Triumph Trident 660 2021: Τιμή και τεχνολογία που αλλάζουν τα δεδομένα

Βασικός στόχος ο ιαπωνικός ανταγωνισμός
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

30/10/2020

Η παρουσίαση του νέου Triumph Trident 660 ξεκαθαρίζει τους στόχους των Βρετανών γι' αυτή την νέα τρικύλινδρη μοτοσυκλέτα, που όπως διέρρευσε πριν μερικές μέρες, είναι η πρώτη από μια ολόκληρη σειρά μοντέλων που θα δούμε στο άμεσο μέλλον. Τι είναι όμως το γυμνό Trident και κυρίως τί καινούριο μας φέρνει; Πρώτα απ’ όλα θα είναι η φθηνότερη και μικρότερου κυβισμού μοτοσυκλέτα της Triumph (εκτιμάται στα 8.000€ για την Ελλάδα αλλά δεν έχει οριστικοποιηθεί). Η βρετανική εταιρεία την τοποθετεί απέναντι στα δικύλινδρα Honda CB650, Yamaha MT-07, Kawasaki Z650 και Suzuki SV 650 και αυτές τις μοτοσυκλέτες των ιαπωνικών εταιρειών θέλει να κερδίσει με την επιθετική τιμολογιακή πολιτική της, προσφέροντας ταυτόχρονα την “πολυτέλεια” του τρικύλινδρου κινητήρα και της σύγχρονης τεχνολογίας. Ο κινητήρας του Trident με κυβισμό 660cc αποδίδει 81 ίππους στις 10.500 στροφές και 6,5kg/m στις 6.250 στροφές στην full-power έκδοση, ενώ θα προσφέρει και έκδοση για την Α2 κατηγορία διπλωμάτων με 47 ίππους στις 8.750 και 6kg/m στις 5.250.

Ο περιορισμός της ιπποδύναμης για την Α2 έκδοση γίνεται ηλεκτρονικά και με την αλλαγή της γκαζιέρας, οπότε μπορεί να την κάνει full-power εύκολα και φτηνά με μια απλή επίσκεψη σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο συνεργείο. Η Triumph έχει δώσει μεγάλη σημασία στον τρόπο απόδοσης της ροπής και της δύναμης, ώστε η μοτοσυκλέτα να είναι εύκολη και ευχάριστη στην οδήγηση για όλους. Το 90% της ροπής είναι διαθέσιμο σχεδόν σε όλο το φάσμα των στροφών και χάρη στον ψεκασμό ride by wire μπορείς να ρυθμίσεις την απόκριση και τα χαρακτηριστικά απόδοσης του κινητήρα σε δύο διαφορετικά προγράμματα, Road/Rain. Τα δύο αυτά προγράμματα συνδυάζονται με το ρυθμιζόμενο traction control (με επιπλέον δυνατότητα απενεργοποίησης) και φυσικά υπάρχει ABS, προσφέροντας κορυφαία επίπεδα ενεργητικής ασφάλειας για τα δεδομένα του άμεσου ανταγωνισμού.

Η τεχνολογική επίδειξη συνεχίζεται με την μεγάλη έγχρωμη οθόνη TFT των 7” με δυνατότητα σύνθεσης Bluetooth, όπου μέσω του App “My Triumph” προβάλει ακόμα και τις οδηγίες του navigation, πέρα από τον χειρισμό των συσκευών που έχεις συνδέσει (smartphone/Mp4/Mp3/GoPro κ.α.). Για όσους θέλουν ακόμα περισσότερες ηλεκτρονικές ευκολίες, θα βρουν στον κατάλογο των έξτρα το quick-shifter Up/Down για αλλαγές ταχυτήτων χωρίς τη χρήση του μονόδρομου υποβοηθούμενου συμπλέκτη, τα θερμαινόμενα γκριπ (πρέπει να είναι η μοναδική μοτοσυκλέτα σε αυτή την κατηγορία τιμής που προσφέρει τέτοια δυνατότητα), τη θύρα USB και τον συναγερμό με σύστημα εντοπισμού (GPS Tracker) σε όποιες χώρες το επιτρέπει η νομοθεσία. Τα φώτα φυσικά είναι full LED εμπρός-πίσω, όπως και τα φλας που σβήνουν αυτόματα.

Όπως είπαμε, βασικός στόχος των σχεδιαστών ήταν η ευκολία οδήγησης απ’ όλο τον κόσμο, αλλά και η πρακτικότητα, κάτι που φαίνεται από την σέλα. Το ύψος της δεν ξεπερνά τα 803mm από το έδαφος και χάρη στο πλούσιο αφρώδες υλικό και τον σχεδιασμό της, προσφέρει άνεση για δύο άτομα σε όλες τις συνθήκες μετακίνησης. Η Triumph μάλιστα τονίζει τη δυνατότητα μεταφοράς συνεπιβάτη, κάτι που δεν έχει δώσει καμία σημασία ο ιαπωνικός ανταγωνισμός έως τώρα. Πάρα τη χρήση ατσαλιού για το πλαίσιο, το βάρος είναι στα 189 κιλά με γεμάτο το ρεζερβουάρ (δυστυχώς πολύ μικρό, μόλις 14 λίτρα), τοποθετώντας την Trident ανάμεσα στις ελαφρύτερες μοτοσυκλέτες σε αυτή την κατηγορία. Αν υπάρχουν κάποια σημεία που φαίνεται η προσπάθεια των σχεδιαστών για επίτευξη χαμηλής τιμής, τότε θα την βρούμε στις δαγκάνες των φρένων που είναι συμβατικές, δύο εμβόλων με γλίστρα και στην απουσία ρυθμίσεων στις αναρτήσεις, πέραν της προφόρτισης ελατηρίου για το πίσω αμορτισέρ.

Μέσα στο κεφάλαιο “ευκολία χρήσης” η Triumph βάζει μέσα και την διαδικασία/κόστος του service. Ο νέος κινητήρας θέλει service κάθε 16.000 χιλιόμετρα και απαιτούνται 8,3 εργατώρες (τόσες θα κοστολογούν τα επίσημα συνεργεία στους ιδιοκτήτες πέραν των ανταλλακτικών) όταν σύμφωνα με την Triumph οι μοτοσυκλέτες του άμεσου ανταγωνισμού θέλουν service κατά 25%-65% πιο συχνά και χρεώνουν από 11 έως 15 ώρες. Φυσικά όλα αυτά αφορούν στοιχεία από τις χώρες του εξωτερικού και πιθανόν να μην έχουν σχέση με την ελληνική πραγματικότητα… Σε κάθε περίπτωση η Triumph λέει πως το κόστος συντήρησης είναι 25% μικρότερο.

 

 

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Κινητήρας

Τύπος

Υγρόψυκτος τρικύλινδρος εν σειρά, με 4 β/κ, 2ΕΕΚ

Κυβισμός

660 cc

Διάμετρος εμβόλου

74.0 mm

Διαδρομή εμβόλου

51.1 mm

Συμπίεση

11.1:1

Ιπποδύναμη (Α2)

81 PS / 80 bhp (60 kW) @ 10,250 rpm
(47 PS / 46 bhp (35 kW) @ 8,750 rpm)

Ροπή (Α2)

6,5kg/m @ 6,250 rpm
(6kg/m @ 5,250 rpm)

Τροφοδοσία

Ψεκασμός ride by wire

Εξάτμιση

3 σε 1 ατσάλινη

Τελική μετάδοση

Αλυσίδα X-ring

Συμπλέκτης

Υγρός, πολύδισκος, μονόδρομος, υποβοηθούμενος

Ταχύτητες

6

ΠΛΑΙΣΙΟ

Πλαίσιο

Ατσάλινο περιμετρικό

Ψαλίδι

Διπλό ατσάλινο

Εμπρός τροχός

Αλουμινίου 17 x 3.5

Πίσω τροχός

Αλουμινίου, 17 x 5.5

Εμπρός ελαστικό

Michelin Road 5 120/70R17

Πίσω ελαστικό

Michelin Road 5 180/55R17

Ανάρτηση εμπρός

Τηλεσκοπικό πιρούνι Showa 41mm upside-down (SFF)

Πίσω ανάρτηση

Μονό αμορτισέρ Showa (RSU) με ρύθμιση προφόρτισης ελατηρίου

Εμπρός φρένα

Δύο δαγκάνες Nissin 2 εμβόλων με δίσκους 310mm και ABS

Πίσω φρένα

Ένας δίσκος Nissin μονού εμβόλου με δίσκο 255mm και ABS

Πίανακας οργάνων

Έγχρωμη οθόνη TFT 7’’

ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ & ΒΑΡΟΣ

Ολικό μήκος

2020 mm

Πλάτος

795 mm

Ύψος χωρίς καθρέπτες

1089 mm

Ύψος σέλας

805 mm

Μεταξόνιο

1401 mm

Γωνία κάστερ

24.6 °

Ίχνος

107.3 mm

Βάρος γεμάτη

189 kg

Ρεζερβουάρ

14 litres

 


 

Και όμως - Μια Moto Guzzi χωρίς V2 κινητήρα!

Νέο entry-level μοντέλο με δικύλινδρο σε σειρά, βασισμένο στην Aprilia RS457
New Model Inline Moto Guzzi
Από τον

Φίλιππο Σταυριδόπουλο

1/8/2025

Η Moto Guzzi ετοιμάζει το μεγαλύτερο τεχνολογικό άλμα εκτός παράδοσης εδώ και δεκαετίες. Αντί για τον κλασικό εγκάρσια τοποθετημένο V2, η νέα της μικρή μοτοσυκλέτα θα χρησιμοποιεί δικύλινδρο σε σειρά 457 κ.εκ., προερχόμενο από την Aprilia, με στόχο την παγκόσμια αγορά και ιδιαίτερα την Ασιατική

Το καλοκαίρι του 2023 η Aprilia παρουσίασε την RS457, εξοπλισμένη με νέο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα. Το μοτέρ αυτό γρήγορα έγινε η βάση για ολόκληρη οικογένεια μοντέλων, την RS457, την Tuono 457 και σύντομα την Tuareg 457. Όλα παράγονται στο εργοστάσιο της Piaggio στην Ινδία, διασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος και άμεση πρόσβαση σε αναδυόμενες αγορές.

Η Moto Guzzi, μέλος του ίδιου ομίλου (Piaggio) από το 2004, αποφάσισε να υιοθετήσει τον κινητήρα, φέρνοντας για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν έναν αιώνα έναν δικύλινδρο σε σειρά σε μοντέλο παραγωγής της. Αν και η Guzzi είχε φτιάξει εν σειρά κινητήρες τη δεκαετία του ’30, αυτοί περιορίζονταν σε αγωνιστικές εφαρμογές. Από το 1967 και μετά, η εταιρική ταυτότητα της, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον εγκάρσιο αερόψυκτο V2. Η εισαγωγή της υδρόψυξης με το V100 Mandello ήταν ήδη μεγάλο βήμα αλλά η εγκατάλειψη του V2 αποτελεί πραγματική επανάσταση.

New Model Inline Moto Guzzi

Η νέα naked της Guzzi θα μοιράζεται τον κινητήρα και ορισμένα περιφερειακά με την Tuono 457, αλλά θα έχει ολοκληρωτικά δική της αρχιτεκτονική στηριζόμενη σε σωληνωτό ατσάλινο πλαίσιο αντί για αλουμινίου, με στόχο να προσδώσει διαφορετική γεωμετρία αναβάτη για μια πιο άνετη θέση οδήγησης αλλά και μια μια πιο παραδοσιακή σχεδίαση ρεζερβουάρ και φωτιστικών σωμάτων.

Η κατηγορία 350-500 κ.εκ. αναπτύσσεται ραγδαία, ιδιαίτερα στην Ασία. Για μικρές εταιρείες όπως η Guzzi (15.000 μονάδες ετησίως), η διείσδυση σε αυτές τις αγορές είναι ζήτημα επιβίωσης. Η παραγωγή στην Ινδία, όπως ήδη γίνεται με την Aprilia, ανοίγει τον δρόμο για οικονομικά προσιτά μοντέλα που θα μπορούν να πωλούνται τόσο σε Ασία όσο και σε Ευρώπη.

New Model Inline Moto Guzzi

Παράλληλα, η Moto Guzzi ακολουθεί το παράδειγμα άλλων κατασκευαστών: KTM- Bajaj, Triumph-Bajaj και εργοστάσια στην Ταϊλάνδη, BMW-TVS. Όλοι προσαρμόζουν την παραγωγή τους σε μικρότερες και πιο οικονομικές μοτοσυκλέτες για να κερδίσουν μερίδιο αγοράς σε χώρες με εκρηκτική ζήτηση.

Αν και είχε ακουστεί ότι η Guzzi θα επαναφέρει το όνομα “Eldorado”, αυτό φαίνεται απίθανο, καθώς ιστορικά αφορούσε μεγάλες cruiser. Μια πιο ταιριαστή επιλογή θα ήταν ίσως το “Airone”, το πρώτο μεταπολεμικό Guzzi μαζικής παραγωγής που έφερε την ελευθερία ταξιδιού σε χιλιάδες αναβάτες, ακριβώς όπως στοχεύει να κάνει και η νέα, μικρή Moto Guzzi.

New Model Inline Moto Guzzi