H Kawasaki ετοιμάζει τρίτροχη μοτοσυκλέτα!

Πατέντες για το "αντίπαλο δέος" του Niken
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

12/1/2021

Το concept των τρίτροχων σκούτερ και μοτοσυκλετών είναι ένα ρεύμα που αργά αλλά σταθερά, εξελίσσεται και επεκτείνεται για πάνω από μία δεκαετία, από τότε που πρωτοεμφανίστηκε το MP3 της Piaggio. Ειδικά τώρα που οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών γίνονται όλο και πιο… θολές, αυξάνονται σιγά-σιγά και τα εργοστάσια που φλερτάρουν με την ιδέα.

Η Kawasaki έχει ήδη ασχοληθεί με το θέμα, έχοντας σχεδιάσει στο παρελθόν τρίτροχα, ενώ έχει δημιουργήσει και μια ξεχωριστή φίρμα για τρίτροχα με ηλεκτρική υποβοήθηση και πεντάλ, τα οποία πλαγιάζουν τους μπροστινούς τροχούς. Πριν από λίγο καιρό, είχε δείξει και ένα concept για ένα τρίτροχο αυτοκίνητο του οποίου οι μπροστινοί τροχοί πλαγιάζουν στις στροφές, αλλά τώρα φαίνεται πως ετοιμάζει μια ακόμη νέα προσέγγιση στο θέμα, δουλεύοντας πάνω σε ένα σύστημα που μετατρέπει τις συμβατικές μοτοσυκλέτες σε τρίτροχες, όπως το Niken.

Είτε μας αρέσουν είτε όχι, η απήχηση που μπορεί να έχει αυτή η κατηγορία των τρίτροχων είναι μεγάλη. Μπορούν να προσφέρουν την ευελιξία των συμβατικών μοτοσυκλετών, αλλά με αυξημένα επίπεδα ασφάλειας, λόγω της μεγαλύτερης πρόσφυσης του μπροστινού εξαιτίας της ύπαρξης τρίτου τροχού. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις οι οποίες εξαρτώνται από διάφορους παράγοντες –όπως το μετατρόχιο, η απόσταση δηλαδή μεταξύ των δύο μπροστινών τροχών- μπορούν να οδηγηθούν και με δίπλωμα αυτοκινήτου. Αυτό είναι ένα σημαντικό πλεονέκτημα για όσους η διαδικασία απόκτησης διπλώματος μοτοσυκλέτας αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα, είτε για οικονομικούς λόγους είτε για το χρονοβόρο της υπόθεσης.

Μέχρι στιγμής, οι επιλογές για μοτοσυκλέτες και σκούτερ ευρείας παραγωγής στην αγορά, είναι η γκάμα των Piaggio MP3, τα Yamaha Tricity και Niken και φυσικά η γκάμα της Quadro (που είναι περισσότερο γνωστή στη χώρα μας για τα τετράτροχα σκούτερ της). Όλες οι παραπάνω επιλογές διαφέρουν αρκετά από τις συμβατικές δίτροχες μοτοσυκλέτες, με ειδικά σχεδιασμένα πλαίσια και πολύπλοκα συστήματα για την μπροστινή ανάρτηση, λόγω των δύο τροχών. Εδώ όμως έρχεται η Kawasaki με τις πατέντες που κατέθεσε για να αλλάξει τα δεδομένα, για ένα σύστημα που μπορεί να εφαρμοσθεί σε οποιαδήποτε συμβατική μοτοσυκλέτα, με ελάχιστες αλλαγές.

Η βασική ιδέα που στηρίζεται το concept είναι εξαιρετικά απλή. Συνήθως τα τρίτροχα που πλαγιάζουν οι μπροστινοί τροχοί, διαθέτουν ένα σύστημα μπροστά με δύο παράλληλους δοκούς τοποθετημένους κάθετα ως προς την μοτοσυκλέτα, που συνδέονται στο κέντρο τους με ένα είδος μοχλισμού, ενώ στο κάθε άκροι τους εδράζεται ένα ανεξάρτητο σύστημα ανάρτησης (είτε τηλεσκοπικό καλάμι είτε διάταξη οδηγούντα βραχιόνα) για τον κάθε τροχό. Η Kawasaki απορρίπτει αυτή την προσέγγιση και τοποθετεί το σύστημα των δοκών και τα κέντρα στο κάτω μέρος μιας διάταξης, ενός συμβατικού στην εμφάνιση πιρουνιού.

Όπως και στα υπόλοιπα γνωστά συστήματα, οι δύο τροχοί πλαγιάζουν σαν ένας χάρη στο παραλληλόγραμμο μοχλικό ανάμεσα στα καλάμια, που συνδέονται στο κέντρο έτσι ώστε οι μπροστινοί τροχοί να έχουν την ίδια γωνία κλίσης με την υπόλοιπη μοτοσυκλέτα, ενώ διατηρούν την επαφή με το έδαφος.

Το μειονέκτημα στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι όλο αυτό το σύστημα προστίθεται στην μη αναρτώμενη μάζα, αλλά από την άλλη απλοποιεί δραματικά την διαδικασία της ανάρτησης και της κατεύθυνσης, δίνοντας έτσι την δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ένα κανονικό πλαίσιο μοτοσυκλέτας.

Ουσιαστικά πρόκειται για την εξέλιξη μιας πατέντας που είχε παρουσιάσει η Kawasaki παλιότερα, όπου το σύστημα ήταν και πάλι τοποθετημένο στα μη αναρτώμενα μέρη, αλλά διέθετε ένα ψαλίδι για μπροστά αντί για συμβατικό πιρούνι. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό επανασχεδιασμού του πλαισίου και του συστήματος διεύθυνσης. Με τις καινούργιες πατέντες της Kawasaki, όλη αυτή η πολυπλοκότητα "πάει περίπατο"!

Σε ό,τι αφορά το σύστημα κατεύθυνσης, το πλεονέκτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις. Στα τρίτροχα που ξέρουμε μέχρι τώρα, υπάρχουν μοχλικά ανάμεσα στις δοκούς του συστήματος και τους τροχούς, τα οποία αφαιρούν ένα ποσοστό της πληροφόρησης που φτάνει στον αναβάτη σε σύγκριση με ένα συμβατικό μπροστινό. Με την πατέντα της Kawasaki, όλο το σύστημα για τις κλίσεις στρίβει χωρίς δοκούς, χωρίς μοχλικό και συνδέσμους, αφαιρώντας έτσι από την εξίσωση πολλά ενδιάμεσα στάδια απωλειών αίσθησης.

Σύμφωνα με τα σχέδια που απεικονίζονται στις πατέντες, η γωνία κλίσης του συστήματος –όταν το βλέπουμε από το πλάι- μπορεί να αλλάξει σε σχέση με το πιρούνι. Στην αρχική επιλογή, όπου το όλο σύστημα είναι παράλληλο με το μπροστινό, ο εσωτερικός (σε σχέση με την στροφή) τροχός μετακινείται προς τα πίσω και ο εξωτερικός προς τα εμπρός, όταν η μοτοσυκλέτα πλαγιάζει. Εναλλακτικά, οι παράλληλοι σύνδεσμοι μπορούν να τοποθετηθούν έτσι ώστε να είναι ακριβώς ο ένας πάνω από τον άλλο, εκμηδενίζοντας την μετατόπιση εμπρός-πίσω των τροχών, την ώρα που πλαγιάζουν. Σύμφωνα με την Kawasaki αυτή η κατακόρυφη διάταξη προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα.

Σίγουρα δεν πρόκειται να δούμε κάποιο… τρίτροχο superbike της Kawasaki σύντομα. Σκεφτείτε μόνο ότι για την παραγωγή του κινητήρα του Η2 με τον υπερσυμπιεστή, το εργοστάσιο συμπλήρωνε και κατέθετε πατέντες για μια ολόκληρη πενταετία. Παρ' όλα αυτά, η εταιρεία του Akashi παρουσίασε πρόσφατα ένα τρίτροχο με πετάλια και ηλεκτρική υποβοήθηση στην γκάμα της "Noslisu" (της θυγατρικής που δημιούργησε για την κατασκευή τέτοιων εναλλακτικών μέσων για αστική μετακίνηση), ενώ πριν από οκτώ χρόνια –το 2013- είχε δείξει το Concept J, που ήταν μια σχεδιαστική άσκηση για ένα τετράτροχο superbike με τροχούς που γέρνουν.

Με δεδομένο ότι η Yamaha έχει στα μελλοντικά της πλάνα τρίτροχα υψηλών επιδόσεων και την Honda να δουλεύει πάνω στην ιδέα, φαίνεται ότι οι τρίτροχες μοτοσυκλέτες ήρθαν… για να μείνουν.

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες