KTM Duke - Ο Αυστριακός ευγενής χούλιγκαν τριαντάρησε
Και οι "πορτοκαλί" το γιορτάζουν ποικιλοτρόπως
Από τον
Κώστα Γκαζή
2/2/2024
Για την επέτειο από τα 30 χρόνια της οικογένειας Duke, η KTM κάνει μια σύντομη ανασκόπηση σε ένα μοντέλο που άφησε εποχή και συνεχίζει να γράφει ιστορία, ως ένα από τα πιο ριζοσπαστικά και πιο ακραία streetfighter μοντέλα παραγωγής της ιστορίας.
Το αφιέρωμα των Αυστριακών ξεκινά με την εξέλιξη που συντελέστηκε αυτά τα 30 χρόνια στις μοτοσυκλέτες που φέρουν το όνομα Duke, ενώ θα μας επιτρέψετε να διαφωνήσουμε στη φράση “από το ταπεινό ξεκίνημα το 1994”… καθόλου ταπεινό δεν ήταν το ξεκίνημα της ιστορίας του Duke. Ακόμα θυμάμαι τον ενθουσιασμό τωνΕλλήνων συντακτών του ειδικού τύπου που επέστρεψαν από την αποστολή, έχοντας δοκιμάσει το πρώτο εκείνο Duke 620. Συγκλονισμένοι, είναι η σωστή λέξη. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν το κράτημα που πρόσφερε η μοτοσυκλέτα, και δεν χόρταιναν σούζα! Καθ’ όλη την ιστορία της μοτοσυκλέτας, τα πράγματα θα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο, με την KTM να βελτιώνει παντού την τρομερή naked μοτοσυκλέτα της, να εξελίσσει το μοντέλο σε ολόκληρη οικογένεια από τα 125 έως τα 1390 κυβικά, αλλά να διατηρεί ακέραιες τις αρχές που έκαναν διάσημη τη λέξη Duke: κορυφαίο κράτημα, ακραία σπορ εμφάνιση και τη χαρά της οδήγησης ως κεντρικό λόγο ύπαρξης. Παίζω άρα υπάρχω. Κάπως έτσι.
Το πρώτο Duke διέθετε έναν μεγάλο μονοκύλινδρο κινητήρα 609 κυβικών εκατοστών, με εργονομία και στιλ που ακροβατούσε μεταξύ Supermoto και μαχητικού δρόμου. Έφερε ατόφια προσωπικότητα… χούλιγκαν του δρόμου, γυμνή από οποιεσδήποτε ανέσεις.
Εκείνη την εποχή, η KTM Duke του 1994 ήταν μια ριζική απόκλιση από τα παραδοσιακά σχέδια των naked μοτοσυκλετών της βιομηχανίας. Διαθέτοντας πλαίσιο χωροδικτύωμα, μινιμαλιστικό κοστούμι και δυνατό και άγριο σε απόδοση μονοκύλινδρο κινητήρα, αποτελούσε μια... παρέκκλιση στην αγορά. Ωστόσο, τράβηξε αμέσως την προσοχή των αναβατών που αναζητούσαν μια ωμή και ακραία διασκεδαστική εμπειρία οδήγησης.
Η επιτυχία του Dukeήταν τέτοια που η KTM παρουσίασε μια πιο ισχυρή έκδοση Duke II το 1999, με πιο αιχμηρή σχεδίαση που αντικατέστησε τα στρογγυλεμένα πλαστικά του προκατόχου της. Χωρίς να το γνωρίζουν ακόμα οι Αυστριακοί, η μοτοσυκλέτα αυτή θα εγκαινίαζε την κατηγορία Naked στη σειρά μοτοσυκλετών δρόμου της KTM, με την προσθήκη περισσότερων κυβισμών και κυλίνδρων στην οικογένεια Duke.
Το 2005 ήρθε η ώρα του δικύλινδρου Δούκα, με το ντεμπούτο του Super Duke, με έναν ισχυρό V2 κινητήρα LC8 990 cc. Το KTM 990Super Dukeαπέκτησε γρήγορα cult status, ανοίγοντας το δρόμο για την παραλλαγή KTM 990 Super Duke R, η οποία έσκασε στην αγορά το 2008.
Το 2008 έφερε επίσης στην αγορά την KTM 690 Duke, ανατρέποντας για άλλη μια φορά τα σχεδιαστικά πρότυπα της εποχής. Η 690 Duke του 2008 ήταν μια ιδιαίτερα στιλάτη μοτοσυκλέτα -που έχει και σήμερα υψηλή μεταπωλητική αξία- με εξάτμιση που έβγαινε κάτω από τον κινητήρα, και με τιμόνι που έβαζε άμεσα σε επιθετική στάση τον αναβάτη. Αυτό το Duke θα γινόταν αργότερα το… blueprint για τον χαρακτήρα της οικογένειας Duke.
Το 2011, με τη συνδρομή του εργοστασίου της συνεργάτιδας Bajaj στην Ινδία,εμφανίστηκαν τα μοντέλα Duke μικρότερης χωρητικότητας, με την παρουσίασηαρχικά του 125 Duke, που θα έκανε καριέρα και στην Ευρώπη στην Α1 κατηγορία. Μια μοτοσυκλέτα που έφερε όλα τα χαρακτηριστικά των μεγαλύτερων μοντέλων της οικογένειας, μείον τη δύναμη, χάρη στις Euro 5 προδιαγραφές. Μια ιδανική βάση εκκίνησης για τους μελλοντικούς αναβάτες των μεγαλύτερων Duke.
Το 2012, η KTM παρουσίασε το 200 Duke -μοτοσυκλέτα κυρίως για τις αγορές εκτός Ευρώπης που δεν είχαν κατηγορίες κυβισμών Α1 και Α2-, ενώ το 2013 προστέθηκε στη γκάμα της το 390Duke, μοτοσυκλέτα που θα γινόταν αγαπημένο μοντέλο για τους χούλιγκαν του μποτιλιαρισμένου αστικού κέντρου των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, καθώς συνδύαζε ικανοποιητική δύναμη (44 hp) με πολύ μικρό βάρος (144 kg) που το μετέτρεπαν σε πυραυλάκι, εκεί που οι μεγαλύτεροι Δούκες δεν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν την περίσσεια δύναμή τους.
Στη συνέχεια, το 2014 ήταν η ώρα του Κτήνους. Η KTM ταρακούνησε για τα καλά την κατηγορία των hyper-naked / streetfighter το 2014, με την παρουσίαση του The Beast, της KTM 1290SuperDuke R. Με V2 κινητήρα 1.301 κ.εκ., η 1290 Super Duke R διέθετε όχι μόνο τον ισχυρότερο κινητήρα LC8, αλλά παράλληλα και με την κοντή μετάδοση είχε την ικανότητα να σηκώνει τον μπροστινό τροχό ακόμα και με 4η και 160 χλμ/ώρα! Με τη βάση αυτή η KTM το 2016 παρουσίασε και ένα… τουριστικό Duke (το λες και ιεροσυλία αν είσαι… “πιουρίστας”), το 1290 Super Duke GT.
Την επόμενη χρονιά, το 2017, το The Beast έλαβε την πρώτη του πραγματική αναβάθμιση. Με την ονομασία The Beast 2.0, η 1290Super Duke Rτου 2017 καυχιόταν για την υπερβολική ισχύ, τις κορυφαίες αναρτήσεις και το πολύ πιο δουλεμένο design. Όμως, το νέο πακέτο ηλεκτρονικών του βρέθηκε στο επίκεντρο, με πιο εκλεπτυσμένα βοηθήματα για τον αναβάτη και ένα νέο TRACK Mode να δίνουν τον τόνο.
Σημείο καμπής στην εξέλιξη του μύθου του Duke επήλθε το 2018, όταν η KTMπαρουσίασετην KTM 790 Duke, που ονομάστηκε THE SCALPEL -το νυστέρι. Για πρώτη φορά στην ιστορία του μοντέλου, οι Αυστριακοί επέλεξαν να εφοδιάσουν μια μοτοσυκλέτα της οικογένειας Duke με δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα και όχι με V2 όπως είχαμε συνηθίσει από τα Super Duke. Στην Ελλάδα η παρουσίαση του 790 Duke για τον ειδικό τύπο έγινε στην πίστα των Σερρών, όπου η μοτοσυκλέτα έλαμψε για την ικανότητα της να οδηγείται στο όριο. Στον δρόμο αρχικά το μοντέλο είχε κάποια θέματα με τον ψεκασμό, ενώ η υστερική απόδοση του εν σειρά κινητήρα έκανε πιο δύσκολα τα κόλπα ακριβείας (βλ. σούζες κ.α.), από ότι με τον V2 κινητήρα. Στη συνέχεια οι αναβαθμίσεις έστρωσαν την τροφοδοσία, και ο εν σειρά κινητήρας συνέχισε να κοσμεί τα Duke της μεσαίας κατηγορίας μέχρι και σήμερα -πλην του μέγιστου Super Duke R που επιμένει στον V2.
Και φτάνουμε στο 2024, 30 χρόνια μετά από το ντεμπούτο του πρώτου Duke, τρία επετειακά μοντέλα μπαίνουν στη μάχη. Στο εισαγωγικό επίπεδο, η KTM 390 Duke διαθέτει TFT έγχρωμη οθόνη οργάνων, ηλεκτρονικά βοηθήματα και εξοπλισμό που πριν από μερικά χρόνια δεν είχαν ούτε οι prestige εκδόσεις των 1.000 κυβικών.
Το KTM 990 Duke -που δεν πρέπει να συγχέεται με το παλιό KTM 990 Super Duke- τροφοδοτείται από έναν ολοκαίνουργιο παράλληλο δίδυμο κινητήρα LC8c, φέρνοντας τη μάχη απευθείας στην κατηγορία των 1.000 cc Naked. Διαθέτει μεγαλύτερες διαστάσεις, περισσότερη τεχνολογία και πιο έντονη παρουσία στο δρόμο.
Τέλος, η KTM 1390Super Duke Rκαι η κορυφαία έκδοση 1390 Super Duke R EVO, έχουν εξελιχθεί ως το απόλυτο ζευγάρι hyper-naked μοτοσυκλετών με τεράστια ισχύ, απαράμιλλη ηλεκτρονική τεχνολογία και μια εντελώς νέα σχεδιαστική κατεύθυνση.
Για να γιορτάσουν αυτό το ορόσημο, τα τρία προαναφερθέντα μοντέλα έχουν μοναδικά χρώματα και γραφικά, γιορτάζοντας τα 30 χρόνια ιστορίας της οικογένειας, και αντλώντας έμπνευση από τα μοντέλα Duke που προηγήθηκαν.
Επιπλέον, η KTM επιβραβεύει τους οπαδούς των Duke, χαρίζοντας ένα KTM 390 Duke, ένα KTM 990 Duke και ένα KTM 1390Super Duke Rμέσω των ψηφιακών της πλατφορμών, με περισσότερες από 700.000 συμμετοχές.
Η KTM θα ξεκινήσει επίσημα την καμπάνια 30 YEARS OF DUKE στη διεθνή παρουσίαση για τα ΜΜΕ που θα πραγματοποιηθεί στην πίστα της Αλμερία, στην Ισπανία όπου θα παρευρεθεί και το ΜΟΤΟ. Αυτό θα επιτρέψει στους συντάκτες του Ειδικού Τύπου να γνωρίσουν τα KTM 390 Duke, KTM 990 Duke, KTM 1390 Super Duke R και KTM 1390 Super Duke R EVO του 2024 στο ιδανικό τους περιβάλλον.
Αυτή θα είναι επίσης η πρώτη φορά στην ιστορία της KTM που τρία νέα μοντέλα θα παρουσιαστούν ταυτόχρονα, με τους τρεις νικητές του διαγωνισμού DUKE να συμμετέχουν στην εκδήλωση. Εκεί θα βρεθούν και ο πρεσβευτής της KTM Rok Bagaros (υπεύθυνο για τα stunt στα περισσότερα προωθητικά βίντεο των “πορτοκαλί”)και ο θρύλος, Jeremy McWilliams για να δείξουν τι μπορούν να κάνουν τα νέα μοντέλα Duke. Μείνετε συντονισμένοι στο ΜΟΤΟ για όλες τις εξελίξεις της παρουσίασης, εκ των έσω.
EICMA: Honda CB1000GT 2026 - Το Tracer10 που έπρεπε να είχε η Yamaha!
Ευθέως απέναντι στο Suzuki GSX-S 1000GX
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
4/11/2025
Το υπέροχο σύνολο του νέου Hornet, δηλαδή το ελαφρύ αλλά σωστά άκαμπτο πλαίσιο και ένας κινητήρας με δόξες, καθώς ξεκίνησε την ζωή του στα Superbikeτο 2017, αποκτούν μία νέα υπόσταση σε μία μοτοσυκλέτα που απευθύνεται σε μεγαλύτερο κοινό.
Το νέο CB1000GTκαλύπτει ένα κενό στην γκάμα της Hondaπου παλαιότερα είχε το CBF1000, μόνο που το κάνει με πολύ πιο σαφή προσανατολισμό και αρκετά σπορ χαρακτήρα. Δεν είναι μόνο τα πενήντα άλογα που έχει περισσότερο, αλλά οι Hornetκαταβολές του θα του προσδώσουν εκείνο που έλειπε από το προηγούμενο μοντέλο με την φλατ απόκριση, τη σπορ συμπεριφορά χωρίς απαραίτητα να υπάρχουν θυσίες στον ταξιδιωτικό χαρακτήρα. Τουλάχιστον αυτή είναι η υπόσχεση και μιας και είμαστε στο 2026, πλέον, και μιλάμε για τη Honda, δεν υπάρχει καμία δυσκολία σε αυτό που υπόσχεται, για να μην το πάρει κανείς ως δεδομένο από τώρα.
Ο κινητήρας αυτός είναι όπως είπαμε ένας με Superbikeπαρελθόν και το ότι είναι σχεδόν δεκαετία από τότε που σχεδιάστηκε για πίστες είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Από το 2018 και μετά η κατηγορία άλλαξε δραματικά και οι Superbikeπου ακολούθησαν δεν ήταν μοτοσυκλέτες που θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν σε καθημερινή ή ταξιδιωτική χρήση. Υπερβολική ζέστη, υπερβολικά άλογα, με αντίστοιχα διαστήματα service, δεν είναι αξιοποιήσιμα στην κατηγορία αυτή, αν θέλεις να έχεις μία προσιτή οικονομικά μοτοσυκλέτα και όχι να ξεφύγεις φτάνοντας την περιοχή των τριάντα χιλιάδων.
Διότι εδώ τώρα βρίσκεται μία ακόμη σημαντική υπόσχεση που εν μέρη την έχουμε ήδη να καλύπτεται από το γυμνό Hornet: Η Hondaθα έχει επιθετική τιμολογιακή πολιτική και έτσι το CB1000GTαναμένεται να είναι μία πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση.
Ο τετρακύλινδρος εν σειρά, προέρχεται λοιπόν από το CBR1000RR Fireblade του 2017 με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους, ηλεκτρονικό ψεκασμό PGM-FI και ηλεκτρονική οδήγηση γκαζιού TBW.
ΠΡΩΤΗ ΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ
Η εργονομία θέσης οδήγησης είναι ακριβώς αυτό που περιμένεις, ζεις το «φαινόμενο Honda» μόλις καθίσεις στην σέλα καθώς τα πάντα είναι στη θέση τους, όπως ακριβώς περιμένεις από μία Honda. Μαζεμένες διαστάσεις που σε προδιαθέτουν για καθημερινή χρήση αλλά χωρίς να υπάρχει έλλειψη χώρου για μεγάλες αποστάσεις με τον συνεπιβάτη να κάθεται αρκετά πίσω κάτι που οι ηλεκτρονικές αναρτήσεις θα πρέπει να αποσβέσουν ως χαρακτηριστικό. Εξαιρετική η συναρμογή και η ποιότητα της βαφής αν και συνεχίζουν να είναι ακάλυπτα, δίχως βερνίκι τα αυτοκόλλητα κάτι που εμείς στο MOTO είχαμε επισημάνει στο Hornet, και περιμέναμε να αλλάξει στην GT. Η ποιότητα της βαφής όμως, ανταπεξέρχεται σε αυτό!
Κινητήρας
Η διάμετρος και η διαδρομή είναι 76 x 55,1mm αντίστοιχα, με σχέση συμπίεσης 11,7:1 και η απόδοση παραμένει στο πλαίσιο της γυμνής μοτοσυκλέτας με μέγιστη ισχύ 147,65 hp (110,1kW) στις 11.000 σαλ, και ροπή 10,4Kg.mστις 8.750 σαλ.
Η απόκριση της γκαζιέρας αναμένεται εξίσου γραμμική χωρίς να είναι κρεμασμένη στις χαμηλές στροφές, όπως θα περίμενε κανείς με βάση παλαιότερες τετρακύλινδρες μοτοσυκλέτες της ευρύτερης κατηγορίας των «όρθιων street» ενώ από τις μεσαίες και μετά, η χαρακτηριστική ευστροφία θα θυμίζει στον αναβάτη τους λόγους που στήριξε την επιλογή του και κατέληξε στην GTγια τα ταξίδια του.
Το κιβώτιο έρχεται από το Hornetκαι συγκριτικά με το παρελθόν του έχει τις απαραίτητες αλλαγές για να αξιοποιεί την απόδοση του κινητήρα στον δρόμο με τον καλύτερο τρόπο χωρίς να χρειαστεί να τον δουλεύεις σε ψηλές στροφές για να πάρεις την επιτάχυνση που θέλεις.
Οπότε έχουμε 2η έως 5η με νέα γρανάζια και μία πιο μακριά 6η ώστε τα ταξιδιωτικά χιλιόμετρα να έρχονται σε χαμηλότερες στροφές. Έχουμε πει στο MOTOπολλές φορές πως πέρα από την κάλυψη του αέρα, μεγάλο ρόλο για την άνεση του αναβάτη και κατά επέκταση την ικανότητά του να καλύπτει μεγάλες αποστάσεις διαδραματίζει η λειτουργία του κινητήρα. Η GTυπόσχεται να κρατά στις νόμιμες ταχύτητες ταξιδιού ένα ήπιο γουργουρητό από τον τετρακύλινδρο χωρίς καθόλου κραδασμούς, χωρίς διακυμάνσεις τροφοδοσίας, μία ξεκούραστη λοιπόν λειτουργία που ταυτόχρονα δεν γίνεται, παρά να είναι και πιο οικονομική σε κατανάλωση.
Ο συμπλέκτης είναι φυσικά μονόδρομος με υποβοήθηση και στον βασικό εξοπλισμό υπάρχει quickshifter δύο κατευθύνσεων που υποστηρίζει και το λεγόμενο autoblip. Για το συγκεκριμένο quickshifter σας τα έχουμε πει από το 2018, χρειαζόταν μία βελτίωση για να διαχειριστεί σωστά πάνω από τα 100 άλογα, καθώς δούλευε άψογα στην AfricaTwinαλλά ήθελε περισσότερο δουλειά στο νεορετρό CB.
Αν ήταν σε κινέζικη μοτοσυκλέτα τόσο ο μέσος πελάτης όσο και ο αντιπρόσωπος θα έμεναν με την απορία για το τι χρειάζεται καθώς θα έκριναν την λειτουργία του απροβλημάτιστη. Μαζί τους, και ορισμένοι από τα φερέφωνα με δημόσιο λόγο, όμως για την Hondaκαι κατά επέκταση για τον πελάτη της Hondaυπήρχε περιθώριο βελτίωσης. Το πρώτο δείγμα το είδαμε στο Hornet, η ίδια η Honda επιβεβαίωσε πως υπήρχε περιθώριο βελτίωσης συγκριτικά με το 2018 στο νεορετρό CB1000F και για αυτό τον λόγο τους πιστεύουμε όταν λένε πως στην GTξεχνάς την μανέτα του συμπλέκτη εκτός και αν θέλεις να κάνεις στάση!
Στο μεταξύ οι στάσεις δεν θα είναι συχνές από την στιγμή που έχεις 21 λίτρα που η Hondaλέει πως επαρκούν για αυτονομία 340 χιλιομέτρων. Δίνουν μέση κατανάλωση 6,1 λίτρα ανά εκατό χιλιόμετρα, το οποίο δεν είναι πολύ μακριά από αυτό που έχουμε μετρήσει εμείς στο Hornet.
Ηλεκτρονικά
Η GTέχει IMUέξι αξόνων, μία αδρανειακή μονάδα λοιπόν που τροφοδοτεί την ECUμε πληροφορίες για την θέση της μοτοσυκλέτας στον χώρο, τις οποίες έπειτα εκείνη αξιοποιεί για να ρυθμίσει αντίστοιχα την λειτουργία του tractioncontrol. Όπως έχουμε συνηθίσει το HSTC δηλαδή το Honda Selectable Torque Control, όπως αποκαλούν το TractionControlρυθμίζεται σε τρία επίπεδα, όπως αντίστοιχα μπορεί κανείς να επιλέξει σε τρεις βαθμίδες το φρένο του κινητήρα. Το πόσο δηλαδή ανοικτές μένουν οι βαλβίδες στην ανάποδη περιστροφή της γκαζιέρας. Υπάρχουν αναβάτες που θέλουν σε έναν επαρχιακό να οδηγούν γκάζι-φρένο και να θέλουν πιο έντονη την λειτουργία του φρένου κινητήρα και άλλοι που τους αρέσει να οδηγούν με ροή, οπότε θα ήθελαν λιγότερο φρενάρισμα αφήνοντας το γκάζι.
Στο γκάζι τώρα έχουμε επίσης τρία επίπεδα απόκρισης ώστε ο κάθε αναβάτης να προσαρμόσει την μοτοσυκλέτα εκεί που θέλει, ή αντίστοιχα να επιλέξει με βάση τις συνθήκες του δρόμου και του στιλ που θέλει να ακολουθήσει εκείνη την στιγμή.
Όπως πάντα οι λειτουργίες αυτές ομαδοποιούνται στις εξής ομάδες που τα ονόματά τους, ουσιαστικά επεξηγούν και τη λειτουργία:
• STANDARD mode χρησιμοποιεί τη μεσαία ρύθμιση για EP, HSTC και EB. Έχει σχεδιαστεί για να αναπαράγει την αίσθηση και την απόδοση μίας σειράς καρμπυρατέρ, με φιλικό χαρακτήρα.
• SPORT mode χρησιμοποιεί το υψηλότερο επίπεδο ισχύος (P) και τα χαμηλότερα επίπεδα φρένου κινητήρα (EB) και HSTC ώστε να προσφέρει 100% απόδοση με οποιαδήποτε σχέση στο κιβώτιο, μέγιστη ισχύ και ροπή σε κάθε άνοιγμα του γκαζιού και ελάχιστη παρέμβαση του HSTC.
• RAIN mode χρησιμοποιεί το χαμηλότερο επίπεδο ισχύος (P) για τη λιγότερο επιθετική απόδοση ισχύος, μέτριο φρένο κινητήρα(EB) και υψηλό HSTC. Στόχος είναι η χαμηλή απόδοση ισχύος και ροπή στις τρεις πρώτες σχέσεις.
• TOUR mode έχει τα ίδια χαρακτηριστικά απόδοσης με το STANDARD, αλλά η δύναμη απόσβεσης προσαρμόζεται ανάλογα με την ταχύτητα· είναι το μοναδικό πρόγραμμα με αυτή τη λειτουργία.
Υπάρχει φυσικά και ο τρόπος να προσαρμόσεις τα ηλεκτρονικά όπως θέλεις ή να απενεργοποιήσεις πλήρως το tractioncontrol:
• USER mode επιτρέπει στον αναβάτη να επιλέγει ο ίδιος τις ρυθμίσεις για κάθε παράμετρο και να τις αποθηκεύσει για μελλοντική χρήση.
Όλα αυτά ρυθμίζονται μέσα από μία TFTοθόνη 5 ιντσών που προσφέρει και έλεγχο κινητού τηλεφώνου. Η οθόνη δεν δημιουργεί αντανακλάσεις καθώς χρησιμοποιεί οπτική συγκόλληση για βελτιωμένη ορατότητα σε έντονο ηλιακό φως. Σφραγίζοντας το κενό ανάμεσα στο προστατευτικό κρύσταλλο και την οθόνη TFT με ρητίνη, μειώνεται η αντανάκλαση και βελτιώνεται η μετάδοση του φωτισμού. Η οθόνη μπορεί να προσαρμοστεί σε τρία προφίλ εμφάνισης: Bar, Circle και Simple και προσφέρει συνδεσιμότητα smartphone IOS/Android μέσω Honda RoadSync.
Αυτή η λειτουργία – σε συνδυασμό με τον απλό, εύχρηστο, φωτιζόμενο διακόπτη τεσσάρων κατευθύνσεων στο αριστερό γκριπ –επιτρέπει πλοήγηση στροφή-προς-στροφή απευθείας στην οθόνη, καθώς και τη δυνατότητα στον αναβάτη – μέσω συνδεδεμένου Bluetooth κράνους – να πραγματοποιεί κλήσεις ή να ακούει μουσική. Ο ιδιοκτήτης το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να κατεβάσει την εφαρμογή Honda RoadSync από το Play Store ή το App Store και να συνδέσει το smartphone του με την CB1000GT. Επιπλέον, υπάρχει θύρα USB Type-C στο κάτω δεξί μέρος της οθόνης για φόρτιση του smartphone. Ελπίζουμε να δουλεύει απευθείας και στην Ελλάδα η εφαρμογή, χωρίς καθυστερήσεις.
Τα φλας ακυρώνονται αυτόματα μετά την αλλαγή λωρίδας ή την ολοκλήρωση στροφής. Επίσης ενσωματώνουν τη λειτουργία Emergency Stop Signal (ESS): σε περίπτωση έντονου φρεναρίσματος, τα αλάρμ αναβοσβήνουν για να προειδοποιήσουν τους άλλους χρήστες του δρόμου ότι βρίσκεται σε εξέλιξη απότομη και ισχυρή επιβράδυνση.
Στον βασικό εξοπλισμό λέει η Hondaπως θα ανήκουν και οι πλαϊνές βαλίτσες ενώ η ζελατίνα ρυθμίζεται με το χέρι σε πέντε θέσεις. Είναι εύκολο να γίνει με το ένα χέρι, οπότε θα μπορούσε κανείς να το κάνει και εν κινήσει. Στο μεταξύ η ζελατίνα έχει φυτική προέλευση με το βιοϋλικό της να λέγεται DurabioTM και να μην έχουμε ακόμη σαφή δείγματα για την αντοχή του στον χρόνο ή αν κιτρινίζει μετά από μία δεκαετία. Ανακύκλωση υπάρχει και στις βάσεις των σελών, όπου έχουμε ανακυκλωμένο πολυπροπυλένιο.
Υπάρχει επίσης cruisecontrol, κάτι που θα πρέπει να περιμένει κανείς από την στιγμή που έχουμε ηλεκτρονική οδήγηση του γκαζιού, θερμαινόμενα γκριπ και χούφτες. Το CruiseControlμπορεί να ενεργοποιηθεί από τα 50 χιλιόμετρα και έως τα 160 χ.α.ω.
Οι βαλίτσες έχουν ικανοποιητικό μέγεθος, με 37 λίτρα χωρητικότητας για την αριστερή και 28 λίτρα για την δεξιά.
Υπάρχει και ηλεκτρονική κλειδαριά, οπότε το κλειδί είναι ασύρματο αλλά μόνο για τον κεντρικό διακόπτη, για σέλα και βαλίτσες θα πρέπει να το βγάλεις από την τσέπη.
ΠΛΑΙΣΙΟ
Το πλαίσιο της CB1000GT είναι δύο δοκών (twin-spar) τύπου διαμάντι με την Honda να υπόσχεται μελετημένη στρεπτική ακαμψία ενώ το μικρό του πλάτος στο πίσω και κάτω τμήμα του συνεισφέρει στην συγκέντρωση των μαζών.
Αναπόφευκτα, συγκριτικά με το Hornet έχουμε ένα νέο, μεγαλύτερων διαστάσεων υποπλαίσιο με ενισχυτικό εγκάρσιο σωλήνα και ανασχεδιασμένη πλάκα στήριξης, δημιουργώντας περισσότερο χώρο για να καλύπτει τις απαιτήσεις της κατηγορίας GT. Η συνολική ακαμψία έχει ρυθμιστεί προσεκτικά, ενώ η αύξηση του βάρους έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Το μήκος του χυτού αλουμινένιου ψαλιδιού Pro-Link αυξάνεται από 619 σε 635mm, βελτιώνοντας τη σταθερότητα σε υψηλές ταχύτητες υπό πλήρες φορτίο, ενώ η νέα έδραση του πίσω αμορτισέρ μειώνει τους κραδασμούς. Τα χυτά αλουμινένια μαρσπιέ προσφέρουν επίσης βελτιωμένη άνεση στον συνεπιβάτη κατά τη διάρκεια μακρινών διαδρομών.
Η σταθερότητα μιας μοτοσυκλέτας touring και ο χειρισμός μιας γυμνής sport μοτοσυκλέτας συνοψίζουν τις δυνατότητες συμπεριφοράς της CB1000GT. Η γωνία κάστερ και το ίχνος είναι στις 25,0° και 106,3mm, με μεταξόνιο 1.465mm (σε σύγκριση με του Hornet: 25° / 98mm / 1.455mm). Η απόσταση από το έδαφος είναι 133mm, αυξημένη κατά 3mm σε σχέση με το Hornet. Η κατανομή βάρους είναι 51% / 49% (έναντι 51,2% / 48,8%) και συνδυάζεται άψογα με τη θέση οδήγησης για ελαφριά αίσθηση στο τιμόνι. Το βάρος πλήρως υγρών είναι 229 κιλά.
Το ύψος σέλας είναι στα 825mm ενώ για να προσφέρει περισσότερη άνεση στα ταξίδια το πάχος της έχει αυξηθεί σε σχέση με το Hornet κατά 15mm για τον αναβάτη και 39,5mm για τον συνεπιβάτη, με τη θέση του τιμονιού και των μαρσπιέ να είναι διαφορετική , δημιουργώντας ένα εργονομικό τρίγωνο κατάλληλο για μεγάλες αποστάσεις.
Η ημι-ενεργητική ανάρτηση Showa Electronically Equipped Ride Adjustment (Showa-EERA™) αποτελεί στάνταρ εξοπλισμό στην CB1000GT – όπως και η μονάδα έξι αξόνων IMU της Nippon Seiki – και λειτουργεί ώστε να παρέχει βέλτιστη απόσβεση συμπίεσης/επαναφοράς σε ευρύ φάσμα συνθηκών. Το σύστημα ρυθμίζει αυτόματα τη δύναμη απόσβεσης ανάλογα με την ταχύτητα διαδρομής της ανάρτησης. Λειτουργεί προσαρμόζοντας το επίπεδο απόσβεσης βάσει δεδομένων από τρεις πηγές: την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας (από την ECU), τη θέση και κλίση της μοτοσυκλέτας (από την IMU) και τη συμπεριφορά του πιρουνιού (από τον αισθητήρα διαδρομής).
Η Μονάδα Ελέγχου Ανάρτησης (SCU) προσαρμόζει τη δύναμη απόσβεσης μέσα σε μόλις 15 χιλιοστά του δευτερολέπτου (0,015 δευτ.) από τη λήψη των δεδομένων αυτών. Η ευελιξία του συστήματος σημαίνει ότι η ρύθμιση απόσβεσης μπορεί να προγραμματιστεί ώστε να αλλάζει ανάλογα με την ταχύτητα της μοτοσυκλέτας – παρέχοντας, για παράδειγμα, πιο σφιχτή απόσβεση σε υψηλές ταχύτητες.
Πρακτικά, το Showa-EERA™ επιτρέπει στον αναβάτη να επιλέξει άνεση για οδήγηση εντός πόλης, sport απόδοση αντίδρασης, σταθερότητα σε υψηλές ταχύτητες touring ή ακριβή απόκριση σε βροχερές συνθήκες με το πάτημα ενός κουμπιού. Το Showa-EERA™ επίσης μειώνει υπερβολικό βύθισμα κατά το δυνατό φρενάρισμα. Σε σύγκριση με το Hornet, η διαδρομή έχει επίσης αυξηθεί, στα 130mm μπροστά και 144mm πίσω (έναντι 130mm / 140mm).
Διατίθενται τέσσερις προκαθορισμένες λειτουργίες ανάρτησης:
• STD: ισοδυναμεί με την βασική ρύθμιση της ανάρτησης Showa, για ευρεία γκάμα συνθηκών.
• SPORT: προσφέρει υψηλή σταθερότητα ανάρτησης για πιο επιθετική οδήγηση.
• RAIN: μαλακώνει την απόκριση της ανάρτησης για ομαλή και ελεγχόμενη συμπεριφορά σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης.
• TOUR: παρέχει μέγιστη σταθερότητα σε φρενάρισμα και στροφές, και την πιο σφιχτή απόσβεση για υψηλές ταχύτητες και δικάβαλο ταξίδι με πλήρες φορτίο.
• USER: επιτρέπει στον αναβάτη να ρυθμίσει εξατομικευμένα την απόσβεση και την προφόρτιση.
Το Showa-EERA™ προσφέρει στον αναβάτη τη δυνατότητα λεπτομερούς ρύθμισης της προφόρτισης του πίσω ελατηρίου με 24 βήματα, εν κινήσει. Το ανεστραμμένο πιρούνι 41mm διαθέτει χειροκίνητη ρύθμιση προφόρτισης ελατηρίου.
Διπλές, ακτινικά τοποθετημένες τετραπίστονες δαγκάνες Nissin συνδυάζονται με πλευστούς δίσκους 310mm το Cornering ABS, διαχειριζόμενο από την IMU, προσθέτει επιπλέον σιγουριά για τον αναβάτη. Ο πίσω δίσκος 240mm χρησιμοποιεί μονοπίστονη δαγκάνα Nissin με μεταλλικά τακάκια για εξαιρετική απόδοση πέδησης σε συνθήκες δικάβαλου και με αποσκευές ταξιδιού.
Οι ζάντες 5 μπράτσων τύπου “Y” προδιαγραφών Hornet (εμπνευσμένες από την CBR1000RR-R Fireblade) είναι κατασκευασμένες από χυτό ελαφρύ αλουμίνιο. Τα ελαστικά είναι διαστάσεων 120/70-ZR17 εμπρός και 180/55-ZR17 πίσω.
Αξεσουάρ
Μια σειρά από Γνήσια Αξεσουάρ Honda είναι διαθέσιμα για την CB1000GT, ενισχύοντας την άνεση, το στυλ, την απόδοση και την πρακτικότητα. Περιλαμβάνουν τρία προσεκτικά επιλεγμένα Πακέτα Αξεσουάρ, προσαρμοσμένα στην ευρωπαϊκή αγορά.
COMFORT PACK
Το Comfort Pack έχει δημιουργηθεί για να ενισχύσει τον touring χαρακτήρα της GT και περιλαμβάνει την σέλα Comfort για τον αναβάτη και τον συνεπιβάτη, θερμαινόμενα γκριπ, ψηλός ανεμοθώρακας, αεροδυναμικούς εκτροπείς A και B, καθώς και προβολείς ομίχλης.
SPORTS PACK
Για μια πιο δυναμική, σπορ εμφάνιση, υπάρχει το Sports Pack. Η συλλογή περιλαμβάνει την καρίνα, πλευρικά αυτοκόλλητα ρεζερβουάρ, προστατευτικό κινητήρα και διακοσμητικές λωρίδες ζαντών.
URBAN PACK
Για μέγιστη πρακτικότητα στην καθημερινή χρήση και μεταφορά αποσκευών, το Urban Pack περιλαμβάνει Top Box 50 λίτρων με μαξιλαράκι πλάτης και πάνελ Top Box, καθώς και βάση στήριξης.
Εκτός από τα πακέτα, όλα τα Αξεσουάρ Honda για την CB1000GT διατίθενται μεμονωμένα:
Σύστημα CorneringABS, ελεγχόμενο από IMU έξι αξόνων
Εμπρός
Δύο δίσκοι 310mm με τετραπίστονες, ακτινικά τοποθετημένες δαγκάνες της Nissin
Πίσω
Δίσκος 240mm με μονοπίστονη δαγκάνα Nissin
ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΗΛΕΚTΡΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Όργανα
Οθόνη TFT 5 ιντσών πολλαπλών πληροφοριών
Προβολέας
LED
Πίσω φως
LED
Συνδεσιμότητα
Honda RoadSync
USB
USB-C
Αυτόματη ακύρωση φλας
Ναι
Quick shifet
Ναι
Σύστημα προστασίας
HISS και SMART KEY
Cruise Control
Ναι
Πρόγραμματα Οδήγησης
Standard, Rain, Sport, Tour, 1x User
HSTC
Ναι
Θερμαινόμενα γκριπ
Ναι
Πρόσθετα χαρακτηριστικά
Ρυθμιζόμενος ανεμοθώρκας σε πέντε θέσεις, κεντρικό σταντ, πλαϊνές βαλίτσες, αυτόματα ακυρούμενα φλας με λειτουργία Emergency Stop Signal (ESS), wheeliecontrol, θερμαινόμενα γκριπ