα, χαμηλά μέσα στο φέρινγκ στην αριστερή μεριά. Λόγω υψηλής θερμοκρασίας έλιωνε, προκαλώντας ζημιές στο κύκλωμα φόρτισης. Το δεύτερο είναι ένας πλαστικός σύνδεσμος του κυκλώματος του καυσίμου, κάτω από το ρεζερβουάρ. Απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή στην αφαίρεση του ρεζερβουάρ, διότι σε αντίθετη περίπτωση έσπαγε, με αποτέλεσμα να δημιουργεί μια επικίνδυνη κατάσταση, αφού μπορούσε να προκαλέσει ανάφλεξη της βενζίνης που διέρρεε, όταν άνοιγε ο κεντρικός διακόπτης. Για το θέμα αυτό είχε γίνει ανάκληση, για την αντικατάστασή του.
Τέλος, τα προβλήματα στην εκκίνηση (εκτός από το ότι δεν ανέχεται το παραμικρό άνοιγμα του γκαζιού), διορθώνονται με την αντικατάσταση της μπαταρίας με κάποια που προσφέρει περισσότερο ρεύμα στην εκκίνηση, όπως είναι αυτή της STX1300 Pan European.


ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος: Τετράχρονος, δικύλινδρος V600 , υγρόψυκτος με 2 EEK και τέσσερις βαλβίδες
Διάμετρος επί διαδρομή (mm): 97x67,5
Κυβικά (cc): 997,6
Σχέση συμπίεσης: 11,8:1
Ανάφλεξη: Ψηφιακή
Τροφοδοσία: Ψεκασμός Sagem
Σύστημα εκκίνησης: Μίζα
Σύστημα εξαγωγής: 2 σε 1 σε 2 σε 1
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Τύπος Συμπλέκτη: Υγρός, πολύδισκος
Σχέσεις ταχυτήτων: 6
Τελική Μετάδοση: Αλυσίδα, γρανάζια / 2,687
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος: Αλουμινένιο, δύο δοκών
Γωνία κάστερ (o): 26
Ίχνος (mm): 97
Μεταξόνιο (mm): 1.435
Ύψος σέλας (mm): 830
Βάρος κενή / γεμάτη (kg): 210 / 235
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l): 21 / 4
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ
Εμπρός: Ανεστραμμένο Showa
Διάμετρος (mm): 43
Διαδρομή (mm): 120
Ρυθμίσεις: Απόσβεση επαναφοράς, προφόρτιση
Πίσω: Μονόμπρατσο ψαλίδι, ένα αμορτισέρ Sachs με μοχλικό
Διαδρομή (mm): 120
Ρυθμίσεις: Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση επαναφοράς
ΦΡΕΝΑ
Εμπρός: Δύο δίσκοι 300 χιλιοστών, δαγκάνες με τέσσερα έμβολα
Πίσω: Δίσκος 255mm, δαγκάνα με δυο έμβολα
ΤΡΟΧΟΙ
Εμπρός
Ελαστικό: 120/70-17
Ζάντα: 3,50x17''
Πίσω
Ελαστικό: 180/55-17
Ζάντα: 5,50 x17''
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Tαχύμετρο και στροφόμετρο με αναλογικές ενδείξεις, δύο μερικοί και ένας ολικός χιλιομετρητής, ενδείξεις για ποσότητα καυσίμου, θερμοκρασία περιβάλλοντος / ψυκτικού, ρολόι, ενδεικτικές λυχνίες για νεκρά / φλας / μεγάλη σκάλα φώτων / πίεση λαδιού / ψεκασμό / ρεζέρβα / ανοιχτό σταντ / προειδοποίηση service, πλαϊνό και κεντρικό σταντ
ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ
Ισχύς εργοστασίου (HP/rpm): 113 / 9.250
Ροπή εργοστασίου (kg.m/rpm): 9,8 / 7.250
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΙΠΠΟΔΥΝΑΜΗΣ
Ισχύς στον τροχό (ΗΡ/rpm): 104,3 / 9.200
Ροπή στον τροχό (kg.m/rpm): 9,1 / 7.100
O κινητήρας προήλθε από τη superbike RSV Mille και αυτό δεν κρύβεται. Μετά τις 5.000 αφήνει τον τουρισμό και ψάχνει για πίστα. Ανεβάζει γρήγορα στροφές, δίνοντας με τον τραχύ του τρόπο πολύ καλές επιδόσεις στη Futura. Ιδιαίτερα αξιόπιστος αλλά και φειδωλός στις ανάγκες του για καύσιμα.
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ (l/100km)
Μέση: 7,4
ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ (km)
Μέση: 280