Αποκλειστικό: Οδηγούμε την Zero DSR/X 2023 με τις απίστευτες off-road δυνατότητες

Αλλάζει τα δεδομένα
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

13/9/2022

Η τεράστια έκπληξη που μας περίμενε στην Ιταλία δεν ήταν η αποκάλυψη της πρώτης ηλεκτρικής “Adventure” από τη Zero για την οποία δεν γνωρίζαμε τίποτα έως τώρα. Η έκπληξη αφορά τα τεράστια πλεονεκτήματα σε οδηγικό επίπεδο που μπορεί να προσφέρει στον αναβάτη μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα που έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί από ανθρώπους που ξέρουν τη δουλειά τους.

Όλη αυτή η ιστορία με τις παραφουσκωμένες και βαρύγδουπες ανακοινώσεις πως τα ηλεκτρικά οχήματα θα εξαφανίσουν (το πολύ μέχρι αύριο!) τα συμβατικά, μας έχει αποπροσανατολίσει εντελώς και έχει δημιουργήσει στρατόπεδα φανατικών υποστηρικτών και φανατικών πολέμιων, οι οποίοι πραγματικά λένε μόνο βλακείες διότι είναι εντελώς αμόρφωτοι τεχνολογικά.

Τα ηλεκτρικά οχήματα δεν πρόκειται να εξαφανίσουν από τους δρόμους τα συμβατικά ούτε σε σαράντα χρόνια, διότι τα συμβατικά οχήματα είναι μόνο στην Ελλάδα πάνω από ένα εκατομμύριο στους δρόμους και για να τα αντικαταστήσεις πλήρως με ηλεκτρικά και να φτιάξεις υποδομές για τη χρήση ενός εκατομμυρίου ηλεκτρικών οχημάτων χρειάζεσαι πέντε φορές το ΑΕΠ της χώρας.

Ακόμα κι αν χαρίσουν σε όλους μας από ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο και μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα, πάλι χρειάζονται δισεκατομμύρια σε υποδομές παραγωγής και παροχής ενέργειας για να μπορέσουμε να τα χρησιμοποιούμε καθημερινά.

Άλλο πράγματα να κυκλοφορούν 1.000 ή 10.000 ηλεκτρικά οχήματα κι εντελώς διαφορετικό πράγμα να κυκλοφορούν μερικά εκατομμύρια. Αυτά τα χρήματα απλώς δεν υπάρχουν και δεν πρόκειται να μαζευτούν τα επόμενα είκοσι χρόνια από καμία χώρα. Money talks, bullshit walks.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως τα ηλεκτρικά οχήματα δεν μπορούν να αποτελέσουν μια πολύ καλή λύση για τα σοβαρά προβλήματα της εκρηκτικής αστικοποίησης.

Αν οδηγήσεις για μία εβδομάδα μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα ή ένα scooter κάποιου σοβαρού κατασκευαστή, δεν θα θέλεις ποτέ ξανά να κάνεις τις καθημερινές σου μετακινήσεις με συμβατικό όχημα!

 

Το πρόβλημα είναι πως ελάχιστοι από εμάς έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα ή ένα ηλεκτρικό scooter κάποιου σοβαρού κατασκευαστή. Συνήθως η πρώτη εμπειρία που μπορεί να έχει κάποιος είναι από τα φτηνιάρικα και πρόχειρα κατασκευασμένα ηλεκτρικά-σκουπίδια που έχουν σχεδιαστεί στο πόδι και έχουν χαλάσει μέσα σε έναν μήνα. Αυτή η πρώτη “τραυματική” εμπειρία σε συνδυασμό με την πολιτική προπαγάνδα πως θα έρθει το κράτος ένα βράδι και θα σου πάρει τη συμβατική μοτοσυκλέτα σου, έχουν δημιουργήσει έναν αρνητισμό και μια πολεμική ατμόσφαιρα που έχει πετάξει την μπάλα χιλιόμετρα μακριά έξω από το γήπεδο.

Όλος αυτός ο μακροσκελής πρόλογος που αφορά τον ιδεολογικό πόλεμο “ηλεκτρικά vs συμβατικά” οχήματα ήταν απόλυτα απαραίτητος πριν μιλήσουμε για την DSR/X που οδηγήσαμε στην Ιταλία, διότι αν δεν βγάλουμε από τη συζήτηση τις σαχλαμάρες των τεχνολογικά αμόρφωτων που πυροδοτούν αυτόν τον πόλεμο, δεν πρόκειται ποτέ να καταλάβουμε γιατί μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα από μια σοβαρή εταιρεία σαν την ZERO έχει κάποια πρωτόγνωρα πλεονεκτήματα και είναι τόσο εντυπωσιακή και απολαυστική στην οδήγηση.

Πάμε λοιπόν στην ουσία! Η ZERO είναι μια αμερικάνικη εταιρεία, γνήσιο παιδί της Silicon Valley και ξεκίνησε να φτιάχνει off-road ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες για την αγορά της Καλιφόρνια που έχει τους πιο αυστηρούς περιβαλλοντικούς νόμους.

Χρησιμοποιεί δικής της τεχνολογίας ηλεκτροκινητήρες και δικής της τεχνολογίας software και hardware για τη διαχείριση των μπαταριών.

Η DSR/X είναι το νέο μοντέλο της που συνδυάζει την τεχνογνωσία τους από τις off-road μοτοσυκλέτες με την τεχνολογία που έχουν αναπτύξει από τα μοντέλα δρόμου.

Αυτό σημαίνει πως η DSR/X έχει ενσωματωμένη μονάδα επαναφόρτισης 6,6 kW η οποία είναι απόλυτα συμβατή με φορτιστές Level 1 και Level 2.

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει πως με οικιακό φορτιστή (Level 1) χρειάζεσαι 10 ώρες για φόρτιση 95%, 2 ώρες με ταχυφορτιστή φορτιστή (Level 2) και μόλις 1 ώρα με τριφασικό ταχυφορτιστή 6kW.

Ο νέος ηλεκτροκινητήρας με την ονομασία Z-Force 75-10X έχει την υψηλότερη ροπή από κάθε άλλη ηλεκτρική μοτοσυκλέτα της ZERO στα 225Nm (22,9kgm) στις 2.000 στροφές και με μέγιστο ρυθμό περιστροφής μόλις τις 7.000 στροφές. Η μέγιστη δύναμη είναι 75kW δηλαδή 100 ίπποι (HP).

Στην πραγματική ζωή, με μια πλήρη φόρτιση μπορείς να οδηγήσεις έως 200+ χιλιόμετρα εντός πόλης (290 χιλιόμετρα θεωρητική αυτονομία), σε επαρχιακούς δρόμους 150+ χιλιόμετρα (185 χιλιόμετρα θεωρητική αυτονομία), και σε ανοιχτούς δρόμους 120+ χιλιόμετρα (135 χιλιόμετρα θεωρητικής αυτονομίας).

Με το επιπλέον power pack που μπορείς να βάλεις θυσιάζοντας 10 περίπου λίτρα αποθηκευτικού χώρου από τα 21 λίτρα που έχει στο “ρεζερβουάρ” (προφανώς δεν υπάρχει κλασσικό ρεζερβουάρ) κερδίζεις τουλάχιστον 20-30 χιλιόμετρα πραγματικής αυτονομίας.

Με αυτούς τους αριθμούς στο μυαλό, η DSR/X δεν είναι η πιο κατάλληλη Adventure μοτοσυκλέτα για να εξερευνήσεις την Αφρική.

Τότε τί στο καλό Adventure είναι; Η απάντηση είναι πολύ απλή αν μείνουμε στον πραγματικό κόσμο. Και ο πραγματικός κόσμος είναι εκείνος στον οποίο ένα μεγάλο ποσοστό μοτοσυκλετιστών δεν κάνει ποτέ πάνω από 100 χιλιόμετρα την ημέρα.

Για το μεγαλύτερο ποσοστό των αστών, δηλαδή των ανθρώπων που μένουν στα μεγάλα αστικά κέντρα, η DSR/X έχει πολλά περισσότερα πλεονεκτήματα σε σχέση με ένα κλασσικό μεγάλο On-Off.

Το πρώτο και σημαντικότερο είναι το μικρότερο κόστος χρήσης. Χρησιμοποιώντας καθημερινά την DSR/X για πέντε χρόνια θα ξοδέψεις λιγότερα χρήματα σε σχέση με ένα Mega on-off των 1000+ κυβικών. Το κόστος συντήρησης και το κόστος του ηλεκτρικού ρεύματος ανά χιλιόμετρο χρήσης είναι απείρως μικρότερα από μιας συμβατικής μοτοσυκλέτας μεγάλου κυβισμού.

Το δεύτερο είναι οι τρομερές επιταχύνσεις από στάση. Ξεφτιλίζεις τους πάντες στα φανάρια. Τους πάντες!

Το τρίτο είναι η ελάχιστη ζέστη που βγάζει η μοτοσυκλέτα περιμένοντας στα φανάρια και φυσικά η μηδενική κατανάλωση όσο περιμένεις στα φανάρια. Όταν θα το ζήσεις, τότε θα καταλάβεις πόσο σημαντικό είναι για χώρες όπως η Ελλάδα.

Το τέταρτο είναι η απουσία θορύβου. Εδώ θα πεταχτούν πολλοί και θα πουν πως τους αρέσει ο ήχος του κινητήρα εσωτερικής καύσης. Και σε εμάς αρέσει, αρκεί να είναι από κάποιον V2, κάποιον boxer, κάποιον V4, κάποιον τετρακύλινδρο ή εξακύλινδρο εν σειρά – άντε και τα δίχρονα για τους μερακλήδες. Όμως τα περισσότερα δίκυκλα που κυκλοφορούν στους δρόμους δεν έχουν τέτοιους κινητήρες και με τις προδιαγραφές Euro 5 και Euro 5+ προτιμούμε να μην ακούμε τίποτα, παρά να ακούμε τον άθλιο ήχο που βγάζουν οι σύγχρονοι κινητήρες με τα υπερβολικά φτωχά μείγματα και οι εξατμίσεις με τους δύο καταλύτες. Επίσης η απουσία θορύβου των ηλεκτρικών σε κάνει να αισθάνεσαι πως είσαι νυχτερίδα και ακούς το περιβάλλον με υπερφυσικές ικανότητες. Έχει πλάκα!

Το πέμπτο είναι η ολική απουσία ενοχλητικών κραδασμών. Αν οδηγήσεις πρώτα την DSR/X, μετά οποιαδήποτε άλλη συμβατική μοτοσυκλέτα θα σου φαίνεται πως δουλεύει σαν τρακτέρ.

Όμως το σημαντικότερο όλων είναι το απίστευτο επίπεδο ενεργητικής ασφάλειας που έχει η DSR/X και το εξωπραγματικό επίπεδο πρόσφυσης.

 

ΠΡΟΣΟΧΗ! Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά αφορούν ΜΟΝΟ την ZERO DSR/X και ΟΧΙ όλες τις υπόλοιπες ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες.

 

Η DSR/X είναι η πρώτη ηλεκτρική μοτοσυκλέτα στον κόσμο που εκμεταλλεύεται τα πλεονεκτήματα της τεχνολογίας των ηλεκτρικών οχημάτων και δεν μένει μόνο στην “οικολογία” και την “αυτονομία”.

Ποια είναι αυτά τα πλεονεκτήματα; Πολύ απλά ο ηλεκτροκινητήρας ανταποκρίνεται άμεσα στις εντολές της ECU και εκτελεί άμεσα τις εντολές της.

Το σύστημα Traction Control/Wheelie Control/Engine Brake Control είναι της Bosch και είναι ακριβώς το ίδιο hardware που έχουν τα KTM 1290 Super Adventure και Ducati Multistrada V4. Επίσης το βασικό software είναι το ίδιο και μέχρι στιγμής είναι κατά γενική ομολογία το καλύτερο της αγοράς. Μόνο που στην DSR/X είναι “Θεϊκό” και όχι απλώς το καλύτερο. Για να καταλάβετε τη διαφορά, η Bosch χρησιμοποιεί τα Data από τις δοκιμές του DSR/X ως μέτρο σύγκριση για την εξέλιξη της επόμενης γενιάς ηλεκτρονικών στις superbike και mega On-Off. Προς το παρόν είναι αδύνατον να επιτύχει τα ίδια αποτελέσματα με συμβατική μοτοσυκλέτα, κάτι απόλυτα λογικό αφού μεταξύ εντολής και αποτελέσματος υπάρχει το κενό χρόνου απόκρισης του ψεκασμού και του ίδιου του κινητήρα.

Στην άσφαλτο, αυτή η υπερφυσική πρόσφυση του πίσω τροχού όταν ανοίγεις τέρμα το γκάζι μεταφράζεται σε κορυφαίες επιδόσεις και πρωτόγνωρα επίπεδα ενεργητικής ασφάλειας.

Εκεί όμως που το DSR/X αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού είναι στο χώμα.

Η DSR/X έχει μέγεθος, βάρος και πλαίσιο αντίστοιχο μιας τυπικής mega on-off (247 κιλά, 1525mm μεταξόνιο, 190mm διαδρομές αναρτήσεων και ελαστικά Pirelli Scorpion Trail II (90% άσφαλτο / 10% χώμα). Όμως η ευκολία που σκαρφαλώνει και περνά από δύσκολες χωμάτινες διαδρομές είναι πολύ μακριά από τις ικανότητες οποιασδήποτε on-off, ακόμα κι αν έχει αγωνιστικά off-road τρακτερωτά ελαστικά.

Στις φλαταδούρες όπου μπορείς να πάρεις φόρα, ένα συμβατικό on-off με τρακτερωτά ελαστικά μπορεί να τα πάει θαυμάσια. Όμως στα πολύ κλειστά κομμάτια, εκεί που έχει πούδρα, λάσπη, σπασμένες πέτρες και απότομες ανηφόρες με λίγα χιλιόμετρα, τα κλασσικά on-off είναι μαρτύριο και η αποφυγή της τούμπας απαιτεί εμπειρία και… τύχη! Τα περισσότερα τουμπίδια στα mega test έχουν γίνει με λιγότερα από 20km/h. Ακριβώς σε αυτές τις συνθήκες εμφανίζεται το τεράστιο πλεονέκτημα του DSR/X όπου ο πίσω τροχός του έχει πρόσφυση επιπέδου ασφάλτου στο άνοιγμα του γκαζιού (ναι, με τα ελαστικά δρόμου πάνω στην πούδρα πάχους 5-10cm που οδηγήσαμε κράταγε σαν superbike με slick σε πίστα). Το αποτέλεσμα είναι να οδηγείς αυτό το “θηρίο” των 247 κιλών στο χώμα με την ηρεμία και την χαλαρότητα που κάνεις βόλτα στην παραλιακή.

Αυτή η μοτοσυκλέτα σε κάνει να πιστέψεις πως είσαι Superman στο χώμα!  

Θα επαναλάβουμε όμως για άλλη μια φορά, πως αυτή είναι η πρώτη ηλεκτρική μοτοσυκλέτα ή scooter που οδηγούμε που έχει εκμεταλλευτεί σε τέτοιο βαθμό το πλεονέκτημα άμεσης αντίδρασης του ηλεκτροκινητήρα στις εντολές της ECU. Το Livewire της Harley Davidson είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των ηλεκτρονικών αλλά δεν έχει τα δυναμικά χαρακτηριστικά των μοτοσυκλετών της ZERO (κατανομή βάρους, διαδρομές και σχεδιασμός αναρτήσεων). Το CE-04 της BMW και το Ray 7.7 ακολουθούν την ίδια φιλοσοφία, αλλά χρειάζονται λίγη δουλειά παραπάνω στο software. Όλα τα υπόλοιπα ηλεκτρικά δίκυκλα δεν έχουν εκμεταλλευτεί ούτε στο ελάχιστο τις δυνατότητες που προσφέρουν οι ηλεκτροκινητήρες και ο λόγος είναι πως οι εταιρείες που τα κατασκευάζουν δεν είναι εταιρείες μοτοσυκλέτας, αλλά παρέες new-age επιχειρηματιών με τεχνολογικές γνώσεις γύρω από τις μπαταρίες και τους ηλεκτροκινητήρες, ενώ την ίδια στιγμή είναι παντελώς άσχετοι με τον μοτοσυκλετισμό. Αντιθέτως στη ZERO οι άνθρωποι γουστάρουν να οδηγούν μοτοσυκλέτες και αυτό φαίνεται από τον τρόπο που είναι στημένο το πλαίσιο των μοτοσυκλετών τους και από τη μοναδική εμπειρία οδήγησης που προσφέρουν στον αναβάτη τους, και η νέα DSR/X είναι ό,τι καλύτερο έχουν φτιάξει μέχρι σήμερα.

Η τιμή της DSX/R στην Ελλάδα θα είναι στα 27.590€ χωρίς τις κρατικές ελαφρύνσεις (αφαιρέστε από 1.300€ έως 2.000€ αναλόγως τα κριτήρια που έχετε για την επιδότηση) και αναμένεται να βρίσκεται στη χώρα μας τον επόμενο μήνα.

Αυτή τη στιγμή οι μεγάλες hi-end ηλεκτρικές μοτοσυκλέτες δεν απευθύνονται σε όλο τον κόσμο, όχι μόνο γιατί είναι ακριβές για να τις αγοράσουν όλοι, αλλά κυρίως διότι οι συνθήκες δεν επιτρέπουν σε όλους να τις χρησιμοποιήσουν ακόμα κι αν έχουν τα χρήματα για να τις αγοράσουν.

Όμως όσοι ανήκουν στην κατηγορία που μπορούν να έχουν στη ζωή τους μια ηλεκτρική μοτοσυκλέτα σαν την DSR/X, θα εκπλαγούν με τα εντυπωσιακά και πρωτόγνωρα πλεονεκτήματά της, που καμία συμβατική μοτοσυκλέτα δεν μπορεί να τους προσφέρει.

 

 

Βασικός εξοπλισμός

Φώτα LED

Οθόνη TFT με Bluetooth, συμβατή με όλα τα smartphone

Πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις Showa

Traction control, Hill-assist, Wheelie control, Engine brake control

Κλειστός αποθηκευτικός χώρος 21 λίτρων

Δυνατότητα φόρτισης Level 1 και Level 2

Επιλογή ύψους σέλας (800/828/860)

Όπισθεν

 

 

Τεχνικά χαρακτηριστικά

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.