Νέο BMW S1000RR 2019

Από πλάγια οδό (μία ακόμη) επιβεβαίωση
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

7/7/2018

Ελπίζαμε να το δούμε στην EICMA τον Νοέμβριο του ’17, ως φετινό μοντέλο, όμως η πολύαναμενόμενη ανανέωση του S1000RR έρχεται όπως όλα δείχνουν τον Οκτώβριο στην Intermot, το μεγάλο διεθνές σαλόνι μοτοσυκλέτας στην Γερμανία που διοργανώνεται κάθε δύο χρόνια, ή το αργότερο στην EICMA τον Νοέμβριο. Σε κάθε περίπτωση οι πόντοι που συλλέγουν οι πιθανότητες να το δούμε ως μοντέλο του ’19 ξεπερνούν κατά πολύ το όριο εκείνο που καθιστούν την είδηση άξια παρακολούθησης, επιβάλλοντας να ρίξουμε μία πιο προσεκτική ματιά. Κι αυτό γιατί πέρα από διάφορες μικρές και μεγάλες αναφορές από τους ανθρώπους του εργοστασίου, η αναφορά του κ. Genesio Bevilacqua διευθυντή της Althea Racing σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, σφραγίζει με λίγο πιο επίσημο τρόπο, την έλευση του νέου S1000RR από την νέα χρονιά.

Η Althea Racing είναι η ομάδα που φέρνει την BMW στο World Superbike Championship αλλά και στο European Superstock 1000 Championship, διατηρώντας ευθεία γραμμή επικοινωνίας μαζί τους. Κι αυτό γιατί όπως εξηγεί ο ίδιος ο κ. Bevilacqua στον Ιταλό δημοσιογράφο, Gianmaria Rosati, η BMW ακολουθεί το Ιαπωνικό μοντέλο συνεργασίας με τις επαγγελματικές ομάδες που είναι η από κοινού εξέλιξη της μοτοσυκλέτας, σε αντίθεση με τους Ιταλούς της Aprilia και της Ducati, που σου πουλούν την μοτοσυκλέτα και τέλος.

H τωρινή BMW S 1000 RR της Althea Racing

Η μεγάλη διαφορά είναι πως η Ducati σου την παραδίδει στο τελικό στάδιο εξέλιξης, έτοιμη να την ρυθμίσεις και να αγωνιστείς, ενώ η BMW, όπως η Yamaha και η Kawasaki, θα δουλέψει μαζί σου εξελίσσοντας τα ηλεκτρονικά της μοτοσυκλέτας. Μετακυλίοντας έτσι ένα μεγάλο βάρος της εξέλιξης στην ομάδα, με αντάλλαγμα την απόκτηση της μοτοσυκλέτας και την υποστήριξη του εργοστασίου, υπογράφοντας δηλαδή έναν κανονικό μνημόνιο συνεργασίας, η Althea Racing καταλήγει στο τέλος μία πλήρως εργοστασιακή ομάδα και ταυτόχρονα σε διαρκή επικοινωνία με την BMW.

Για αυτό και είναι προβληματισμένοι, δίνοντας ταυτόχρονα και την είδηση, πως όταν δούμε το S1000RR στα σαλόνια του ’18 θα είναι πολύ αργά για να ξεκινήσει η εξέλιξη της μοτοσυκλέτας για την επόμενη σεζόν του WSBK, πόσο μάλλον όταν η ομάδα θα χρειαστεί να στελεχωθεί εκ νέου με αναβάτες.

Είναι ήδη πολύ αργά και τώρα, για να ξεκινήσει κανείς τις δοκιμές, εξελίσσοντας την επόμενη αγωνιστική έκδοση της S1000RR, πόσο μάλλον μόλις μερικούς μήνες πριν τον πρώτο αγώνα. Κι αυτό γιατί το ζήτημα σύμφωνα με τον κ. Bevilacqua, είναι τα ηλεκτρονικά απέναντι στον ανταγωνισμό. Η S1000RR κυριάρχησε από την πρώτη στιγμή ως κορυφαία superbike, ήταν η δυνατότερη και μάλιστα με τρόπο αποδοτικό, όμως σιγά-σιγά ο ανταγωνισμός κατάφερε να την φτάσει, ιδιαίτερα από την στιγμή που η BMW δεν επένδυσε τόσο όσο θα έπρεπε, στην εξέλιξη των ηλεκτρονικών για αγωνιστική χρήση. Αυτό θα της έδινε το προβάδισμα και για τις μοτοσυκλέτες παραγωγής, όπου επίσης η τεχνολογία έχει κάνει άλματα και ο ανταγωνισμός έχει επενδύσει ξοδεύοντας απίστευτο χρόνο, ένα παράδειγμα που ισχύει για όλους αλλά εκφράζεται πιο δυνατά από τις Ducati και Aprilia.

Ιδιαίτερα για αυτούς τους δύο, ο διευθυντής της Althea λέει πως πλέον έχουν ισοφαρίσει την BMW στο σύνολο από εκεί που απήχαν αρκετά, ενώ βήματα εμπρός έχουν γίνει και από την Yamaha, την στιγμή που ο συνδυασμός Rea και Kawasaki είναι σαρωτικός και σε σημείο που αυτή την στιγμή δεν πλησιάζεται εύκολα.

Για αυτό τον λόγο η Ιταλική ομάδα που μέχρι το 2015 έτρεχε με Aprilia και Ducati, και από το 2016 με BMW, δεν γνωρίζει αν θα συνεχίσει και τον επόμενο χρόνο την συνεργασία της με το Γερμανικό εργοστάσιο. Αν η BMW δεν τους δώσει σύντομα μία απάντηση με ένα πολύ σφιχτό πλάνο συνεργασίας, καθώς ο χρόνος πιέζει, τότε θα πρέπει να βρουν μία διαφορετική συνεργασία, την στιγμή που έχει ακουστεί πολύ συχνά και το όνομα του Tom Sykes αν παραμείνουν στην στέγη της BMW!

Ο λόγος όμως που οι Ιταλοί δεν έχουν ακόμη πάρει το νέο S1000RR, μπορεί να είναι τελείως διαφορετικός, καθώς δεν αποκλείεται η BMW να θέλει μία πιο άμεση, πιο προσωπική ενασχόληση με το WSBK με την πλήρη εμπλοκή της. Στοιχείο που φοβάται και ο LORIS BAZ, καθώς γενικότερα η επόμενη σεζόν έχει για εκείνον πολλά σενάρια.

Στρόφαλος με αντίθετη περιστροφή

Η αιτία της καθυστέρησης της ανανέωσης του S1000RR μπορεί ωστόσο να είναι πολύ καλή για να είναι αληθινή, καθώς υπάρχει έντονη φημολογία πως ο νέος κινητήρας θα έχει στρόφαλο που περιστρέφεται αντίθετα από τους τροχούς. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνει την αδράνεια από το γυροσκοπικό φαινόμενο, κάνοντας πολύ πιο εύκολο να πιέσεις την μοτοσυκλέτα να στρίψει απότομα, ενώ φρενάρεις από πολλά χιλιόμετρα. Ταυτόχρονα όμως απαιτεί περισσότερα κινούμενα μέρη, ώστε να κατευθύνεις την περιστροφή αυτή στο κιβώτιο και στην τελική μετάδοση, αυξάνοντας έτσι την ροπή αδράνειας και επηρεάζοντας την ιπποδύναμη εξαιτίας –ακριβώς- των περισσότερων κινούμενων μερών.

Το θέμα είναι πως από το 2016 και μετά, δεν υπάρχει καμία μοτοσυκλέτα στα MotoGP που ο στρόφαλός της να μην περιστρέφεται αντίστροφα από τους τροχούς, κι αυτό γιατί το όφελος από την αμεσότητα στο πλάγιασμα, είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από την χαμένη ιπποδύναμη στην τελική μετάδοση. Κυρίως γιατί τα εξελιγμένα μέταλλα που χρησιμοποιούνται στα MotoGP και πάντα με δεδομένο την μικρή διάρκεια ζωής, εγγυόνται το μικρό βάρος και την σχετικά μικρή απώλεια.

Βέβαια στην κορυφαία κατηγορία η πρακτική αυτή δεν ήταν ποτέ άγνωστη, και ήταν η Honda που το 1987 με την θρυλική NSR500 την εγκαινίασε και μάλιστα με τον καλύτερο τρόπο, σαρώνοντας τα πρωταθλήματα στα 500… ωστόσο είναι αυτό ακριβώς το θέμα: Πρόκειται για μία διάταξη που με ελάχιστες εξαιρέσεις όταν μιλάμε για μοτοσυκλέτες δρόμου με πολλά άλογα, δεν χρησιμοποιείται συχνά. Και οι λόγοι είναι οι παραπάνω.

Αν πράγματι λοιπόν το νέο S1000RR έχει στρόφαλο που περιστρέφεται αντίστροφα από τους τροχούς, τότε χαλάλι στην αναμονή διότι η BMW θα έχει φέρει ένα νέο διαμάντι στην κατηγορία, ακριβώς όπως ήταν –και είναι- ο προκάτοχός του. Ταυτόχρονα βέβαια θα πρέπει η ιπποδύναμη όχι μόνο να διατηρείται, αλλά να περάσει τον ανταγωνισμό, πράγμα εξίσου δύσκολο, με όλα τα παραπάνω ζητήματα να ισχύουν, και την Ducati να φέρνει ένα V4 που υπόσχεται την ίδια εκρηκτικότητα με το μεγαλύτερο κατά εκατό κυβικά αδερφάκι του, που ήδη μας έχει εντυπωσιάσει.

Superbike test: Ducati Panigale V4S vs Aprilia RSV4RF
Στις Σέρρες, στα Μέγαρα και στο δρόμο

Υπάρχει επίσης και η φήμη για μία αντίστοιχη κίνηση όπως της Ducati, από την Aprilia αυτή την φορά, με ανανέωση του V4 που είναι ήδη άκρως ανταγωνιστικός και ταυτόχρονα με μία έκδοση στα 1.100 κυβικά που μπορεί να κοντράρει ευθέως την «φτιαγμένη για track-days» Panigale!

Δεν περιμένει κανείς από την BMW να μην στοχεύσει την κυριαρχία στην κατηγορία, από την στιγμή μάλιστα που την κράτησε για τόσο πολύ, αν θα το κάνει όμως με κάτι τόσο εξελιγμένο παραμένει ερωτηματικό, μεγαλύτερο από το πότε θα εμφανιστεί μπροστά μας. Διατηρώντας ή ακόμα καλύτερα, αυξάνοντας την ιπποδύναμη, προσθέτοντας κινούμενα μέρη, κι όλα αυτά την στιγμή που ο κινητήρας θα είναι έτοιμος για τις “Euro5” προδιαγραφές –αλλιώς πιο το νόημα- το νέο S1000RR θα στρίβει και καλύτερα σε αγωνιστικό ρυθμό. Ένας συνδυασμός λοιπόν που ακόμα περισσότερο αυξάνει την διάθεση της Althea να περιμένει τους Γερμανούς μέχρι και την τελευταία στιγμή, και ταυτόχρονα καθιστά άκρως επιτακτική την ανάγκη για ολική επανεξέταση των ηλεκτρονικών. Η BMW έχει λοιπόν εξαιρετικά πολύπλοκο έργο μπροστά της κι αυτό μας κεντρίζει το ενδιαφέρον ακόμη περισσότερο

Ετικέτες

NorthForge Dispatch: Ηλεκτρική μοτοσυκλέτα για τον στρατό του Καναδά - Βρίσκεται ήδη σε φάση δοκιμών

Αθόρυβη – Με αυτονομία 200 χιλιομέτρων – Μεταφέρει έως 200kg
NorthForge Dispatch
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

1/7/2026

Η καναδική NorthForge παρουσίασε επίσημα τη Dispatch, μια αμιγώς ηλεκτρική στρατιωτική μοτοσυκλέτα που ολοκλήρωσε τη φάση εξέλιξης και είναι πλέον έτοιμη για δοκιμές πεδίου, με στόχο την αξιολόγησή της από τις Καναδικές Ένοπλες Δυνάμεις και άλλους στρατιωτικούς οργανισμούς.

Η NorthForge, μια νέα καναδική εταιρεία που δραστηριοποιείται στον τομέα της “αμυντικής” κινητικότητας, ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της ανάπτυξης της Dispatch, μιας ηλεκτρικής μοτοσυκλέτας που σχεδιάστηκε εξαρχής για στρατιωτικές αποστολές πληροφόρησης, αναγνώρισης και επιτήρησης (ISR) και ελαφρών τακτικών επιχειρήσεων. Το πρωτότυπο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην έκθεση CANSEC που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο στην Ottawa, ενώ σύμφωνα με την εταιρεία η εξέλιξή του διήρκεσε σχεδόν τέσσερα χρόνια και πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με στελέχη των Καναδικών Ενόπλων Δυνάμεων και άλλους στρατιωτικούς συμβούλους.

Σε αντίθεση με άλλες στρατιωτικές λύσεις που βασίζονται σε μετατροπές πολιτικών μοτοσυκλετών, η Dispatch εξελίχθηκε αποκλειστικά για στρατιωτική χρήση. Η NorthForge αναφέρει ότι ο σχεδιασμός της δίνει προτεραιότητα στην αξιοπιστία, την ευκολία επισκευής στο πεδίο και τα χαμηλά επίπεδα θορύβου, στοιχεία που θεωρούνται κρίσιμα στις σύγχρονες επιχειρήσεις.

NorthForge Dispatch

Η ηλεκτρική μοτοσυκλέτα αποδίδει τελική ταχύτητα έως 110 χιλιόμετρα ανά ώρα και αυτονομία που μπορεί να φτάσει τα 200 χιλιόμετρα, ενώ το επίπεδο θορύβου παραμένει κάτω από τα 50 dB, περιορίζοντας σημαντικά την πιθανότητα ακουστικού εντοπισμού. Παράλληλα, έχει σχεδιαστεί και εξελιχθεί ώστε να λειτουργεί σε ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες, με εύρος θερμοκρασιών λειτουργίας από -45°C έως +45°C, με το θερμικό του αποτύπωμα να είναι επίσης μικρό, μόλις 5º C πάνω από την θερμοκρασία περιβάλλοντος, κάνοντας δύσκολα ανιχνεύσιμη την παρουσία του και από θερμικές κάμερες.

Η κατασκευή βασίζεται σε μονοκόκ πλαίσιο αλουμινίου αεροπορικών προδιαγραφών, επιλογή που, σύμφωνα με την εταιρεία, συνδυάζει υψηλή ακαμψία με χαμηλό βάρος. Η πλήρης μοτοσυκλέτα, μαζί με τις τρεις μπαταρίες, ζυγίζει 140 κιλά, ενώ χωρίς αυτές περιορίζεται στα 92 κιλά, βάρος αντίστοιχο με εκείνο ενός αγωνιστικού μοντέλου 300 κυβικών εκατοστών. Το ύψος της σέλας είναι μόλις 780 χιλιοστά, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αναβάτες διαφορετικού αναστήματος.

Ο πτυσσόμενος σχεδιασμός αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της Dispatch. Η μοτοσυκλέτα μπορεί να αποσυναρμολογηθεί χρησιμοποιώντας μόλις τρία εργαλεία, ενώ η αντικατάσταση της μονάδας κίνησης γίνεται αφαιρώντας έναν μόνο άξονα. Σύμφωνα με τη NorthForge, ολόκληρο το όχημα μπορεί να μεταφερθεί σε κιβώτιο διαστάσεων 5 x 3 x 2 ποδιών (αντιστοιχούν σε περίπου 1.52 × 0.91 × 0.61 μέτρα) και να συναρμολογηθεί μέσα σε λίγα λεπτά, διευκολύνοντας τη μεταφορά και την υποστήριξή του σε επιχειρησιακό περιβάλλον.

NorthForge Dispatch

Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί και στο σύστημα τροφοδοσίας. Η Dispatch χρησιμοποιεί εξαρτήματα που κατασκευάζονται στον Καναδά, με στόχο την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από ηλεκτρονικά προερχόμενα από την Ασία. Μεταξύ αυτών των εξαρτημάτων είναι και οι τρεις αποσπώμενες μπαταρίες από τη SysNergie και έχουν σχεδιαστεί ειδικά για στρατιωτικές εφαρμογές, αντί να προέρχονται από εμπορικά ηλεκτρικά οχήματα. Οι μπαταρίες είναι άμεσα ανταλλάξιμες, με χρόνο αλλαγής γύρω στο ένα λεπτό από έναν εξοικειωμένο χρήστη, Το σύστημα διαθέτει και δικλείδες ασφαλείας, επιτρέποντας στη μοτοσυκλέτα να συνεχίσει να κινείται ακόμη και αν δύο από τις τρεις μπαταρίες παρουσιάσουν βλάβη, ενώ κάθε μονάδα μπορεί να φορτιστεί από οποιαδήποτε διαθέσιμη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.

NorthForge Dispatch

Η δυνατότητα μεταφοράς εξοπλισμού αποτελεί επίσης βασικό στοιχείο του σχεδίου. Η Dispatch διαθέτει πέντε σημεία στερέωσης στον σκελετό και δύο επιπλέον στηρίγματα στο εμπρός μέρος, επιτρέποντας τη μεταφορά φορτίου έως 200 κιλών. Το εμπρός σύστημα ανάρτησης χρησιμοποιεί διάταξη τύπου girder με κατεργασμένους σε CNC βραχίονες, η οποία, σύμφωνα με τη NorthForge, μπορεί να αντέξει έως και τριπλάσιες καταπονήσεις σε σχέση με ένα συμβατικό τηλεσκοπικό πιρούνι.

Η εταιρεία υποστηρίζει ακόμη ότι περισσότερο από το 80% της μοτοσυκλέτας κατασκευάζεται στον Καναδά, ενώ η αλυσίδα παραγωγής δεν χρησιμοποιεί μπαταρίες, ηλεκτροκινητήρες ή λογισμικό προερχόμενα από την Άπω Ανατολή, ακολουθώντας τη νέα στρατηγική της χώρας για ενίσχυση της εγχώριας “αμυντικής” βιομηχανίας.

NorthForge Dispatch

Σύμφωνα με τη NorthForge, η Dispatch σχεδιάστηκε ώστε να λειτουργεί όχι μόνο ως μέσο μεταφοράς προσωπικού και εξοπλισμού, αλλά και ως κινητή πηγή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας για συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, αισθητήρες και μη επανδρωμένα συστήματα, ανταποκρινόμενη στις ανάγκες των πολεμικών μηχανών, όπου η αθόρυβη μετακίνηση, η ευκολία συντήρησης και η αξιοπιστία έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα.