KTM 390 Adventure 2020 – EICMA: Το οδηγούμε πριν το δούμε!

Μοτοσυκλέτα ορόσημο παγκοσμίως
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

5/11/2019

Πριν καν αποκαλυφθεί η μοτοσυκλέτα στο ευρύ κοινό στην EICMA του Μιλάνου, το ΜΟΤΟ είχε ήδη γράψει τα πρώτα χιλιόμετρα στην σέλα του KTM 390 Adventure! Της "πορτοκαλί" μοτοσυκλέτας που το επίπεδο της προσμονής της έχει χτυπήσει "κόκκινο" εδώ και πολύ καιρό…

Πριν αρχίσετε να διαβάζετε για μια μοτοσυκλέτα που, όπως δείχνουν οι πρώτες εντυπώσεις, είναι μια από τις σημαντικότερες που έχουν κατασκευαστεί παγκοσμίως, θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Το άρθρο που ακολουθεί το έχει γράψει ο συνάδελφος και επί πολλές δεκαετίες συνεργάτης του ΜΟΤΟ, ο Alan Cathcart. Τονίζουμε το συνάδελφος, γιατί ουσιαστικά ο Alan δεν είναι απλώς ένας freelancer που συνεργαζόμαστε. Έχετε παρατηρήσει ότι πολλά μέσα του ειδικού τύπου κυρίως, γράφουν βαρύγδουπους τίτλους του στιλ "οδηγούμε πρώτοι", "οδηγούμε αποκλειστικά" κλπ, την στιγμή που έχουν απλώς αγοράσει και μεταφράσει ένα άρθρο από κάποιον ξένο, ελεύθερο επαγγελματία, που πουλάει το ίδιο κομμάτι σε αμέτρητα μέσα, πολλές φορές και από την ίδια χώρα. Στη δική μας περίπτωση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, καθώς ο Alan Cathcart είναι ΜΕΛΟΣ της συντακτικής ομάδας και λειτουργεί ως τέτοιο πάρα πολλά χρόνια, πηγαίνοντας αποστολές για λογαριασμό του ΜΟΤΟ. Όταν λέμε λοιπόν ότι οδηγούμε πρώτοι και αποκλειστικά, το εννοούμε και δεν παραμυθιάζουμε το αναγνωστικό μας κοινό. Καλό είναι λοιπόν να αποσαφηνίζονται τέτοια θέματα, για να αντιλαμβάνεστε και όλοι εσείς γιατί είναι κάτι ξεχωριστό το ότι είστε αναγνώστες του ΜΟΤΟ!

Προσιτή περιπέτεια

Του Alan Cathcart

Φωτό: Heiko Mand

Από τότε που ξεκίνησε η παραγωγή των Duke 125/200 το 2011 και λίγο αργότερα των 390 Duke και RC, έχουν παραχθεί πάνω από 515.00 ΚΤΜ στο εργοστάσιο της Bajaj στην Ινδία.

Σύμφωνα με τον CEO της ΚΤΜ, Stefan Pierer, η παραγωγή αυξανόταν σταδιακά μέσα στην τελευταία δεκαετία, μέχρι που πέρσι, πάνω από 100.000 μοτοσυκλέτες βγήκαν από τις γραμμές παραγωγής του Pune, με σχεδόν τις μισές να προορίζονται για τις δύο από τις τρεις μεγαλύτερες αγορές του κόσμου: την Ινδία και την Ινδονησία. Οι υπόλοιπες πήγαν σε χώρες ανά την υφήλιο, από την Αυστρία μέχρι την Αυστραλία και από την Ουκρανία μέχρι τις Η.Π.Α., εκεί όπου κατευθύνεται πάνω από το 20% της συνολικής παραγωγής της ΚΤΜ (261.454 μονάδες), συμπεριλαμβανομένων και των Husqvarna.

Όμως, κανένα από αυτά τα ινδικής κατασκευής ΚΤΜ δεν προέρχεται από τις adventure μοτοσυκλέτες που έκαναν την αυστριακή εταιρεία τόσο επιτυχημένη στην αγορά, από την πρώτη κιόλας παρουσίαση του 620 Adventure το 1996. Αυτή η απουσία οφείλεται κατά πολύ μεγάλο βαθμό στην έλλειψη πεποίθησης του Rajiv Bajaj (αφεντικού της Bajaj…) ότι υπήρχε ενδιαφέρον για τέτοιες μοτοσυκλέτες στην αγορά της χώρας του (την μεγαλύτερη παγκοσμίως για οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης). Αυτό ίσχυε και παρά το πολύ κακό οδόστρωμα στους δρόμους της Ινδίας, όπου οι αναρτήσεις μιας on-off μοτοσυκλέτας θα ήταν ιδανικές, αλλά και το ασφυκτικό περιβάλλον των πόλεων όπου η ψηλότερη θέση οδήγησης βοηθά στον να κινηθείς ευκολότερα μέσα στο χάος –για να μην πούμε για τις adventure δυνατότητες  που θα μπορούσες να εκμεταλλευτείς στην ενδοχώρα.

Μπορεί μόνο κάποιος να υποθέσει ότι η έλευση πριν δυο χρόνια του Royal Enfield Himalayan και του ινδικής κατασκευής BMW G310GS, ίσως να βοήθησαν στο να αλλάξει άποψη, μαζί ενδεχομένως και με την πειθώ του Stefan Pierer

Πλέον αυτή η έλλειψη δεν υφίσταται, χάρη στην παρουσίαση στην φετινή EICMA του πρώτου μικρού κυβισμού Adventure της ΚΤΜ, του 390 Adventure που θα βρίσκεται στα καταστήματα τον ερχόμενο Μάρτιο, το οποίο ενώ αρχικά σχεδιάστηκε και εξελίχθηκε στο R&D της ΚΤΜ στο Mattighofen, θα κατασκευάζεται εξ ολοκλήρου στην Ινδία. Παρόλο που χρησιμοποιεί ως βάση το 390 Duke, ο ξεχωριστός σχεδιασμός του εμπνέεται από τις rally μοτοσυκλέτες της ΚΤΜ, που πρωταγωνιστούν στο Dakar τα τελευταία 18 χρόνια.

Δικαιούται άλλωστε να ισχυριστεί ότι λόγω του περιορισμού στα 450cc από το 2011 για τις μοτοσυκλέτες που συμμετέχουν στον αγώνα, το 390 Adventure είναι πιο κοντά στα αγωνιστικά της KTM, σε σχέση με τα μεγαλύτερα 790 Adventure και 1290 Super Adventure.

Δείτε στο τέλος το πλούσιο φωτογραφικό υλικό και το video της παρουσίασης

Αρπάζοντας την ευκαιρία

Η ευκαιρία να είμαστε οι πρώτοι άνθρωποι εκτός εργοστασίου που θα οδηγούσαν το μοντέλο προ-παραγωγής λίγες εβδομάδες πριν την παρουσίαση στην EICMA, με τις πρώτες οδηγικές εντυπώσεις που θα μπορέσετε να διαβάσετε στο τεύχος 601 που θα κυκλοφορήσει την 1η Δεκεμβρίου, μας αποκάλυψε μια μοτοσυκλέτα που υπόσχεται έναν πολυδιάστατο, entry level χαρακτήρα, παρά μια σχεδιαστική άσκηση μιας νέο-ρετρό μοτοσυκλέτας.

"Συζητούσαμε να φτιάξουμε ένα Adventure που θα βασίζεται σε ένα μοντέλο της Bajaj εδώ και πολλά χρόνια, αλλά δεν υπήρχε η ανάλογη αποδοχή γι' αυτήν την ιδέα από τη μεριά τους", λέει ο Joachim Sauer, Υπεύθυνος Παραγωγής  των Offroad και Adventure της ΚΤΜ. "Τελικά, υπήρχε τόσο μεγάλη ζήτηση για ένα μικρό Adventure, ειδικά από τις αναπτυσσόμενες αγορές, που εξελίξαμε ένα concept bike εδώ στην Αυστρία το οποίο είχαμε προετοιμαστεί να το βάλουμε στην παραγωγή μόνοι μας με έναν κινητήρα από την Ινδία, έστω κι αν η τιμή έβγαινε ψηλότερα. Στο τέλος όμως καταφέραμε να πείσουμε την Bajaj να φτιάξει ένα προσιτό οικονομικά all rounder με ένα μικρότερο κινητήρα βασισμένο στο 390 Duke. Διαθέτει όλα τα πλεονεκτήματα από τα μεγαλύτερα αδέρφια του, συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών βοηθημάτων, ενώ προσφέρει μεγαλύτερη ευκολία στην οδήγηση λόγω του μικρότερου βάρους και λιγότερο απαιτητικά χαρακτηριστικά του κινητήρα, τα οποία συνδυάζονται με το χαμηλότερο κόστος χάρη στην παραγωγή του στην Ινδία." Ο Sauer δεν ανακοίνωσε την τιμή του νέου μοντέλου, αλλά είναι επίσης υπεύθυνος για την εξέλιξη ενός ακόμη μικρότερου ΚΤΜ 250 Adventure, το οποίο θα εμφανιστεί στα μαγαζιά του χρόνου, ως ένα ακόμη πιο προσιτό αλλά κανονικού μεγέθους on-off που θα χρησιμοποιεί την ίδια πλατφόρμα με το 390, αλλά με άλλα χαρακτηριστικά, χωρίς ρυθμιζόμενες αναρτήσεις κλπ…

Για την δημιουργία του 390 Adventure έχει επιστρατευθεί –όπως είπαμε- ως βάση το 390 Duke, ειδικά το μηχανολογικό του πακέτο που είναι απαράλλαχτο, αλλά με μεγάλες αλλαγές στο πλαίσιο για να ταιριάζει με τον παντός δρόμου χαρακτήρα. "Προσπαθήσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον κινητήρα του 390 για να φτιάξουμε ένα κανονικό on-off μικρού κυβισμού ως entry level μοτοσυκλέτα, με διαστάσεις όμως κανονικής μοτοσυκλέτας κι όχι ένα παιδικό μηχανάκι", λέει ο Project Leader του 390 Duke, Michael Landsiedl. "Ο στόχος μας ήταν να κατασκευάσουμε ένα προσιτό οικονομικά all rounder με πραγματικά πολυδιάστατη συμπεριφορά, τόσο εκτός όσο και εντός δρόμου. Έπρεπε να είναι κατάλληλο για καθημερινή οδήγηση στο δρόμο, με μπόλικο χώρο για συνεπιβάτη, αλλά ταυτόχρονα να έχει πραγματικές εκτός δρόμου ικανότητες σε όλα τα είδη των τερέν και ειδικά στους χωματόδρομους."

Αυτό σημαίνει ότι ο υγρόψυκτος, τετραβάλβιδος κινητήρας των 373cc με διαστάσεις 89 x 60 και συμπίεση 12,6:1, με την DLC επίστρωση στα κοκκοράκια και τον αντικραδασμικό άξονα, αποδίδει την ίδια ισχύ (44hp/9.000 στροφές) με το 390 Duke, άρα θα είναι κατάλληλο για την Α2 των διπλωμάτων. Η μέγιστη ροπή των 3,8 χιλιογραμμόμετρων αποδίδεται στις 7.000 στροφές, σε μια μοτοσυκλέτα που ζυγίζει 158 κιλά (στεγνή) ή 172 πλήρης υγρών. Το ρεζερβουάρ των 14,5 λίτρων προσφέρει αυτονομία της τάξης των 400 χιλιομέτρων, σύμφωνα με τον Landsiedl. Η προσθήκη των δύο καταλυτών στην ανοξείδωτη εξάτμιση, επιτρέπει στον ήδη Euro4 κινητήρα να πληροί και τις επερχόμενες Euro5 προδιαγραφές. To σύστημα ψύξης είναι εντελώς νέο με ένα κυρτό ψυγείο και δύο βεντιλατέρ. "Προσπαθήσαμε να διατηρήσουμε την άνεση του αναβάτη ακόμη και σε ακραίες συνθήκες, κρατώντας την θερμοκρασία χαμηλά", λέει ο Landsiedl. Το κιβώτιο των έξι σχέσεων με τον μηχανικής οδήγησης υγρό, μονόδρομο, συμπλέκτη από το Duke έχει μεταφερθεί αυτούσιο, με το quickshifter που είχε η μοτοσυκλέτα που οδηγήσαμε να έρχεται από τη λίστα με τα αξεσουάρ.

Χωρίς εκπτώσεις

Η ECU της Bosch προσφέρει ηλεκτρονική διαχείριση του γκαζιού (ride by wire), μέσω των σωμάτων ψεκασμού των 38mm από την Dell'Orto, με το φιλτροκούτι να είναι τοποθετημένο κάτω από τη σέλα για να μείνει χαμηλό το ύψος της και μικρές οι συνολικές διαστάσεις της μοτοσυκλέτας. Ο προγραμματισμός είναι διαφορετικός για να ταιριάξει στον on-off χαρακτήρα, αλλά εξακολουθεί να διαθέτει μόνο ένα riding mode. To traction control, με επιλογή για απενεργοποίηση και με δεδομένα κλίσης, ανήκει στον στάνταρ εξοπλισμό, μαζί με το 9.1MP cornering ABS της Bosch, το οποίο διαθέτει και επιλογή Offroad όπου το ABS απενεργοποιείται για τον πίσω τροχό και μειώνει την επέμβαση στον μπροστινό. Αυτό σου επιτρέπει να μπλοκάρεις τον πίσω τροχό και να το πλασάρεις στις στροφές –αν είσαι τόσο καλός ή τόσο γενναίος- ενώ η μείωση της επέμβασης στον μπροστινό τροχό σε σαθρές επιφάνειες σου προσφέρει μεγαλύτερη επιβραδυντική δύναμη και πιο ασφαλές φρενάρισμα στο χώμα, κάτι για το οποίο θα διαβάσετε στην οδηγική παρουσίαση στο επόμενο τεύχος του ΜΟΤΟ. "Η ρύθμιση του ABS έχει γίνει έτσι ώστε να διασφαλίζει την μέγιστη επιβραδυντική δύναμη και την μικρότερη δυνατή επέμβαση", λέει ο Landsield.

Ο κινητήρας είναι ενεργό μέρος του ατσάλινου σωληνωτού χωροδικτυώματος που συνδυάζεται με αφαιρούμενο υποπλαίσιο, κάτι που η ΚΤΜ ισχυρίζεται ότι προέρχεται από το 450 Rally, αν και το υγρό κάρτερ σημαίνει ότι ο ψηλότερος κινητήρας εδράζεται ψηλότερα σε σχέση με τους άξονες των τροχών που δίνουν μεταξόνιο 1.430mm. Γι' αυτό το λόγο, ο σχεδιασμός του πλαισίου είναι πιο κοντά στο αναβαθμισμένο (από το 2017 και μετά) πλαίσιο του 390 Duke, αλλά με 15mm πιο μακρύ αλουμινένιο ψαλίδι για περισσότερο χώρο για τα χωματερά ελαστικά που τυχόν να τοποθετήσει ο αναβάτης του. Τα εξαιρετικά tubeless ελαστικά Continental TKC70 είναι τα ελαστικά πρώτης τοποθέτησης στους 19'' ιντσών μπροστινό και στον 17'' πίσω αλουμινένιους τροχούς, οι οποίοι έχουν σχεδιαστεί ειδικά για χρήση εκτός δρόμου. Ο μεγάλος δίσκος μπροστά των 320mm με την τετραέμβολη ακτινική δαγκάνα ανταποκρίνεται άριστα στον πολυδιάστατο χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας, ενώ πίσω έχει τοποθετηθεί ένας δίσκος 230mm με δαγκάνα δύο εμβόλων. Τα φρένα προέρχονται από την ByBre, την ινδική θυγατρική της Brembo.

Πάντως, για μια entry level μοτοσυκλέτα, οι WP APEX αναρτήσεις που σχεδιάστηκαν ειδικά για το 390 Adventure είναι πάνω από τον μέσο όρο της κατηγορίας, με το αμορτισέρ που είναι ρυθμιζόμενο ως προς την προφόρτιση του ελατηρίου και την απόσβεση επαναφοράς, ενώ μπροστά το ανεστραμμένο πιρούνι των 43mm –με κάστερ 26,5°, ίχνος 98mm και διαδρομή 170mm, ρυθμίζεται ως προς την απόσβεση συμπίεσης (αριστερό καλάμι) και απόσβεση επαναφοράς (δεξί καλάμι). Το ύψος της σέλας φτάνει τα 855mm, αν και υπάρχει ως προαιρετικό ένα κιτ χαμηλώματος των αναρτήσεων με πιο κοντό πλαϊνό σταντ (δεν υπάρχει κεντρικό σταντ) που μειώνει το ύψος κατά 25mm, ενώ υπάρχουν και δύο επιλογές για σέλες (συμπεριλαμβανομένης μιας ενιαίας τύπου Rally) που είναι ψηλότερες κατά 10mm ή 20mm. Η στάνταρ σέλα είναι δύο επιπέδων για επιπλέον χώρο για τον συνεπιβάτη, με ένα μικρό αποθηκευτικό χώρο κάτω από το πίσω μέρος.

Υπάρχουν επίσης επιλογές για βαλίτσες για χρήση στην πόλη ή για on-off χρήση, ενώ τα προστατευτικά κάγκελα που είχε η μοτοσυκλέτα που οδηγήσαμε είναι στάνταρ στην Ινδία αλλά εξτρά στις υπόλοιπες αγορές, σε αντίθεση με τις χούφτες που είναι στάνταρ παντού. Ο υψηλού επιπέδου εξοπλισμός για μια entry level μοτοσυκλέτα περιλαμβάνει LED φώτα εμπρός-πίσω και φλας, με τον προβολέα να διαθέτει την τυπική ΚΤΜ σχεδίαση. Υπάρχει επίσης μια ρυθμιζόμενη σε δύο θέσεις ζελατίνα, που ρυθμίζεται όμως με χρήση εργαλείου σε ένα εύρος 40mm. Το 390 Adventure έχει επιπλέον στον εξοπλισμό του μια έγχρωμη TFT οθόνη 5'' που προσαρμόζει την φωτεινότητα ανάλογα με το περιβάλλον. Ο διακόπτης πλοήγησης στο μενού στην αριστερή πλευρά επιτρέπει τις αλλαγές στο ABS και το traction control, αλλά και το "σερφάρισμα" στις πληροφορίες της οθόνης, ενώ μπορείς να συνδέσεις και το κινητό σου μέσω του συστήματος KTM My Ride και να έχεις και πλοήγηση στροφή-στροφή μέσω της εφαρμογής. Τίποτα δεν μένει στάσιμο φυσικά, αλλά προς το παρόν, όλα αυτά καθιστούν το 390 Adventure ίσως την πιο καλά εξοπλισμένη entry level on-off, ανεξαρτήτου μάρκας.

Η οδηγική εμπειρία σε μια βόλτα 120 χιλιομέτρων σε μικτό τερέςν ήταν άκρως αποκαλυπτική για το κατά πόσο είναι αποτελεσματικά τα παραπάνω χαρακτηριστικά και στοιχεία στην πράξη, όπως θα δείτε στην δοκιμή, αλλά το σίγουρο είναι ότι με το ιδιαίτερα προσιτό 390 Adventure, η ΚΤΜ και η Bajaj δημιούργησαν μια σημαντική μοτοσυκλέτα για την παγκόσμια αγορά. Είναι η σύγχρονη εκδοχή του πρώτου Yamaha Tenere XT600Z το οποίο ουσιαστικά εφηύρε τις adventure μοτοσυκλέτες πίσω στο 1983, όταν και κατασκευάστηκε. Είναι ένα εξίσου σημαντικό μοντέλο και περιμένετε να το οδηγήσετε πριν βιαστείτε να με κατηγορήσετε ότι κάνω λάθος…

 

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΤΜ 390 Adventure
Αντιπρόσωπος:
KTM SEE
Τιμή:
Αναμένεται
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μεταξόνιο (mm):
1.430
Απόσταση από το έδαφος (mm):
200
Ύψος σέλας (mm):
855
Ίχνος (mm):
98
Γωνία κάστερ (˚):
26,5
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο χωροδικτύωμα
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
158 / 172
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
14,5 / 1,5
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, μονοκύλινδρος, με 2ΕΕΚ και 4 Βαλβίδες
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
89 x 60
Χωρητικότητα (cc):
373,2
Σχέση συμπίεσης:
12,6:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
44/9.500
Ροπή (kg.m/rpm):
3,8 / 7.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
117,9
Τροφοδοσία:
Ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
1 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος, μονόδρομος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / 2,666
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / 3,000
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
3,6
3,9
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Αμορτισέρ WP XPLOR
Διαδρομή (mm):
177
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
130/80-17
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 230mm με δαγκάνα δύο εμβόλων ByBre, cornering ABS
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι WP XPLOR
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
170 / 43
Ρυθμίσεις:
Απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ελαστικό:
100/90 - 19
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 320mm με ακτινική δαγκάνα τεσσάρων εμβόλων ByBre, cornering ABS

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες