Norton Atlas Ranger και Nomad 650 στην Motocycle Live

Η εισαγωγή της εταιρείας στην μεσαία κατηγορία
Από τον

Πάνο Καραβοκύρη

22/11/2018

Τα Norton Atlas Ragner και Nomad 650 παρουσιάστηκαν στην φετινή Motorcycle Live παρέα με την Superlight, εφοδιασμένα με τον ίδιο κινητήρα ελαφρώς τροποποιημένο. Τα νέα μοντέλα αποτελούν τις πρώτες μοτοσυκλέτες της εταιρείας που είναι περισσότερο προσανατολισμένες στην καθημερινή χρήση, ενώ θεωρούνται οι πρώτες μαζικής παραγωγής απ’ το 2008, που σηματοδοτεί την αναγέννηση της εταιρείας υπό την αιγίδα του Stuart Garner. Επίσης στην έκθεση δεν παρέλειψαν να προσφέρουν την δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους αναβάτες να προπαραγγείλουν κάποια απ' τις δύο εκδόσεις, καταβάλλοντας μια προκαταβολή, έχοντας ήδη έτοιμα 250 μοντέλα από κάθε έκδοση. Ο δικύλινδρος εν σειρά κινητήρας των 650 κυβικών που χρησιμοποιούν έχει προκύψει απ’ τον μεγαλύτερο V4 1.200 κυβικών όπως συνέβη και με το Superlight, διατηρώντας ίδια την κυλινδροκεφαλή. Οι επιδόσεις του όμως είναι χαμηλότερες σε σύγκριση με την μικρή supersport μοτοσυκλέτα, καθώς όπως δήλωσε η εταιρεία εστίασε περισσότερο στην αξιοπιστία και στην καλύτερη απόδοση της ροπής, μειώνοντας έτσι τον λόγο συμπίεσης στο 11,5:1. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η ιπποδύναμη του κινητήρα να περιοριστεί στους 84 ίππους, ενώ παρά την γενναία μείωση των 21 ίππων ο κινητήρας τοποθετείται στην κορυφή των μεσαίων δικύλινδρων, από πλευράς επιδόσεων. Το πλαίσιο είναι ατσάλινο σωληνωτό χωροδικτύωμα όπως και το υποπλαίσιο, με το βάρος να ανέρχεται στα 178 κιλά και στις δύο εκδόσεις.

Η Norton έχοντας σκοπό να παραδώσει δύο νέες μοτοσυκλέτες που θα προορίζονταν για καθημερινή μετακίνηση με τη δυνατότητα χρήσης εκτός δρόμου, τις κατασκεύασε γνώμονα την πρακτικότητα. Σε δηλώσεις του, ο επικεφαλής σχεδίασης Simon Skinner ανέφερε: “Μπορείς να πας και με τις δύο εκδόσεις στο χώμα και να λερωθείς, καθώς είναι κατασκευασμένες ώστε σε περίπτωση που πέσεις να μπορείς να συνεχίσεις. Έχεις πρόσβαση σε όλες τις φίσες και τα ρελέ εύκολα και αν στραβώσει το υποπλαίσιο μπορείς να το επαναφέρεις καθώς δεν είναι αλουμινένιο.”

Όσον αφορά τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό τους οι δύο εκδόσεις είναι εφοδιασμένες με απενεργοποιήσιμα ABS και Traction Control, ενώ το τελευταίο διαθέτει και δύο επιλογές: μια για χρήση δρόμου και μια για χώμα, επιλογές που συνήθως βλέπουμε στις ναυαρχίδες διάφορων εταιρειών. Για την πληροφόρηση του αναβάτη έχουμε τις αναλογικές ενδείξεις της ταχύτητας και των στροφών, καθώς και μια μικρή LCD οθόνη στο αριστερό όργανο που φέρει τις απαραίτητες πληροφορίες, με αποτέλεσμα να μην αλλοιώνεται ο κλασσική γραμμή των οργάνων. Τα φωτιστικά σώματα υιοθετούν την τεχνολογία LED με αποτέλεσμα να προσφέρουν μια σύγχρονη πινελιά στην εμφάνιση της μοτοσυκλέτας, ενώ οι διάσπαρτες λεπτομέρειες που μπορεί να εντοπίσει κανείς πάνω στα μοντέλα φανερώνουν την ποιότητά τους. Εκτός από το suede κάλυμμα της σέλας και η τιμονόπλακα τραβάει τα βλέμματα με τον εξαίρετο σχεδιασμό, φιλοξενώντας το θηριώδης ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι διαμέτρου 50 χιλιοστών. Οι αναρτήσεις και στις δύο εκδόσεις φέρουν το λογότυπο της εταιρείας, με την πίσω να ρυθμίζεται μόνο ως προς την προφόρτιση του ελατηρίου, ενώ μπροστά είναι πλήρως ρυθμιζόμενες.

Εδώ εμφανίζεται και η πρώτη ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο εκδόσεων. Το Ranger που αποτελεί την πιο χωμάτινη έκδοση έχει μεγαλύτερη διαδρομή στις αναρτήσεις του φτάνοντας τα 200 χιλιοστά μπρος και πίσω, ενώ είναι εφοδιασμένη και με μεταλλική ποδιά για την προστασία τόσο του συστήματος εξαγωγής όσο και του κινητήρα, αποτελώντας έτσι μια αυθεντική scrambler μοτοσυκλέτα. Άλλη μια διαφορά που παρατηρείται είναι στα ελαστικά, που στο Nomad το πίσω έχει διαστάσεις 180/55-17 τονίζοντας περισσότερο την ασφάλτινη χρήση, ενώ το Ranger έχει μικρότερο πλάτος και μεγαλύτερο προφίλ (170/60-17) που προσφέρεται για χωμάτινη οδήγηση. Όσον αφορά τα μπροστινά ελαστικά των δύο εκδόσεων οι διαφορές προέρχονται αρχικά απ’ τη διάσταση των τροχών που "φορούν" τα δύο μοντέλα, με το Ranger να είναι έχει έναν 19 ιντσών.

Η Norton για να μην αυξήσει κατά πολύ το κόστος απόκτησης των μοτοσυκλετών της δεν τις εξόπλισε με ζάντες που χρησιμοποιούν tubeless ελαστικά. Σε δηλώσεις του ο CEO της εταιρείας ανέφερε πως σκοπεύουν να αυξήσουν την παραγωγή των νέων Atlas στις 2.000 μονάδες ετησίως, πιστεύοντας παράλληλα πως τα μοντέλα θα αποτελέσουν best sellers για την Norton αφενός μεν λόγω της τιμής τους και αφετέρου γιατί μπαίνουν δυναμικά στη μάχη της μεσαίας κατηγορίας των neoretro μοντέλων. Η πορεία της νέας σειράς έπεται να είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καθώς η τιμή τους στην Αγγλία ανέρχεται στα 13.536€ για το Ranger και 11.277€ για το Nomad, γεγονός που τα καθιστά λίγο πιο ακριβά απ’ τα neoretro μοντέλα της Triumph, με τις επιδόσεις και τον εξοπλισμό των Atlas να αποτελούν το δυνατό τους χαρτί. Τέλος, δεν παρέλειψαν να δηλώσουν πως στο μέλλον θα ετοιμάσουν μια SS έκδοση περιορισμένης παραγωγής που θα συμπεριληφθεί στην οικογένεια των Atlas.

Μετά τον πίνακα τεχνικών χαρακτηριστικών ακολουθεί αναλυτικό gallery

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                                 Norton Atlas 650 Ranger / Nomad

Τιμή:
13.536 / 11.277
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μεταξόνιο (mm):
1.470 / 1.446
Ύψος σέλας (mm):
867 / 824
Γωνία κάστερ (˚):
24,2
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο σωληνωτό χωροδικτύωμα
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
178/-
Ρεζερβουάρ (l):
15
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υδρόψυκτος, δικύλινδρος εν σειρά με 2ΕΕΚ και 4Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
82 x 61,5
Χωρητικότητα (cc):
650
Σχέση συμπίεσης:
11,5:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
84/ 11.000
Ροπή (kg.m/rpm):
6,5 / -
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
129,2
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός
Σύστημα εξαγωγής:
2 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ
Διαδρομή (mm):
200/150
Ρυθμίσεις:
Προφόρτισης
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Ακτινωτή
Ελαστικό:
160/70-17 / 180/55-17
ΦΡΕΝΟ
Ένας δίσκος 245mm της Brembo με διπίστονη δαγκάνα της ίδιας εταιρείας και ABS
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Δυο αναλογικά όργανα με ενδείξεις για ταχύτητα και στροφές κινητήρα και μια LCD οθόνη. ABS, Traction control και LED φωτιστικά σώματα
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ανεστραμμένο τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
200/50 /150/50
Ρυθμίσεις:
Πλήρως ρυθμιζόμενο
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
Ακτινωτή
Ελαστικό:
120/70-19 / 110/80-18
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 320mm της Brembo και monoblock δαγκάνες ίδιας εταιρείας με ABS

 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.