Αυτό είναι το νέο VFR800X Crossrunner του 2015!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/9/2014

Περιμέναμε νέο Crossrunner, δεν περιμέναμε όμως να το δούμε σήμερα το πρωί, αντί για τέλος του μήνα, και δεν περιμέναμε επίσης να αντιγράφει, κι αυτό, τη Γερμανική σχολή εμφάνισης των μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου! Είχαμε γράψει παλιότερα για την εμφάνισή του ότι μοιάζει με πιγκουίνο, καλά να πάθουμε. Τώρα απλά μοιάζει με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας. Βέβαια τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεσαι περισσότερο όταν το κοιτάς από το πλάι, καθώς από μπροστά τα φανάρια του αντιγράφουν το ανανεωμένο VFR 800, στο οποίο άλλωστε βασίζεται εξ ολοκλήρου. Πράγμα φανταστικό σε ότι έχει να κάνει με τον κινητήρα και την απόκριση, γιατί έχουμε οδηγήσει στην Ισπανία το νέο VFR 800 (δεν εισάγεται στην Ελλάδα) και διαπιστώσαμε την μεγάλη βελτίωση στη συμπεριφορά του VTEC. Αν για λόγους πειραματισμού κλείσεις τελείως τα αυτιά σου, για να μην ακούσεις την ολοκληρωτική αλλαγή του ήχου, και επικεντρωθείς τελείως στο δρόμο, τότε θα περάσει κάποιος χρόνος μετά τις 6.500 στροφές, για να αντιληφθείς ότι πλέον λειτουργούν 4 και όχι 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο. Τόσο ομαλή είναι η ενεργοποίηση του VTEC, που την πρώτη φορά που θα το οδηγήσεις, μπορεί και να μην το καταλάβεις κατευθείαν! Οι αλλαγές στον V4 κινητήρα των 782 κυβικών έχουν εστιάσει στη λειτουργία των βαλβίδων, την εισαγωγή του αέρα και όλα αυτά με γνώμονα πάντα την ομαλότερη λειτουργία του VTEC. Και πραγματικά έχουν κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ούτε μέσα στη στροφή δεν γίνεται πλέον να σε επηρεάσει η λειτουργία του συστήματος. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν στο νέο VFR, και με βάση τα λεγόμενα της Honda, ότι δεν έχουν γίνει αλλαγές σε αυτό τον τομέα και για το Crossrunner, τα θετικά πρέπει να παραμένουν.

Αμάν αυτά τα μαρσπιέ!

Παραμένουν όμως ορισμένα αρνητικά. Το βασικότερο που μπορούμε να διακρίνουμε χωρίς ακόμα να έχουμε καθίσει στη σέλα του, είναι η θέση των μαρσπιέ αναβάτη. Είναι αρκετά πίσω όπως στο πρώτο Crossrunner. Ωστόσο η σέλα μοιάζει πολύ πιο άνετη, με μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ, και η θέση οδήγησης δεν πρέπει να είναι τόσο σκυφτή όπως στο παλιό. Κι αν στο πρώτο Crossrunner, που ελάχιστα διέφερε από ένα VFR, ήταν δύσκολο να γίνουν αλλαγές στα μαρσπιέ, τώρα που έχει γίνει νέος σχεδιασμός, θα μπορούσαν να είχαν βελτιώσει τα πράγματα και σε αυτό το σημείο. Παραμένει βέβαια το ίδιο πλαίσιο, αν και τώρα θα έχει σίγουρα αλλαγές στο λαιμό. Η τακτική της Honda είναι να αλλάζει πάντα το λαιμό και τη γεωμετρία του, όταν αλλάζουν οι αναρτήσεις. Οι αναρτήσεις έχουν επιτέλους μεγαλύτερη διαδρομή, κατά 25mm μπροστά και 28mm πίσω. Παραμένει επίσης το σήμα κατατεθέν, το μονόμπρατσο ψαλίδι, όπως και οι 17 ιντσών τροχοί. Θα το προτιμούσαμε με 19 ιντσών μπροστά, αλλά ο χαρακτήρας αυτής της μοτοσυκλέτας είναι πιο ασφάλτινος και ταξιδιάρικος. Οπότε οι αλλαγές στη σέλα, που δείχνει να είναι πλέον πιο ευρύχωρη, και ο όγκος της μοτοσυκλέτας που έχει αυξηθεί, ευνοούν αυτόν τον προσανατολισμό. Αν προσφέρει και καλύτερη προστασία από τον αέρα, σε σύγκριση με τη μοτοσυκλέτα του 2011, τότε θα έχει πετύχει την ολοκληρωτική αλλαγή. Γιατί εμφανισιακά αυτό δηλώνει, ότι δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, και ότι δεν είναι απλά ένα VFR με το τιμόνι ψηλότερα.

Στο βασικό εξοπλισμό θα έχει επίσης ABS που μπροστά ενεργεί σε δύο δίσκους 310mm με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Αν λειτουργεί όπως ακριβώς και στο νέο VFR, τότε θα είναι απροβλημάτιστο ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης και απότομου φρεναρίσματος, χωρίς να αμολά μπροστά ή να παρουσιάζει ανάδραση στη μανέτα. Η Honda χρησιμοποιεί την ονομασία HSTC (Honda Selectable Torque Control) για να περιγράψει τη λειτουργία του Traction Control που έχει τρεις καταστάσεις λειτουργίας, μαζί με την off. Τα αρχικά παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, και μένει να αποδειχτεί στο δρόμο πόσο ομαλή είναι η παρέμβασή του.

Το Crossrunner θα έχει επίσης τα νέα αυτόματα φλας που η Honda έβαλε στο VFR, πράγμα πιο σύνθετο απ’ ότι ακούγεται. Μπορεί να το έχουμε συνηθίσει στα αυτοκίνητα, αλλά εκεί τα πράγματα είναι εύκολα γιατί υπάρχει τιμόνι. Στη μοτοσυκλέτα που στρίβει με γυροσκοπικό φαινόμενο χωρίς να στρίβει και το τιμόνι, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Για παράδειγμα όταν γίνεται έξοδος από έναν αυτοκινητόδρομο, το φλας χρειάζεται, αλλά το τιμόνι δεν στρίβει. Άρα η μοτοσυκλέτα πρέπει να αντιλαμβάνεται την κλίση, το γυροσκοπικό και την αυξομείωση της ταχύτητας, μόνο και μόνο για να γνωρίζει πότε πρέπει να σβήσει τα φλας!

Τα φώτα είναι LED και επίσης έχει θερμαινόμενα γκριπ στον βασικό εξοπλισμό. Το Crossrunner γίνεται πλέον ένα ξεχωριστό μοντέλο, αποκτώντας τη δική του ταυτότητα, και παύει να είναι μια αντιγραφή των μεταλλαγμένων για Gymkhana VFR που χρησιμοποιούσαν στην Ιαπωνία. Τέλος του μήνα θα το δούμε και από κοντά…

 

Η λειτουργία των αυτόματων φλας

Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της Honda (VFR800F 2014), τοποθετούνται φλας που σβήνουν αυτόματα. Δεν θα άξιζε να εστιάσουμε καθόλου αν απλά μετρούσαν αντίθετα κάποιο διάστημα χρόνου για να σβήσουν, ωστόσο η Honda κατέληξε σε συνολικά τρεις διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού για την ακύρωσή τους. Παρόλο αυτά πάλι θα υπάρξει στιγμή που θα το κάνεις μόνος σου, μην μπορώντας να περιμένεις, ωστόσο η προσέγγισή τους είναι σωστή και κατά ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει γρηγορότερα από τον αριστερό σου αντίχειρα. Χρησιμοποιεί την μονάδα του ABS και τους αισθητήρες ταχύτητας των τροχών για να προσδιορίσει την ακριβή τους ταχύτητα, καθώς και την σχετική. Όταν ανάψει το φλας βλέπει αν υπάρχει διαφορά στην ταχύτητα του εμπρός με του πίσω τροχού. Επειδή όταν στρίβει μια μοτοσυκλέτα ο εμπρός τροχός διαγράφει μεγαλύτερο τόξο στροφής από τον πίσω, υπάρχει διαφορά ταχύτητας, και έτσι τα φλας του VFR καταλαβαίνουν ότι η μοτοσυκλέτα στρίβει και δεν προσπερνά απλώς. Οπότε από τη στιγμή που ανάβουν τα φλας και υπάρχει διαφορά ταχύτητας, η μονάδα περιμένει η σχετική ταχύτητα των τροχών να μηδενιστεί και αμέσως σβήνει τα φλας. Για τις προσπεράσεις όμως που οι τροχοί έχουν την ίδια ταχύτητα, τα φλας σβήνουν μετά από εκατόν είκοσι μέτρα απόστασης, αν η ταχύτητα είναι κάτω από πενήντα χιλιόμετρα, ή επτά δευτερόλεπτα, αν η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη. Εδώ είναι που πολλές φορές θα θέλεις να τα κλείσεις μόνος σου, γιατί επτά δευτερόλεπτα είναι αρκετός χρόνος

     

-----------------------

 

 

Η πορεία των τετράχρονων V4 της Honda

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε το πώς χτίστηκε ένας ζωντανός, ακόμα και τώρα, μύθος για τους V4 της Honda και πιο συγκεκριμένα για το VFR. Ένας μύθος που μεσουρανούσε ήδη την εποχή που παρουσιάστηκε το πρώτο VF, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά την αποδοχή του μοντέλου, πριν ακόμη αυτό οδηγηθεί, ενώ συντροφεύει ακόμα και σήμερα όλα τα VFR! Το 1977 η Honda ανακοινώνει ότι θα επιστρέψει στο παγκόσμιο GP σε δύο χρόνια, σταματώντας τα δεκαετή "μούτρα" στην διοργάνωση, που ξεκίνησαν το 1968, όταν και αποχώρησε από τους αγώνες. Το ‘68 οι κανονισμοί άλλαξαν περιορίζοντας τους κυλίνδρους σε τέσσερις, δίνοντας έτσι ένα σοβαρό πλεονέκτημα στις δίχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε η Honda, ως παραδοσιακός υποστηρικτής των τετράχρονων κινητήρων, αποφάσισε ότι αποχωρεί. Δεν ήταν άλλωστε και λίγο αυτό για τον Soichiro Honda, που είχε αποκαλέσει τις δίχρονες μοτοσυκλέτες "βρώμικες" και είχε εστιάσει στην εξέλιξη των τετράχρονων κινητήρων, κυρίως για την καλύτερη ενεργειακή τους απόδοση. Από την άλλη, αυτή η χαμένη δεκαετία στέρησε από τη Honda ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών, κινδυνεύοντας να γίνει η αιτία της αποκαθήλωσης από το βωμό του τεχνολογικά πιο προηγμένου κατασκευαστή. Η εταιρεία βλέποντας τον κίνδυνο αυτό, κατέφυγε σ’ ένα μάλλον απλοϊκό πλάνο. Έδωσαν τρία δισεκατομμύρια γεν στον κ. Koichi Yanase, έναν από τους manager του εργοστασίου της Suzuka, και μια άδεια να οργανώσει από το μηδέν μια εκατονταμελή ομάδα με σκοπό να κερδίσει τον πρώτο τίτλο μέσα σε τρία χρόνια. Ο Yanase ονόμασε το project "κερδίζω τίτλο σε τρία χρόνια" με την κωδική ονομασία NR, συντομογραφία του "New Racing", και αποφάσισε επίσης να μην αντιμετωπίσει με ίσους όρους τα δίχρονα των υπόλοιπων κατασκευαστών. Πιστός στους λόγους που έκαναν την Honda να αποχωρήσει πριν από δέκα χρόνια, διάλεξε να φτιάξει έναν τετράχρονο κινητήρα, και ξεκίνησε συγκρίνοντας τα όρια των τετράχρονων και των δίχρονων. Γρήγορα υπολόγισε ότι για να είναι ανταγωνιστικός χρειαζόταν έναν κινητήρα που θα ανέβαζε 23.000 στροφές, με απόδοση περίπου 130 ίππων. Κι αυτό για έναν τετράχρονο με τα δεδομένα της εποχής, σήμαινε τεράστιες ανάγκες σε τροφοδοσία καυσίμου και αέρα, κατά συνέπεια περισσότερες βαλβίδες, κάτι όμως πρακτικά αδύνατο χωροταξικά σε έναν τετρακύλινδρο, ιδιαίτερα για μια κεφαλή σε κινητήρα πεντακοσίων κυβικών. Στα χαρτιά όλα αυτά φαινόντουσαν εύκολη υπόθεση για έναν V8, ωστόσο ίσχυε ακόμη ο περιορισμός των τεσσάρων κυλίνδρων. Η διάταξη V κέρδιζε εκείνη την εποχή ολοένα και περισσότερο έδαφος και χρόνια μετά, το 1982, άφησε εποχή το δίχρονο YZR500 της Yamaha που κέρδιζε τα πρωταθλήματα. Ίσως εξαιτίας αυτής της φήμης του, να διαβάζετε λανθασμένα στην Wikipedia ότι υπήρξε γενικώς το πρώτο V στα GP...

Η ομάδα λοιπόν σκαρφίστηκε την ιδιοφυή λύση να φτιάξει πράγματι κάτι σαν V8, με 32 βαλβίδες και οκτώ μπιέλες, και απλά να "ενώσει" τα πιστόνια, ώστε να είναι εντός του κανονισμού για αυστηρά τετρακύλινδρο κινητήρα, φτιάχνοντας έτσι την πρώτη μοτοσυκλέτα με οβάλ πιστόνια. Έχοντας να λύσουν άπειρα κατασκευαστικά θέματα σ’ έναν τέτοιο κινητήρα που απαιτούσε πρωτόγνωρη μηχανολογική ακρίβεια, όταν παράλληλα ο όγκος και το βάρος του έπρεπε να είναι τα ελάχιστα δυνατά, οι μηχανικοί της Honda δούλευαν χωρίς ωράριο και με την γκιλοτίνα της έναρξης του πρωταθλήματος να γυαλίζει πάνω από το λαιμό τους. Τελικά πρόλαβαν με το ζόρι το πρωτάθλημα του ΄79 αντιμετωπίζοντας όμως πολλά προβλήματα, τα οποία και συνεχίστηκαν αμείωτα τις επόμενες χρονιές χωρίς να καταφέρνουν κάποια νίκη στα GP. Όμως αυτό δεν οφειλόταν τόσο στην NR500 που είχε καταφέρει την τρίτη χρονιά να φτάσει την απόδοση και το επίπεδο αξιοπιστίας που χρειαζόταν, όσο στην απειρία της ομάδας που τότε αποκτούσε στρατηγική και αγωνιστική εμπειρία. Η απουσία μιας δεκαετίας είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ότι αρχικά είχαν την λανθασμένη εντύπωση πως το έντονο φρένο κινητήρα της NR500, σε σχέση με τους δίχρονους ανταγωνιστές της, θα προσφέρει αυξημένο έλεγχο στην είσοδο των στροφών!

Επειδή όμως πέρα από τις όποιες τεχνικές δυσκολίες, έπρεπε ταυτόχρονα να μείνουν πιστοί στο αρχικό πλάνο, "πρωτάθλημα σε τρία χρόνια", το νεοδημιούργητο τότε HRC, αποφάσισε να παρατήσει τα πρωτοποριακά προγράμματα και να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Μέσα σε σχεδόν μισή σεζόν, έφτιαξε μια ολοκαίνουρια δίχρονη μοτοσυκλέτα, την NS500, με τον V3 κινητήρα (και όχι το V3 δεν είναι ορθογραφικό λάθος) πετυχαίνοντας τελικά το στόχο στα πέντε, αντί για τα τρία χρόνια. Οπότε η διάταξη V δεν έφυγε ποτέ, η NS500 έδωσε τη θέση της στο θρύλο της Honda, την NSR500 με τον δίχρονο V4, ακολούθησαν τα πρώτα MotoGP με την RC211V αρχικά που είχε V5 990 κυβικών, ενώ με την μείωση του κυβισμού επέστρεψε και εκεί ο V4.

Από την αρχή της δεύτερης περιόδου ενασχόλησης της Honda με τα GP, σχεδόν 35 χρόνια τώρα, η διάταξη V δεν εγκαταλείφτηκε ποτέ, εξαιτίας των χωροταξικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει και του συνδυασμού αποθεμάτων ροπής και ευστροφίας. Όμως, πέρα από την επιτυχία των δίχρονων NS500 και αργότερα των NSR500, η Honda βρέθηκε στα τέλη του ’80 μ’ έναν μοναδικό κινητήρα στα χέρια της, με οβάλ πιστόνια και εκπληκτικά χαρακτηριστικά, που αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει ανεκμετάλλευτο. Η NR750 έκανε το ντεπούτο της στο Le Man το 1987, και τον Μάιο του 1992, έχοντας λύσει τα προβλήματα που απαιτεί η μαζική παραγωγή, η NR "βγήκε στις αγορές". Η περιορισμένη παραγωγή και ο μύθος που ακολουθούσε την μοτοσυκλέτα, αναβάθμισε σε άθλο απλά και μόνο να μπει κανείς στην ουρά των παραγγελιών. Όμως, όταν πρόκειται για τέτοιες εμπειρίες, το ΜΟΤΟ δεν αφήνει περιθώρια. Η ΠΡΩΤΗ μοτοσυκλέτα που πέρασε στην Ευρώπη, η NR με αριθμό πλαισίου 0044, αγοράστηκε από το περιοδικό για να την οδηγήσει και να την δυναμομετρήσει. Η αγορά ήταν για την NR ο μοναδικός τρόπος να βρεθούμε στη σέλα της! Η δυναμομέτρηση εκείνη ήταν η πρώτη ανεξάρτητη, και η φήμη του περιοδικού μας εκτοξεύεται τότε σε όλη την Ευρώπη. Ο αντίκτυπος όλων αυτών, συνόδευε τα VFR που τα κάλυπτε πάντα η αύρα της μοτοσυκλέτας με τα οβάλ πιστόνια, στη συνείδηση του κόσμου. Η πραγματική εξαργύρωση για τη Honda έρχεται όμως το 1994 στην τρίτη γενιά του VFR, το οποίο αντέγραψε το στυλ και την εμφάνιση της NR, και έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ, η εξωτική μοτοσυκλέτα που ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει!

Yamaha R1 RACE και R1 GYTR 2025 - Αναβάθμιση με μισή καρδιά... [VIDEO]

Φρένα, αναρτήσεις και αεροδυναμικά βοηθήματα, αλλά με καθυστέρηση απέναντι στον ανταγωνισμό
Yamaha R1 2025
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

19/9/2024

Για το 2025 η Yamaha αναβαθμίζει συντηρητικά τις δυο εκδόσεις R1 της, με το βασικό μοντέλο να μετονομάζεται  σε R1 RACE (και αυτό αποκλειστικά για χρήση πίστας πλέον στην Ευρώπη, καθώς δεν θα πληροί τις Euro 5+ προδιαγραφές) και να δέχεται νέες αναρτήσεις, Brembo φρένα και αεροδυναμικά φτεράκια. Αντίστοιχα κι η κορυφαία έκδοση RY GYTR που φέρει κορυφαία εξαρτήματα της Yamaha για αγωνιστική χρήση λαμβάνει τις βελτιώσεις της R1 RACE, στην οποία βασίζεται. Σημειώστε πως στις Η.Π.Α. για το 2025 τα R1 & R1M θα κυκλοφορήσουν κανονικά με δυνατότητα έκδοσης αριθμού κυκλοφορίας, ελλείψει προδιαγραφών ρύπων και θορύβου που κάνουν δυνατή ακόμα και την κυκλοφορία μοτοσυκλετών του παρελθόντος με καρμπιρατέρ κ.α.

Το γεγονός πως η Yamaha στο δελτίο τύπου της ξεκινά με τα αεροδυναμικά βοηθήματα, μπορεί να υποδηλώνει και την αγωνία της να δείξει πως πήρε το μάθημά της μαζί με τη Honda από το MotoGP, εκεί που αμφότερα τα ιαπωνικά εργοστάσια παλεύουν να φτάσουν ξανά το επίπεδο των Ευρωπαίων που έχουν ξεφύγει, και είναι πρωτοπώροι σε “φτερά”, “φτυάρια”, και λοιπούς νεωτερισμούς στην αεροδυναμική.

Εμείς όμως θα ξεκινήσουμε από τα φρένα, τον τομέα που το R1 έπασχε περισσότερο σε σχέση με τον ανταγωνισμό, όπου τα παράπονα είχαν να κάνουν τόσο με τη δύναμή τους όσο κυρίως με το fade σε σκληρή χρήση.

Yamaha R1 2025

Το ολοκαίνουργιο πακέτο φρένων του R1 RACE είναι της ιταλικής Brembo (αντί Ιάπωνα προμηθευτή) και αποτελείται από ακτινική τρόμπα και Stylema monobloc δαγκάνες. Εξαιρετική επιλογή αν και θα μπορούσαμε να πούμε πως στην επιλογή αυτή της Yamaha ταιριάζει γάντι η φράση “too little, too late”, καθώς οι Stylema είναι μεν εξαιρετικές δαγκάνες, έκαναν όμως το ντεμπούτο τους το μακρινό… 2017 (στο Ducati Panigale V4), ενώ φέτος η Brembo έχει παρουσιάσει τον αντικαταστάτη τους, τις Hypure, τις οποίες φέρει -φυσικά- το νέο Panigale!

Yamaha R1 2025

Περνάμε στο πλήρως ρυθμιζόμενο ανεστραμμένο πιρούνι νέας γενιάς 43 mm της KYB, το οποίο έχει ανασχεδιαστεί και φέρει ανεξάρτητους ρυθμιστές για συμπίεση επαναφοράς και συμπίεσης σε αριστερό και δεξί καλάμι, με ρύθμιση για διαφορετική συμπεριφορά σε χαμηλές και ψηλές ταχύτητες. Κάθε καλάμι πλέον διαθέτει μια βαλβίδα στη βάση του, σχεδιασμένη να βελτιστοποιεί την πίεση στον κύλινδρο, μειώνοντας ή αποτρέποντας εντελώς τη ροή του λαδιού στο κάτω μέρος του πιρουνιού. Η Yamaha αναφέρει πως με το νέο πιρούνι, η απόσβεση γίνεται καλύτερη, ο τροχός κρατά καλύτερα την επαφή του με την άσφαλτο, και έχουμε βελτίωση και γενικότερα στη σταθερότητα. Νέα τέλη είναι η επίστρωση Kashima που δίνει ένα σκούρο χρυσό χρώμα στο πάνω μέρος του πιρουνιού.

Περιέργως, η Yamaha δεν αλλάζει και το πίσω αμορτισέρ, κάτι που τονίζει λίγο ακόμα τον συντηρητικό χαρακτήρα της αναβάθμισης του 2025.

Yamaha R1 2025

Φτάνουμε στα carbon αεροδυναμικά φτεράκια, τα οποία διαθέτει το R1 RACE στο πάνω μέρος του φαίρινγκ μπροστά, με τα συγκεκριμένα βοηθήματα να βελτιώνουν την αποτροπή της σούζας στα πολλά, και την αίσθηση στο μπροστινό σε φρένα και στροφές. Αν τώρα άλλοι κατασκευαστές γράφουν αναλυτικά για τα οφέλη των συγκεκριμένων βοηθημάτων, με στοιχεία όπως τον αριθμό των κιλών που προσθέτουν με το downforce σε συγκεκριμένο αριθμό χιλιομέτρων, η Yamaha δυστυχώς δεν κάνει τέτοια παράθεση στοιχείων, αφαιρώντας λίγο από το κύρος που προσθέτουν τα παραπάνω στοιχεία, τα οποία υπάρχουν για να αποδεικνύουν τη λειτουργικότητα των βοηθημάτων, πέρα από την “MotoGP” εμφάνισή τους. Να σημειώσουμε τέλος, πως πρώτο Superbike παραγωγής με "φτεράκια" ήταν το Aprilia RSV4 RF LE του 2018, με το Ducati Panigale V4 να εξοπλίζεται με αυτά από το 2019...

Yamaha R1 2025

Αναβαθμισμένη είναι η σέλα του R1 RACE, με νέο υλικό για καλύτερη πρόσφυση, ώστε να παραμένει στη θέση του ο αναβάτης και να μη γλιστρά πάνω της σε αλλαγές κατεύθυνσης.

Κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος των αναβαθμίσεων, που δυστυχώς δεν άγγιξαν βαθιά το R1, μην έχοντας τη δύναμη να το φέρουν κοντά στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό που έχει ξεφύγει τόσο στους αγώνες (MotoGP & WorldSBK) όσο και στα SBK μοντέλα παραγωγής.

Αλλαγές δεν έχουμε στο αλουμινένιο πλαίσιο dealtabox, ούτε και στο ψαλίδι, ούτε όμως και στον τετρακύλινδρο κινητήρα CP4, με επίσημη απόδοση μόλις 197,26 hp, όταν το Aprilia RSV4 Factory 1100 αποδίδει 217 hp, το BMW M 1000 RR 209 hp, το Ducati Panigale V4 του 25 216 hp και το Honda CBR1000RRR 214,5 hp.

Ίδια έμεινε και η σουίτα ηλεκτρονικών βοηθημάτων, με IMU 6 αξόνων και συστήματα Traction Control, Slide Control, Brake Control, Lift Control, Launch Control, και Engine Brake Control. Η μοτοσυκλέτα συνεχίζει να διαθέτει quickshifter και φυσικά Riding Modes που η Yamaha ονομάζει Power selection modes.

Αλλαγή δεν είχαμε ούτε στα όργανα, με την TFT οθόνη να παραμένει ιδιαίτερα μικρή και δυσδιάκριτη, στις 4,2 ίντσες.

Yamaha R1 2025 GYTR

Όσον αφορά στην έκδοση R1 GYTR, αυτή διαθέτει όλες τις αναβαθμίσεις του R1 RACE -πλην των φρένων-, ενώ παράλληλα φέρει και μια σειρά κορυφαίων εξαρτημάτων GYTR με στόχο την αγωνιστική χρήση, τις βελτιωμένες επιδόσεις και το μικρότερο βάρος.

Yamaha R1 2025 GYTR

Στα επιπλέον εξαρτήματα GYTR που φέρει η κορυφαία έκδοση R1 περιλαμβάνονται μαύρο φαίρινγκ από fiberglass (θα έπρεπε να ήταν carbon), ρυθμιζόμενα μαρσπιέ, κλιπ-ον, Racing ECU (SST Spec), αγωνιστική καλωδίωση, Akrapovic τελικό εξάτμισης (και όχι ολόσωμη εξάτμιση), μπουζί, αλυσίδα, ABS emulator, σωληνάκια φρένων, τάπα ρεζερβουάρ μισής στροφής, μανέτες, καλύμματα κινητήρα, ζελατίνα, τακάκια Brembo Z04, αγωνιστικό σταντ, κ.α.

Yamaha R1 2025 GYTR

Τα νέα R1 αναμένεται να γίνουν διαθέσιμα από τον Νοέμβριο του 2024, το μεν R1 RACE από το δίκτυο dealer της Yamaha και το δε R1 GYTR από τα GYTR PRO SHOPS.

Αν θέλουμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα από την παραπάνω αναβάθμιση, είναι πως η Yamaha δεν έχει ακόμα εμπεδώσει τα μαθήματα από τα Πρωταθλήματα MotoGP & WorldSBK, και συνεχίζει και στα μοντέλα παραγωγής μια αργή εξέλιξη που συνεχίζει να τη φέρνει σε δυσμενή θέση απέναντι στον ανταγωνισμό.

Ετικέτες