Παρουσίαση Suzuki V-Strom 800 DE, GSX-8S, V-Strom 1050 / 1050 DE στη Μαγούλα Αττικής

Πρώτες εντυπώσεις από τη νέα γενιά των οικογενειών V-Strom και GSX-S του Hamamatsu
1
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

17/5/2023

Η αντιπροσωπεία της Suzuki στην Ελλάδα, ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ ΑΕΒΕ, διοργάνωσε δημοσιογραφική εκδήλωση στις εγκαταστάσεις της στη Μαγούλα Αττικής, όπου και παρουσιάστηκαν τα νέα V-Strom 800 DE και GSX-8S, αλλά και τα V-Strom 1050 / 1050 DE, τα οποία και οδηγήσαμε σε άσφαλτο και χώμα.

Η παρουσίαση της ελληνικής αντιπροσωπείας της Suzuki περιελάμβανε τεχνική ανάλυση των νέων μοτοσυκλετών της ιαπωνικής εταιρείας στα 800 και 1.050 κυβικά, ενώ στη συνέχεια είχαμε την ευκαιρία να τις οδηγήσουμε σε μια εξαιρετική διαδρομή με πολλές στροφές και καλή άσφαλτο, με τη βοήθεια πλοηγών του Riding School, ενώ πατήσαμε και -λίγο- χώμα στη σέλα του V-Strom 800 DE.

2

Το V-Strom 800 DE, με το “V” να αφορά πλέον στη λέξη Versatile, ήτοι πολύπλευρο, καθώς ο κινητήρας V μας αποχαιρέτισε στο συγκεκριμένο μοντέλο, είναι μια από τις μοτοσυκλέτες του 2023 που αναμένονται με το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην Ελλάδα. Σημειώστε πως το 800 DE δεν αποτελεί τον αντικαταστάτη του V-Strom 650, αλλά το τρίτο μοντέλο της γκάμας Adventure της Suzuki στα μεσαία-μεγάλα κυβικά. Έτσι το V-Strom 650 ABS παραμένει μαζί μας τουλάχιστον και το 2023, με το V-Strom 800 DE να τοποθετείται ανάμεσα στο 650 και το 1050 και να ανταγωνίζεται τα BMW F 850 GS, Honda Transalp 750 και Yamaha Tenere 700. Εντυπωσιακή πληθώρα μοντέλων από τη Suzuki στα μεσαία-μεγάλα Adventure, καθώς όταν οι περισσότεροι κατασκευαστές έχουν συνήθως δύο προτάσεις, το Hamamatsu έχει μία παραπάνω!

3

Δίπλα στο V-Strom 800 DE, η Suzuki παρουσιάζει και το naked street GSX-8S, που μοιράζεται την ίδια βάση κινητήρα, πλαισίου, οργάνων με το V-Strom 800 DE, και αποτελεί τον αντίπαλο των Honda Hornet 750, Yamaha MT-07 και KTM 790 Duke.

6

Διαφορετική είναι η τιμολογιακή στρατηγική της Suzuki στα V-Strom 800 DE και GSX-8S, καθώς το πρώτο έχει πιο πλούσιο εξοπλισμό, ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Showa (που πλέον ονομάζεται Hitachi Astemo) με διαδρομές 220 mm και τιμή 12.195 ευρώ, ενώ το δεύτερο έχει πιο βασικά περιφερειακά και αναρτήσεις KYB που δεν ρυθμίζονται, για μια τιμή 9.995 ευρώ.

4

Οι δυο νέες V-Strom και GSX-S φορούν τον ίδιο -νέο- δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα των 776 κ.εκ. με διαστάσεις 84 x 70, συμπίεση 12,8:1 και στρόφαλο 270 μοιρών για V2 ήχο και χαρακτήρα, με δύο αντικραδασμικούς άξονες τοποθετημένους σε γωνία 90 μοιρών με τον στρόφαλο (με τον ένα άξονα να βρίσκεται στο κάτω μέρος του στροφάλου για πιο μαζεμένο μήκος κινητήρα), που η Suzuki ονομάζει Suzuki Cross Balancer. Το V-Strom 800 DE αποδίδει 83 hp / 8.500 rpm και 8 kgm / 6.800 rpm, ενώ και στα δύο 800 ο συμπλέκτης είναι περιορισμένης ολίσθησης και με υποβοήθηση.

6

Τα 2 μοντέλα των 800 κυβικών μοιράζονται το ίδιο ατσάλινο πλαίσιο, με διαφορετικό -βιδωτό- υποπλαίσιο, ενώ αμφότερα διαθέτουν μακρύ ψαλίδι, για καλύτερο έλεγχο των μοτοσυκλετών από τον αναβάτη.

13

Το V-Strom 800 DE διαθέτει ακτινωτούς τροχούς με σαμπρέλες, σε διαστάσεις 21 ιντσών εμπρός και 17 ιντσών πίσω, με ελαστικά 90/90-21 και 150/70-17. Στα φρένα φέρει 2 ακτινικές τετραπίστονες δαγκάνες μπροστά με δίσκους 310 mm και διπίστονη δαγκάνα πίσω με δίσκο 260 mm. Η σέλα του έχει ύψος 855 mm, το ρεζερβουάρ έχει χωρητικότητα 20 λίτρα, ενώ το επίσημο βάρος ανακοινώνεται στα 230 κιλά, με υγρά.

6

Αντίστοιχα, το GSX-8S διαθέτει χυτούς τροχούς 17 ιντσών με ελαστικά 120/70-17 και… 180/55-17, ενώ στα φρένα φέρει τις ίδιες με το V-Strom ακτινικές τετραπίστονες δαγκάνες της Nissin με δίσκους 310 mm, και δίσκο 260 mm πίσω. Το ύψος σέλας είναι χαμηλό στα 810 mm, το ρεζερβουάρ έχει χωρητικότητα 14 λίτρα καυσίμου, και το επίσημο βάρος με υγρά φτάνει τα 202 κιλά.

7

Κι οι δυο μοτοσυκλέτες διαθέτουν τη σουίτα ηλεκτρονικών βοηθημάτων S.I.R.S., που σημαίνει Suzuki Intelligent Ride System, με 3 Riding Modes που δίνουν διαφορετική απόκριση γκαζιού με την ίδια όμως μέγιστη απόδοση, Traction Control 4 επιπέδων που μπορεί και να απενεργοποιηθεί αν θέλετε -και μένει απενεργοποιημένο ακόμα κι αν κλείσετε τον διακόπτη και τον ανοίξετε ξανά-, και με τα συστήματα Easy Start (πιέζεις άπαξ τη μίζα και εκείνη γυρίζει μέχρι να θέσει τον κινητήρα σε λειτουργία) και Low RPM Assist (ανεβάζει αυτόματα ελαφρώς στροφές στην αποσύμπλεξη για να μη σβήσει ο κινητήρας στις χαμηλές στροφές). Επιπρόσθετα, το V-Strom 800 DE διαθέτει και Gravel (χαλίκι) Mode, όπου το Traction Control επιτρέπει στον αναβάτη να παίξει με πλαγιολισθήσεις τις οποίες όμως το συγκεκριμένο Mode ελέγχει και δεν αφήνει να εξελιχθούν σε υπερβολικό βαθμό.

8

Και οι δυο μοτοσυκλέτες διαθέτουν δικάναλο ABS (χωρίς IMU και Cornering χαρακτηριστικά όπως στο V-Strom 1000), με το σύστημα του V-Strom 800 DE να διαθέτει επιπλέον τη δυνατότητα απενεργοποίησης του ABS.

14

Στον στάνταρ εξοπλισμό συναντούμε φώτα LED, και quick-shifter που λειτουργεί τόσο σε ανεβάσματα όσο και σε κατεβάσματα, με υποδειγματική λειτουργία.

Διαφορετική είναι η εξάτμιση σε V-Strom 800 DE και GSX-8S, και εδώ ίσως βρίσκεται και ο λόγος γιατί το GSX είναι κατά τι πιο αδύναμο από το V-Strom, με επίσημη απόδοση 82 hp / 8.500 rpm, με ίδια ροπή 8 kgm / 6.800 rpm.

9

Οδηγική εμπειρία επόμενης γενιάς

Πρώτη μοτοσυκλέτα που δοκιμάσαμε ήταν η σημαντικότερη για την ελληνική αγορά, δηλαδή το V-Strom 800 DE. Εύκολα προσβάσιμο για αναβάτη 1.70 (χαμηλότερο από το 1050), με τα 230 κιλά να μην φαίνονται σχεδόν πουθενά, και με το πάτημα στο έδαφος να γίνεται χωρίς πρόβλημα. Η στάση οδήγησης είναι όρθια, άνετη και εντελώς ουδέτερη, ενώ επίσης άριστες είναι οι γωνίες χεριών και ποδιών όταν ο αναβάτης σταθεί όρθιος στην Off-Road οδήγηση. Ο ήχος από την εξάτμιση είναι διακριτικός, οι καθρέπτες δεν θολώνουν -αφού δεν υπάρχουν κραδασμοί πουθενά, αντίθετα με το V-Strom 1050 που οδηγήσαμε αμέσως μετά-, η απόκριση του γκαζιού είναι εξαιρετική, όπως εξαιρετικός είναι και ο ψεκασμός, χωρίς τινάγματα και με υποδειγματική λειτουργία. Αν τραβήξεις λίγο το τιμόνι με πρώτη πάνω στη δύναμη, το 800 DE θα σηκωθεί απολαυστικά σούζα, ενώ εντυπωσιακή είναι η λειτουργία του Gravel Mode στο χώμα, όπου η μοτοσυκλέτα γλιστρά τόσο όσο -λες και μπαίνει σε αυτόματο πιλότο.

11

Το V-Strom 800 DE είναι με μεγάλη διαφορά το καλύτερο V-Strom που έχω οδηγήσει ποτέ, με τη συμπεριφορά του πολλά σκαλοπάτια πάνω σε όλους τους τομείς -κράτημα, απόδοση κινητήρα, ευελιξία, φρένα, και αίσθηση δεμένου συνόλου. Στη διαδρομή μας, που είχε φοβερή άσφαλτο και πολλές στροφές, η μοτοσυκλέτα έστριβε απολαυστικά με πολύ μεγάλες κλίσεις, εμπνέοντας απόλυτη εμπιστοσύνη!

16

Αλλάζεις κλίση κατά βούληση, φρενάρεις βαθιά μέσα στη στροφή χωρίς η μοτοσυκλέτα να σηκώνεται όρθια, και επιταχύνεις δυνατά… μια στιγμή… τι ακριβώς κάνουμε εδώ; Φτάσαμε να οδηγούμε στο όριο, λες και από κάτω μας είχαμε sport / supermoto μοτοσυκλέτα! Γιατί; Γιατί το 800 DE μπορεί, και ξεπερνά εύκολα τα γνωστά όρια της κατηγορίας στη σπορ οδήγηση. Τα φρένα είναι πραγματικές άγκυρες, ενώ το φαρδύ τιμόνι προσφέρει άριστο έλεγχο σε όλες τις καταστάσεις. Η κόρνα είναι δυνατή, η ζελατίνα αρκετά πιο κοντή από του 1050, ενώ η ψηφιακή TFT έγχρωμη οθόνη οργάνων έχει φοβερό κοντράστ, με τις ενδείξεις να είναι πάντα ορατές ασχέτως το πώς πέφτει πάνω τους ο ήλιος. Σημειώστε πως ενώ έχουμε USB θύρα, δεν έχουμε συνδεσιμότητα στα όργανα.

12

Οδηγώντας στη συνέχεια το V-Strom 1050 στις δυο του εκδόσεις, παθαίνεις ένα ελαφρύ σοκ, καθώς το 800 μοιάζει να είναι δυο και τρεις γενιές μπροστά! Το μεγαλύτερο V-Strom είναι αρκετά πιο ψηλό, πιο βαρύ, με χειρότερη αίσθηση από το μπροστινό που δεν σε αφήνει να λυσσάξεις όπως με το 800, και με κάποιους κραδασμούς να φτάνουν στον αναβάτη. Παρόλα αυτά έχει σαφώς καλύτερη κάλυψη από τα στοιχεία της φύσης με πολύ πιο ψηλή ζελατίνα, ενώ η σέλα του είναι το ίδιο άνετη με του 800 σε βόλτα και ταξίδι.

15

Σημειώστε πως εδώ έχουμε και cornering Traction Control και ABS, αφού το 1.050 έχει και IMU. Στην έκδοση DE είναι ιδιαίτερα ψηλό, ενώ στην “απλή” είναι πιο προσβάσιμο στους κοντύτερους αναβάτες.

13

Αφήνοντας τα μεγάλα V-Strom, για να καβαλήσω το GSX-8S και παθαίνω σοκ με τη διαφορά ύψους και βάρους. Το 8S είναι… μινιόν, μπροστά στον τουριστικό αδελφό του, και παρά τις πιο βασικές αναρτήσεις του είναι από τα πιο δεμένα και ολοκληρωμένα σύνολα στην κατηγορία του. Στην αρχή δυσπιστούσα λίγο για το φαρδύ 180 πίσω ελαστικό, όμως όταν παραλίγο να ξύσω γόνατο -χωρίς να έχω ξύστρες- άλλαξα γνώμη.

16

Μεγάλες κλίσεις με παραδειγματική στιβαρότητα, προβλέψιμο μπροστινό, ομοιογενής αίσθηση από τα δυο άκρα της μοτοσυκλέτας και δυνατά και προοδευτικά φρένα, μαζί με έναν διασκεδαστικό κινητήρα που με τη βοήθεια του συμπλέκτη θα σηκώσει σούζα και με δευτέρα στο κιβώτιο, δημιουργούν μια εξαιρετικά διασκεδαστική και ικανή σπορ γυμνή μοτοσυκλέτα που έχει και πιο όμορφη εμφάνιση από τους προκατόχους της.

17

Εκεί που έπαθα όμως το μεγαλύτερο σοκ ήταν όταν κατέβηκα από τη σέλα της και ανέβηκα σε εκείνη της GSX-S1000. Η αίσθηση από το 1000 ήταν πως… ήταν ξεφούσκωτο, φοβερά βαρύ, είχε γεωμετρία cruiser και για να στρίψει ήθελε τη δεκαπλάσια προσπάθεια! Μόνο στο γκάζι υπερείχε, όπως ήταν φυσικό, όμως με το GSX-8S η Suzuki είναι πραγματικά… αλλού σε σχέση με τα προηγούμενα GSX-S.

1418

Περισσότερα στις αναλυτικές δοκιμές των μοτοσυκλετών στο περιοδικό ΜΟΤΟ, που θα ακολουθήσουν λίαν συντόμως.

21222426

 

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες