Οδηγούμε τα Yamaha Tracer 900/GT [video]

Αποστολή στην Γρανάδα
Από τον

Λάζαρο Μαυράκη

17/4/2018

Η δημιουργία της νέας γενιάς των Tracer 900 έγινε μέσα στο… βιολογικό εργαστήριο της Yamaha στο Iwata, εκεί όπου οι αναλύσεις είχαν τον πρώτο λόγο. Και για να μην παρεξηγηθούμε, όταν κάνουμε λόγο για αναλύσεις δεν εννοούμε μόνο στο "DNA" της μοτοσυκλέτας, αλλά και σ' αυτά που είπαν οι κάτοχοι ή όσοι έχουν οδηγήσει το Tracer 900 της εταιρείας. Αυτό είναι μια σημαντική διαδικασία και ίσως ο πιο ουσιαστικός τρόπος για να βρεις τι είναι αυτό που χρειάζεται για να γίνει το καλό καλύτερο.

Το Tracer 900 είναι ένα από τα best seller της Yamaha, μια μοτοσυκλέτα που την έβαλε δυναμικά στον χάρτη των sport touring σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα γονίδια της οικογένειας των ΜΤ είναι πραγματικά μια φλέβα χρυσού για την Yamaha και η περίπτωση των Tracer (όχι μόνο των 900 αλλά και των 700) το αποδεικνύει περίτρανα. Το εργοστάσιο, λοιπόν, δεν στηρίχτηκε μόνο στην φαντασία και στις εκτιμήσεις των ανθρώπων του τμήματος marketing, αλλά άκουσε πολύ προσεκτικά όλα αυτά που ζητούσαν, που άρεσαν, που δυσαρέστησαν, που εξιτάρησαν, που έλειψαν και που γοήτευσαν όσους βρέθηκαν πάνω στη σέλα των Tracer. Πάνω σε αυτούς τους άξονες στηρίχθηκε η δημιουργία της νέας γενιάς, η οποία μάλιστα δεν διαθέτει μόνο έναν, αλλά δύο εκπροσώπους, καθώς προστέθηκε και το Tracer 900GT, το οποίο σύμφωνα με την Yamaha δεν αποτελεί μια εναλλακτική έκδοση, αλλά μια εντελώς διαφορετική μοτοσυκλέτα.


Το… "φύλλο πορείας" αυτή τη φορά έγραφε πάνω Γρανάδα, τα ορεινά τοπία της Sierra Nevada όπου επέλεξε η Yamaha να οδηγήσουμε για πρώτη φορά τα νέα Tracer 900 και Tracer 900GT. Η εμπειρία είναι λίγο περίεργη, καθώς η Ανδαλουσία είναι συνήθως συνυφασμένη με παραθαλάσσια θέρετρα και αμμουδερές παραλίες κι όχι με χιονισμένες βουνοκορφές, δάση και πράσινα λιβαδάκια ελβετικών προδιαγραφών. Κι όμως, αυτή η εσχατιά της Ιβηρικής χερσονήσου, διαθέτει ίσως τον καλύτερο συνδυασμό διαδρομών που ταιριάζουν ταμάμ με την προσωπικότητα των Tracer. Από κλειστούς επαρχιακούς δρόμους που ανεβοκατεβαίνουν τους λόφους και περικυκλώνουν τις λίμνες, μέχρι πιο ανοιχτά κομμάτια με εξαιρετική άσφαλτο, στροφές των 150+km/h και ευθείες που η δεύτερη εκατοντάδα των χιλιομέτρων μένει για αρκετή ώρα κολλημένη στο κοντέρ. Σημαντική παράμετρος, μιας κι ένα από τα βασικότερα ζητήματα στην προηγούμενη γενιά των Tracer ήταν η ασάφειες και τα κουνήματα του μπροστινού σε ταχύτητες άνω των 140km/h, ένα θέμα μάλιστα που πρώτοι εμείς αναδείξαμε στο ΜΟΤΟ, πριν καν πάρει διαστάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.


Γι' αυτό και στην παρουσίαση που προηγήθηκε της βόλτας των 225 χιλιομέτρων στην ανδαλουσιανή γη, η πρώτη αλλαγή για την οποία έκαναν λόγο οι άνθρωποι της Yamaha ήταν αυτή που αφορούσε τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά και πιο συγκεκριμένα το επανασχεδιασμένο και μακρύτερο ψαλίδι κατά 60mm (από 532 σε 592mm) που μεγαλώνει αντίστοιχα το μεταξόνιο (από 1440 σε 1500mm) φορτίζοντας με περισσότερο βάρος τον μπροστινό τροχό. Ήταν η λογική και αναμενόμενη κίνηση από τη Yamaha προκειμένου να λύσει το συγκεκριμένο ζήτημα. Ανάλογα, έγιναν αλλαγές και στο σετάρισμα του αμορτισέρ ώστε να ταιριάξει με τις αλλαγές στα γεωμετρικά χαρακτηριστικά, με revalving χωρίς να αλλάξει όμως η έδρασή του. Διαφορετικό είναι πλέον και το ύψος σέλας που έχει αυξηθεί κατά 5mm, κάτι όμως που οφείλεται εν μέρει και στο νέο υλικό του αφρώδους που έχει χρησιμοποιηθεί.


Οι αλλαγές που αφορούν το πλαίσιο συμπεριλαμβάνουν και τον επανασχεδιασμό του μακρύτερου υποπλαισίου, έτσι ώστε να διαθέτει έτοιμες και ενσωματωμένες τις βάσεις για τις εργοστασιακές βαλίτσες οι οποίες ανήκουν και στον στάνταρ εξοπλισμό του GT. Νέα είναι και η ζελατίνα που έχει αλλάξει τόσο σε σχήμα έτσι ώστε να προστατεύει καλύτερα από τον αέρα αλλά και από τη βροχή. Η ρύθμισή της γίνεται πολύ εύκολα με το ένα χέρι μηχανικά και κυμαίνεται σε ένα εύρος 50mm.
Σε ό,τι αφορά τη θέση οδήγησης και την εργονομία, το τιμόνι είναι πιο στενό κατά 16,5mm, ενώ το συνολικό πλάτος έχει μικρύνει ακόμη περισσότερο (κατά 100mm) λόγω των επανασχεδιασμένων προστατευτικών (χούφτες) που είναι σαφώς μικρότερες από τις αντίστοιχες της πρώτης γενιάς. Αντίστοιχα μίκρυναν κατά 30mm και τα στελέχη από τους καθρέφτες, δίνοντας έτσι μια πιο μαζεμένη όψη στο Tracer.

Παρά το γεγονός ότι το λεγόμενο "τρίγωνο εργονομίας" παρέμεινε όπως ήταν στο προηγούμενο Tracer, η Yamaha προχώρησε σε αναβάθμιση της άνεσης με νέο υλικό στο αφρώδες της σέλας αλλά και διαφορετική σχεδίαση που δίνει έμφαση στα σημεία πίεσης από τον αναβάτη αυξάνοντας ελάχιστα την απόσταση από το έδαφος μόλις κατά 5mm, ενώ μπορεί να ρυθμιστεί σε δύο διαφορετικά ύψη (850-865mm). Η σημαντικότερη όμως αλλαγή που αφορά την άνεση έχει να κάνει με την τοποθέτηση των μαρσπιέ του συνεπιβάτη, ένα σημείο που το είχαμε θίξει ιδιαίτερα στην προηγούμενη γενιά τόσο των Tracer όσο και των ΜΤ-09. Πλέον οι βάσεις τους έχουν μεγαλύτερη απόσταση από τη σέλα (κατά 33mm), ενώ βγαίνουν και περισσότερο προς τα έξω, δημιουργώντας πιο φυσιολογικές γωνίες για τα πόδια, ενώ και οι χειρολαβές είναι πιο εργονομικά σχεδιασμένες για να προσφέρουν πιο αποτελεσματική στήριξη στον συνεπιβάτη.
Φυσικά από το κύμα της αναβάθμισης δεν θα μπορούσε να λείπει η σχεδίαση των πλαστικών, με ταυτόχρονη αναβάθμιση και της ποιότητας κατασκευής, με πιο αιχμηρές γωνίες και πιο επιθετικό σχήμα στο ρεζερβουάρ, το οποίο όμως έχει διατηρήσει την χωρητικότητα των 18 λίτρων. Το αποτέλεσμα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε κι εσείς στο βίντεο που ακολουθεί από την παρουσίαση στην Γρανάδα:


Σε ό,τι αφορά το GT, το οποίο όπως είπαμε η Yamaha το θεωρεί μια ξεχωριστή μοτοσυκλέτα κι όχι απλώς μια εναλλακτική έκδοση, είναι εμφανής η προσπάθεια να αποκτήσει έναν πιο premium χαρακτήρα πέρα από τον απαραίτητο τουριστικό εξοπλισμό. Γι' αυτό το λόγο, πέρα από τις αλλαγές της στάνταρ έκδοσης, διαθέτει μια TFT οθόνη που αλλάζει φωτισμό αυτόματα από ημέρα σε νύχτα, cruise control, θερμαινόμενα γκριπ, quick shifter, πλαϊνές βαλίτσες στο χρώμα της μοτοσυκλέτας και πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις εμπρός και πίσω, ενώ το πιρούνι είναι ανοδιωμένο χρυσό για να ξεχωρίζει από τη βασική έκδοση.
Ο κινητήρας και το πλαίσιο έμειναν απαράλλαχτα, και δικαίως θα προσθέσουμε εμείς μιας και ήταν από τα στοιχεία των Tracer που ανταποκρίνονταν άριστα στο ρόλο τους, με τον τρικύλινδρο "CP3" όπως τον ονομάζει η Yamaha να αποτελεί την ιδανική επιλογή ανάμεσα στις επιδόσεις, την γραμμικότητα και το ευρύ φάσμα ωφέλιμης περιοχής της δύναμης.

 


Στο ΜΟΤΟ που θα κυκλοφορήσει στις 30 Απριλίου, θα μπορείτε να διαβάσετε την αναλυτική παρουσίαση των νέων Tracer 900 και Tracer 900 GT, με τις πρώτες εντυπώσεις και τις απαντήσεις για το πώς μεταφράζονται όλες αυτές οι αλλαγές στην πράξη, ενώ στο gallery μπορείτε να δείτε ΟΛΕΣ τις φωτογραφίες από τα νέα Tracer.
 

Ετικέτες

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες