Το νέο Triumph Speed Triple 1200 RS!

Εξέλιξη σε τρεις άξονες!
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

26/1/2021

Η Triumph παρουσίασε το εντελώς καινούργιο –από όλες τις πλευρές- Speed Triple 1200RS, το οποίο ξεκίνησε από λευκό χαρτί για να φέρει την "επανάσταση" –όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η εταιρεία- που βασίζεται πάνω σε τρεις άξονες: Την δύναμη και τις επιδόσεις, την συμπεριφορά και την τεχνολογία.

Ξεκινώντας από τον κινητήρα, που όπως κάθε τι πάνω στο Speed Triple είναι εντελώς καινούργιο, διαθέτει μεγαλύτερη χωρητικότητα στα 1.160cc και η εξέλιξή του έχει βασιστεί πάνω στο πρόγραμμα της Triumph για τα Moto2, όπου είναι ο αποκλειστικός προμηθευτής κινητήρων για την κατηγορία. Ο αυξημένης χωρητικότητας κινητήρας έχει μεγαλύτερη διάμετρο εμβόλων και κοντύτερη διαδρομή στροφάλου, προκειμένου να ανεβάζει περισσότερες στροφές, ενώ είναι η πρώτη φορά που σε κινητήρα υψηλών επιδόσεων της Triumh, γίνεται χρήση ενδιάμεσων κοκορακίων, αντί για καπελώτα. Η απόδοσή του φτάνει στους 180 ίππους στις 10.750 στροφές και τα 12,7kgm στις 9.000 αντίστοιχα. Βελτιωμένη είναι και η ελαστικότητά του, με το όριο περιστροφής να έχει αυξηθεί κατά 650 στροφές, φτάνοντας τις 11.500.

Πιο αναλυτικά, η σχεδίαση όλων των μερών του κινητήρα έχει γίνει με γνώμονα την αύξηση της δύναμης και της μείωσης των μαζών. Το αποτέλεσμα είναι να έχει μειωθεί το συνολικό βάρος κατά εφτά κιλά. Οι διαστάσεις του είναι επίσης μικρότερες σε σχέση με τον προκάτοχό του –παρά την μεγαλύτερη χωρητικότητα- προσφέροντας έτσι μια εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα στον επιθετικό χαρακτήρα, τις επιδόσεις και τον έλεγχο.

Ο συνδυασμός των μεγεθών και της απόδοσης, δημιουργούν ένα νέο ρεκόρ στην δυναστεία των Speed Triple σε ό,τι αφορά τον λόγο κιλών ανά ίππο, με την βελτίωση να ξεπερνά το 25% συγκριτικά με τις δύο προηγούμενες γενιές και το 50% συγκριτικά με το πρώτο Speed Triple του 1994. Χάρη επίσης στην επανασχεδιασμένη εισαγωγή και την αναπνοή του κινητήρα, μαζί με το νέο σύστημα της εξάτμισης, το νέο Speed Triple απελευθερώνει και το… καλύτερο soundtrack –σύμφωνα με την Triumph- που έχει βγει ποτέ από τα τελικά των εξατμίσεων της οικογένειας, χωρίς να έχει χάσει την χαρακτηριστική χροιά των τρικύλινδρων κινητήρων. Βελτιωμένη όμως είναι και η ευστροφία του κινητήρα, καθώς λόγω της μειωμένης αδράνειας των ελαφρύτερων κινούμενων μερών κατά 12%, ο ρυθμός που ανεβάζει στροφές είναι πολύ πιο γρήγορος, ενώ έχει αυξηθεί και ο λόγος της συμπίεσης φτάνοντας στο 13,2:1

Ο υποβοηθούμενος και μονόδρομος συμπλέκτης είναι κι αυτός ελαφρύτερος, με λιγότερους δίσκους, λόγω των νέων υλικών κατασκευής που χρησιμοποιεί, με ευεργετικά αποτελέσματα και στην αίσθηση. Από την αρχή σχεδιασμένο είναι και το κιβώτιο των έξι σχέσεων, με πιο μικρές διαστάσεις και με πιο "γλυκιά" λειτουργία, αλλά και με διαφορετικό γρανάζωμα για κάθε σχέση.

Οι επιδόσεις ενισχύονται επίσης τόσο από το νέο σύστημα ανάφλεξης που χρησιμοποιεί μπουζί με δύο ακίδες για αύξηση της αξιοπιστίας στους υψηλότερους ρυθμούς περιστροφής του κινητήρα, όσο και από το μειωμένο βάρος του συστήματος ψύξης, το οποίο χρησιμοποιεί και ένα άριστο χωροταξικά τοποθετημένο ψυγείο λαδιού.

Σε ό,τι αφορά το πλαίσιο, αυτό είναι σχεδιασμένο επίσης από την αρχή, δημιουργώντας ένα σύνολο πιο "σφιχτό" που πετυχαίνει καλύτερη συγκέντρωση των μαζών. Συμβάλλει επίσης και στην συνολική μείωση του βάρους, καθώς με τα ανακοινωμένα 198 κιλά, το νέο Speed Triple είναι κατά 10 κιλά ελαφρύτερο από την προηγούμενη γενιά. Το ίδιο το χυτό αλουμινένιο πλαίσιο είναι κατά 17% ελαφρύτερο με περισσότερο προσθόβαρη κατανομή.

Το τιμόνι είναι κατά 13mm πιο φαρδύ, προσφέροντας καλύτερο μοχλό, ενώ διαφορετική είναι και η τοποθέτηση των μαρπσιέ που βρίσκονται λίγο πιο μέσα, προκειμένου να είναι εύκολη η πρόσβαση των ποδιών στην άσφαλτο, χωρίς να θυσιάζεται ο χώρος που τους αναλογεί. Η μεγαλύτερη όμως αλλαγή που αφορά την άνεση, έχει να κάνει με τη σέλα που απέχει 830mm από το έδαφος, η οποία έχει διαφορετικό προφίλ και πάχος αφρώδους, αλλά και πιο επίπεδη επιφάνεια.

Τις αναρτήσεις τις έχει αναλάβει η Öhlins, με το πλήρως ρυθμιζόμενο πιρούνι NIX30 μπροστά και το επίσης πλήρως ρυθμιζόμενο αμορτισέρ ΤΤΧ36 πίσω. Το σετάρισμα των αναρτήσεων έγινε με γνώμονα το χαμηλότερο βάρος της μοτοσυκλέτας και τις αυξημένες επιδόσεις, καθώς και τα νέα γεωμετρικά χαρακτηριστικά, προκειμένου να επιτευχθεί η βέλτιστη συμπεριφορά τόσο στον δρόμο όσο και στις πίστες για τα track days, σύμφωνα πάντα με την Triumph. Μάλιστα, απατώντας σε ερώτηση γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε ένα πακέτο ημι-ενεργητικών αναρτήσεων, οι μηχανικοί της Triumph απάντησαν πως οι συγκεκριμένες αναρτήσεις είναι ιδανικές για τον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας, ενώ το κοινό που στοχεύουν είναι άνθρωποι που θέλουν να έχουν αυτή την αμφίδρομη σχέση με την μοτοσυκλέτα τους, ρυθμίζοντας μόνοι τους τις αναρτήσεις.

Αντίστοιχα υψηλού επιπέδου είναι και η απόδοση των φρένων της Brembo με την κορυφαία σειρά Stylema, με ακτινικές monoblock δαγκάνες μπροστά και δίσκους 320mm, ενώ πίσω υπάρχει μία δαγκάνα δύο εμβόλων. Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι το σύστημα των φρένων διαθέτει συνδυασμένη λειτουργία, για μεγαλύτερη σταθερότητα στις δυνατές επιβραδύνσεις.

Το πακέτο των κορυφαίων περιφερειακών συμπληρώνεται από τα Metzeler Racetec RR ελαστικά πρώτης τοποθέτησης, τα οποία αποτελούν την ναυαρχίδα της Metzeler για το δρόμο. Παράλληλα, έχουν ομολογκαριστεί από το εργοστάσιο και τα Pirelli Diablo Supervorsa SC2 για οδήγηση σε πίστα, χωρίς μάλιστα να χρειάζεται καμία αλλαγή στα ηλεκτρονικά συστήματα του Speed triple, όπως τονίζουν οι άνθρωποι της Triumph.

Και μιας και κάνουμε λόγο για τα ηλεκτρονικά του νέου τρικύλινδρου, θα πρέπει να αναφέρουμε την νέα TFT οθόνη 5'' για τα όργανα, η οποία είναι σχεδιασμένη από την αρχή, τόσο ως hardware όσο και ως software και interface, με δυνατότητα περισσότερων ρυθμίσεων εν κινήσει σε σχέση με το παρελθόν, όπως για παράδειγμα το επίπεδο επέμβασης του traction control.

Όλες οι πληροφορίες είναι ευανάγνωστες και υπάρχουν δύο διαφορετικά "θέματα" για την προβολή τους, με την κατασκευή του τζαμιού να εκμηδενίζει τις αντανακλάσεις του φωτός.

Στον στάνταρ ηλεκτρονικό εξοπλισμό συμπεριλαμβάνεται το σύστημα "My Triumph Connectivity" για διασύνδεση με το smartphone του αναβάτη, με δυνατότητα πλοήγησης στροφή-στροφή, έλεγχο της GoPro κάμερας, και διαχείριση των κλήσεων και της μουσικής του τηλεφώνου, μέσω της εφαρμογής "My Triumph".

Ο κατάλογος των ηλεκτρονικών συστημάτων του νέου Speed Triple είναι ιδιαίτερα πλούσιος, με το quickshifter (δύο κατευθύνσεων) και το βελτιωμένο cornering ABS να βρίσκονται μέσα σ' αυτόν. Η νέα μονάδα MIB-EVO της Continental (και όχι της Bosch που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι κατασκευαστές) με ενσωματωμένη την IMU έξι αξόνων ελέγχει την λειτουργία του cornering ABS και το σύστημα ρυθμίζεται από την TFT οθόνη με δύο προεπιλεγμένες δυνατότητες (Road και Track). Τα επίπεδα παρέμβασης του cornering ABS συνδυάζονται με τα αντίστοιχα riding modes, αλλά ο αναβάτης αν θέλει μπορεί να τα ρυθμίσει και ανεξάρτητα.

Η IMU ελέγχει ταυτόχρονα και το cornering traction control, με τέσσερα επίπεδα παρέμβασης (Rain, Road, Sport Και Track), ενώ υπάρχει και η δυνατότητα πλήρους απενεργοποίησης. Όπως και με το ABS, οι λειτουργίες του traction control είναι συνδυασμένες με τα αντίστοιχα riding modes, αλλά μπορούν να ρυθμιστούν και ανεξάρτητα.

Το front-wheel lift control (ο έλεγχος της σούζας) είναι ένα ακόμη ηλεκτρονικό σύστημα που διαθέτει στάνταρ το Speed Triple 1200 RS, με νέους αλγόριθμους που καταγράφουν τα δεδομένα από την IMU, για πιο προοδευτικό έλεγχο. Υπάρχει ξεχωριστή ρύθμιση για κάθε riding mode, που προσαρμόζει τα δεδομένα ανάλογα με τις συνθήκες και τις προτιμήσεις του αναβάτη.

Σε ό,τι αφορά τώρα τα riding modes, η Triumph προσφέρει πέντε επιλογές (Rain, Road, Sport, Track και Rider) χάρη στον ηλεκτρονικό έλεγχο του γκαζιού (ride by wire). To νέο, βελτιωμένο "Track" mode έχει προγραμματιστεί ώστε να είναι όσο το δυνατόν λιγότερο παρεμβατικό (για το ABS και το traction control) προσφέροντας παράλληλα ένα ασφαλές πλαίσιο για διασκέδαση μέσα στην πίστα. Στον χάρτη "Rain" η απόδοση του κινητήρα περιορίζεται στους 100 ίππους, με την μέγιστη επέμβαση των ηλεκτρονικών συστημάτων.

Είναι αυτονόητο, φυσικά, ότι όλα τα φώτα του νέου Speed Triple 1200 RS είναι τεχνολογίας LED, με DRL για τον μπροστινό προβολέα, ενώ τα φλας διαθέτουν λειτουργία αυτόματης ακύρωσης. Παράλληλα, είναι παρούσα και η τεχνολογία keyless για τον διακόπτη, που περιλαμβάνει επίσης το κλείδωμα του τιμονιού και της τάπας του ρεζερβουάρ. Ως δικλείδα ασφάλειας, μιας και στο παρελθόν σχεδόν όλα τα εργοστάσια έχουν αντιμετωπίσει προβλήματα δυσλειτουργίας αντίστοιχων συστημάτων, υπάρχει πάνω στο κλειδί το κουμπί που απενεργοποιεί την keyless λειτουργία.

Στάνταρ επίσης είναι και το cruise control και ο οπίσθιος φωτισμός των διακοπτών, ενώ τα θερμαινόμενα γκριπ ανήκουν στην λίστα των after market αξεσουάρ. Η μπαταρία ιόντων λιθίου συμβάλλει κι αυτή στην συνολική μείωση του βάρους, καθώς είναι κατά 60% πιο ελαφριά, που μεταφράζεται σε 2,3 κιλά λιγότερα!

Στον τομέα της εμφάνισης έχει γίνει ολικός επανασχεδιασμός με νέα στοιχεία όπως το μπροστινό φτερό από ανθρακονήματα, η βαμμένη ποδιά, το κάλυμμα του μονόσελου και η εντελώς διαφορετική ουρά. Οι αλουμινένιοι τροχοί είναι κι αυτοί νέοι, με μπράτσα σε σχήμα "V" σε μαύρο χρώμα.

Το νέο Speed Triple 1200 RS θα είναι διαθέσιμο σε δύο χρωματικούς συνδυασμούς: Μαύρο με κόκκινα και ασημί γραφικά ή ασημί ματ με μαύρα, ασημί και κίτρινα γραφικά. Προς το παρόν δεν θα υπάρξει άλλη έκδοση πέραν της RS.

Κάτι όμως που δεν πολυδιαφημίζουν οι άνθρωποι της Triumph, είναι ότι πάνω στον συγκεκριμένο κινητήρα θα βασιστεί και η επόμενη γενιά των Tiger 1200.

Τεχνικά χαρακτηριστικά
Αντιπρόσωπος:
ΗΛΙΟΦΙΛ Α.Ε.
Τιμή:
18.290
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.090
Μεταξόνιο (mm):
1.445
Ύψος σέλας (mm):
830
Ίχνος (mm):
104,7
Γωνία κάστερ (˚):
23,9
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Αλουμινένιο περιμετρικό δύο δοκών
Πλάτος (mm):
792
Βάρος κατασκευαστή, γεμάτη (kg):
198
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υγρόψυκτος, τρικύλινδρος εν σειρά, με 2ΕΕΚ και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
90 x 60,8
Χωρητικότητα (cc):
1.160
Σχέση συμπίεσης:
13,2:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
180 / 10.750
Ροπή (kg.m/rpm):
12,7 / 9.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
155,1
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικά ελεγχόμενος ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
3 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος, υποβοηθούμενος και μονόδρομος
Πρωτεύουσα μετάδοση / σχέση:
Με γρανάζια / -
Τελική μετάδοση / σχέση:
Με αλυσίδα / -
 
ΚΙΛΑ ΑΝΑ ΙΠΠΟ
 
Κενή
Γεμάτη
Θεωρητικά
-
1,1
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ Öhlins ΤΤΧ36
Διαδρομή (mm):
120
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίου, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
6,00 x 17''
Ελαστικό:
Metzeler Racetec RR K3 190/55 ZR17
ΦΡΕΝΟ
Δίσκος 220mm με δαγκάνα δύο εμβόλων της Brembo και cornering ABS
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι Ohlins NIX30
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
120/43
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση ελατηρίων, απόσβεση συμπίεσης και επαναφοράς
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
3,50 x 17''
Ελαστικό:
Metzeler Racetec RR K3 120/70 ZR17
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 320mm με ακτινικές τετραέμβολες δαγκάνες Stylema Brembo και cornering ABS
 
 
 
 
 

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες