CFMOTO 450 SR: Το οδηγούμε στην πίστα F1 της Κωνσταντινούπολης

Στον σωστό δρόμο με το βλέμμα στο μέλλον
1
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

27/3/2023

Καμία άλλη κινέζικη εταιρεία δεν έχει κάνει έως σήμερα παγκόσμια δημοσιογραφική παρουσίαση. Καμία άλλη κινέζικη εταιρεία έως σήμερα δεν έχει σχεδιάσει 100% δικό της, ολοκαίνουριο κινητήρα Euro 5 προδιαγραφών για supersport μοτοσυκλέτα. Καμία άλλη κινέζικη εταιρεία δεν διοργανώνει αγώνες ενιαίου τύπου. Αυτές οι πρωτιές για την CFMOTO δείχνουν πως αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο τον κόσμο της μοτοσυκλέτας σε σχέση με τους υπόλοιπους ομοεθνείς κατασκευαστές.

Ο λόγος που τα κινέζικα εργοστάσια δεν κάνουν δημοσιογραφικές παρουσιάσεις είναι πολύ απλός. Δεν θέλουν να οδηγήσει τις μοτοσυκλέτες τους κανείς που να έχει οδηγήσει και όλες τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες του ανταγωνισμού. Ο λόγους που δεν έχουν σχεδιάσει 100% δικό τους Euro 5 κινητήρα υψηλών επιδόσεων είναι γιατί οι προδιαγραφές Euro 5 και οι υψηλές επιδόσεις απαιτούν υψηλή τεχνολογία και ακριβά υλικά κατασκευής. Και ο λόγος που δεν διοργανώνουν αγώνες ενιαίου τύπου είναι γιατί δεν τους ενδιαφέρει να επενδύσουν στον hard-core πυρήνα των μοτοσυκλετιστών. Και αυτή η προσέγγιση του “σκληροπυρηνικού” κοινού από την CFMOTO έχει μόνο θετικά, έστω κι αν η πρώτη αντίδραση από την μεριά του κοινού είναι αναμενόμενα η άρνηση ή έστω ο σκεπτικισμός. Απόλυτα δικαιολογημένος σκεπτικισμός, διότι μέχρι σήμερα οι κινέζικες μοτοσυκλέτες βασίζονταν αποκλειστικά στην πολύ καλή αναλογία τιμής/εξοπλισμού και όχι στην απόλαυση της οδήγησης και τις επιδόσεις.

450

Με το νέο 450 SR η CFMOTO θέλει να μας δείξει πως μπορεί να φτιάξει 100% δικές της μοτοσυκλέτες που είναι εφάμιλλες με των ιαπωνικών και ευρωπαϊκών εργοστασίων.

Μάλιστα είναι τόσο σίγουρη για τον εαυτό της, που κάλεσε πάνω από 60 δημοσιογράφους απ’ όλο τον κόσμο να την οδηγήσουν στην πίστα της F1 στην Κωνσταντινούπολη!

Όχι μόνο αυτό, αλλά οι μοτοσυκλέτες που οδηγήσαμε ήρθαν κατευθείαν από τη γραμμή παραγωγής με μηδέν χιλιόμετρα και με τις προστατευτικές ζελατίνες πάνω στις TFT οθόνες των οργάνων! Ποτέ στα χρονικά δεν έχουμε οδηγήσει σε δημοσιογραφική παρουσίαση μοτοσυκλέτες που να μην έχουν προετοιμαστεί ειδικά για την εκδήλωση και να μην έχουν περάσει από λεπτομερή έλεγχο.

Γιατί όμως λέμε πως το 450SR είναι τόσο σημαντική μοτοσυκλέτα για την CFMOTO, αλλά και για εμάς τους μοτοσυκλετιστές γενικότερα;

Για την CFMOTO είναι σημαντική διότι είναι η πρώτη που έχει σχεδιαστεί 100% από τους ίδιους. Ο κινητήρας αυτός είναι ο μοναδικός δικύλινδρος εν σειρά που έχει στρόφαλο 270⁰ και λιγότερα από 700 κυβικά. Μέχρι σήμερα όλοι οι σύγχρονοι δικύλινδροι εν σειρά είχαν στρόφαλο 180⁰ έως τα 650 κυβικά (Yamaha R3/MT-03, Kawasaki Ninja 400/Z400, Honda CBR500R/CB500F) διότι ο στρόφαλος των 180⁰ έχει λιγότερους κραδασμούς δεύτερης τάξης, οπότε δεν χρειάζεσαι δύο αντικραδασμικούς άξονες. Αυτό σου δίνει την δυνατότητα να έχεις ταχύτερη άνοδο στροφών και να αυξήσεις το όριο στροφών του κινητήρα με περισσότερη ασφάλεια. Περισσότερες στροφές σημαίνει περισσότερη ιπποδύναμη, κάτι που χρειάζεσαι όταν έχεις λίγα κυβικά. Αντιθέτως οι δικύλινδροι εν σειρά με πάνω από 650 κυβικά (Yamaha R7/MT-03/TDM 900, Aprilia 660RS, Honda 750 Hornet, Suzuki GSX-S 800) έχουν στρόφαλο 270⁰ ο οποίος έχει διαστήματα ανάφλεξης αντίστοιχα ενός V2 90⁰ και προσφέρει πολύ καλύτερη πρόσφυση στον πίσω τροχό, αλλά και πιο “γεμάτες” μεσαίες. Το μειονέκτημα είναι πως χρειάζεται δεύτερο αντικραδασμικό άξονα, κάτι που μειώνει την ταχύτητα ανόδου των στροφών.

4501

Στην περίπτωση του δικύλινδρου κινητήρα του 450SR, αυτή θεμελιώδη διαφορά του από τα Yamaha R3, Kawasaki Ninja 400 και Honda CBR500R μεταφράζεται σε μια εντελώς γραμμική απόδοση της δύναμης σε όλο το φάσμα των στροφών. Η CFMOTO υπόσχεται 47 ίππους στις  10.000 στροφές με τον κόφτη να φτάνει έως τις 12.300, που είναι πολύ κοντά στην απόδοση του Honda CBR500R των 471 κυβικών.

Ως αίσθηση, ο κινητήρας του 450SR έδειχνε να είναι πιο γεμάτος στις μεσαίες από των R3 και Ninja 400, θυμίζοντας περισσότερο τον κινητήρα του CBR500R, αλλά μετά τις 9.000 στροφές δεν έχει το ξέσπασμα των ιαπωνικών κινητήρων, συνεχίζοντας να ανεβάζει στροφές πιο γραμμικά και πιο ήρεμα.

Αυτό το χαρακτηριστικό απόδοσης ταιριάζει καλύτερα στην οδήγηση στο δρόμο και όχι τόσο στην πίστα όπου κρατάς τις στροφές του κινητήρα συνεχώς πάνω από τις 10.000.

Έτσι δεν ήταν τυχαίο που την πρώτη ημέρα στην τεράστια πίστα F1 της Τουρκίας το 450SR  έμοιαζε σαν να έχει την ίδια απόδοση με τα μικρότερου κυβισμού R3 και Ninja 400, ενώ την επόμενη ημέρα που το οδηγήσαμε στο δρόμο έμοιαζε πολύ πιο δυνατό και πιο κοντά στο CBR500R.

Σύμφωνα με την CFMOTO έχουν κάνει 4.500 ώρες δοκιμών “τέρμα-γκάζι” για να βεβαιωθούν για την αξιοπιστία του.

Ο κινητήρας αυτός έχει και άλλες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες, όπως είναι τα σφυρήλατα έμβολα, η αντιτριβική επίστρωση των κυλίνδρων, η offset τοποθέτηση του στροφάλου ως προς τους κυλίνδρους για περεταίρω μείωση των τριβών μεταξύ εμβόλου/κυλίνδρου όπως στα Motocross, η χρήση κράματος μαγνησίου/αλουμινίου στο καπάκι της κεφαλής για μείωση του βάρους, αλυσίδα της ιαπωνικής D.I.D. και φυσικά μονόδρομο-υποβοηθούμενο συμπλέκτη.

4502

Πέρα από τον κινητήρα, η CFMOTO έχει κάνει πολύ δουλειά και στους τομής της αεροδυναμικής και της εργονομίας του 450SR.

Το φαίρινγκ έχει φτερά (!!!!) τα οποία δεν είναι διακοσμητικά, αλλά προσφέρουν 2 κιλά κάθετης δύναμης στα 120km/h και έχουν συντελεστή κάθετης δύναμης 1,6%.

Η CFMOTO λέει πως έκανε συνολικά 30 ώρες αεροδυναμικών δοκιμών  και άλλαξε πάνω από 20 φορές το σχεδιασμό του φαίρινγκ και της ουράς που επίσης έχει τρύπες (όπως των Yamaha R1 και Ducati Panigale) για ομαλοποίηση της ροής του αέρα.

Το συνολικό βάρος του 450 SR είναι στα 179 κιλά που το τοποθετούν μεταξύ του Ninja 400 και CBR500R.

Αξίζει να σημειώσουμε, πως πρώτη φορά μοτοσυκλέτα αυτής της κατηγορίας έχει λεβιέ ταχυτήτων που μπορείς να αντιστρέψεις το μοχλικό του (πρώτη πάνω) μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα για οδήγηση στην πίστα και πρώτη φορά σε αυτή την κατηγορία μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα σε τρεις διαφορετικές σέλες με ύψος 785mm/ 795mm/815mm.

Όπως είναι φυσικό, αυτού του είδους οι μικρές supersport σχεδιάζονται κυρίως για τις αγορές της Ασίας και η εργονομία τους είναι κατάλληλη κυρίως για αναβάτες έως 1,75 ύψος.

Οι μοτοσυκλέτες που οδηγήσαμε εμείς είχαν τη στάνταρ σέλα των 795mm και η συνολική εργονομία της θέσης οδήγησης δεν διέφερε πολύ από τα πρότυπα της κατηγορίας.

Αυτό σημαίνει πως η σέλα έχει μικρή απόσταση από το έδαφος και εξίσου μικρή απόσταση από τα μαρσπιέ. Μέσα στην πίστα ήταν μια χαρά ακόμα και για τους πιο ψηλούς αναβάτες.

Για οδήγηση στο δρόμο θα χρειαστεί την ψηλή σέλα αν είσαι πάνω από 1,70μ.

4503

Οι αναρτήσεις δεν ρυθμίζονται, όμως η ποιότητα λειτουργίας του Upside/Down πιρουνιού των 37mm ήταν πολύ καλή, με αίσθηση ακόμα και στη βρεγμένη άσφαλτο της πίστα και τα κινέζικα ελαστικά της CST.

Κορυφαία για την κατηγορία είναι τα φρένα, μες την ακτινική δαγκάνα της Brembo και τον μεγάλο δίσκο των 320mm να κάνουν ακριβώς αυτό που υπόσχονται.

4505

Σε επίπεδο εξοπλισμού, το 450 SR χάνει μόνο από το καινούριο KTM 390RC και έχει πολύ περισσότερα απ’ όλους τους άλλους αυτή τη στιγμή. Η έγχρωμη οθόνη TFT έχει Bluetooth με δυνατότητα πλοήγησης turn-by-turn, ενώ στα έξτρα υπάρχει δυνατότητα τοποθέτησης τηλεμετρίας (T-box το ονομάζει η CFMOTO) η οποία συνδέεται κατευθείαν με το smartphone και μέσω του App της CFMOTO δίνει live πληροφορίες για… τα πάντα!

4504

Το 450SR βρίσκεται ήδη στην Ελλάδα και η τιμή του έχει ανακοινωθεί στα 6.390€, οπότε σύντομα θα το κάνουμε δοκιμή με μετρήσεις για να δούμε αν η αίσθηση που αποκομίσαμε από τη σύντομη οδήγησή του στην Τουρκία θα επιβεβαιωθεί και μετά από μια πολυήμερη δοκιμή στην Ελλάδα.

Σημασία έχει πως σε μια κατηγορία που όλοι οι υπόλοιποι κατασκευαστές αδιαφορούν και εγκαταλείπουν, η CFMOTO φέρνει μια φρέσκια μοτοσυκλέτα. Αν μάλιστα αποδειχτεί τόσο καλή όσο υπόσχεται, τότε να είστε βέβαιοι πως και οι άλλοι θα φτιάξουν καλύτερες μοτοσυκλέτες. Ο ανταγωνισμός πάντα λειτουργεί υπέρ των μοτοσυκλετιστών…

4506

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ             

Αντιπρόσωπος:

MUVUS A.E.

Τιμή:

6.390 ευρώ

 

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΚΙΤΣΟ

Μήκος (mm):

1.990

Ύψος (mm):

1.130

Μεταξόνιο (mm):

1.370

Ύψος σέλας (mm):

795 (785/810)

Ίχνος (mm):

-

Γωνία κάστερ (˚):

-

 

ΠΛΑΙΣΙΟ

Τύπος:

Ατσάλινο δύο δοκών

Πλάτος (mm):

735

Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):

168/179

 

ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ

Τύπος:

Δικύλινδρος εν σειρά, υγρόψυκτος, 2ΕΕΚ, 4 Β/Κ

Διάμετρος επί διαδρομή (mm):

72 x 55,2

Χωρητικότητα (cc):

449

Σχέση συμπίεσης:

11,1:1

Ισχύς (ΗΡ/rpm):

47/9.500

Ροπή (kg.m/rpm):

4/7.600

Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):

104,4

Τροφοδοσία:

Ψεκασμός

Σύστημα εξαγωγής:

2 σε 1

Σύστημα λίπανσης:

Υγρό κάρτερ

Σύστημα εκκίνησης:

Μίζα

 

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Συμπλέκτης:

Υγρός πολύδισκος, μονόδρομος/υποβοηθούμενος

Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:

Γρανάζια/-

Τελική μετάδοση / σχέση:

Αλυσίδα/-

 

 

ΠΙΣΩ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Μονό αμορτισέρ

Διαδρομή (mm):

-

Ρυθμίσεις:

Προφόρτιση ελατηρίου

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

4 x 17

Ελαστικό:

150/60-17

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 220mm με δαγκάνα δύο εμβόλων και ABS

 

ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ

Οθόνη έγχρωμη TFT, ABS, φώτα LED, Bluetooth, trip master

 

ΕΜΠΡΟΣ

ΑΝΑΡΤΗΣΗ

Τηλεσκοπικό πιρούνι Upside/Down

Διαδρομή/Διάμετρος (mm):

-/37

Ρυθμίσεις:

-

ΤΡΟΧΟΣ

Ζάντα:

3 x 17

Ελαστικό:

110/70-17

ΦΡΕΝΟ

Δίσκος 320mm με ακτινική δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων Brembo και ABS

Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):

14/-

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες