Αυτό είναι το νέο VFR800X Crossrunner του 2015!

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

10/9/2014

Περιμέναμε νέο Crossrunner, δεν περιμέναμε όμως να το δούμε σήμερα το πρωί, αντί για τέλος του μήνα, και δεν περιμέναμε επίσης να αντιγράφει, κι αυτό, τη Γερμανική σχολή εμφάνισης των μεγάλων μοτοσυκλετών παντός δρόμου! Είχαμε γράψει παλιότερα για την εμφάνισή του ότι μοιάζει με πιγκουίνο, καλά να πάθουμε. Τώρα απλά μοιάζει με τις υπόλοιπες μοτοσυκλέτες της κατηγορίας. Βέβαια τα παραπάνω τα αντιλαμβάνεσαι περισσότερο όταν το κοιτάς από το πλάι, καθώς από μπροστά τα φανάρια του αντιγράφουν το ανανεωμένο VFR 800, στο οποίο άλλωστε βασίζεται εξ ολοκλήρου. Πράγμα φανταστικό σε ότι έχει να κάνει με τον κινητήρα και την απόκριση, γιατί έχουμε οδηγήσει στην Ισπανία το νέο VFR 800 (δεν εισάγεται στην Ελλάδα) και διαπιστώσαμε την μεγάλη βελτίωση στη συμπεριφορά του VTEC. Αν για λόγους πειραματισμού κλείσεις τελείως τα αυτιά σου, για να μην ακούσεις την ολοκληρωτική αλλαγή του ήχου, και επικεντρωθείς τελείως στο δρόμο, τότε θα περάσει κάποιος χρόνος μετά τις 6.500 στροφές, για να αντιληφθείς ότι πλέον λειτουργούν 4 και όχι 2 βαλβίδες ανά κύλινδρο. Τόσο ομαλή είναι η ενεργοποίηση του VTEC, που την πρώτη φορά που θα το οδηγήσεις, μπορεί και να μην το καταλάβεις κατευθείαν! Οι αλλαγές στον V4 κινητήρα των 782 κυβικών έχουν εστιάσει στη λειτουργία των βαλβίδων, την εισαγωγή του αέρα και όλα αυτά με γνώμονα πάντα την ομαλότερη λειτουργία του VTEC. Και πραγματικά έχουν κάνει τη μεγάλη διαφορά. Ούτε μέσα στη στροφή δεν γίνεται πλέον να σε επηρεάσει η λειτουργία του συστήματος. Τουλάχιστον αυτά ίσχυαν στο νέο VFR, και με βάση τα λεγόμενα της Honda, ότι δεν έχουν γίνει αλλαγές σε αυτό τον τομέα και για το Crossrunner, τα θετικά πρέπει να παραμένουν.

Αμάν αυτά τα μαρσπιέ!

Παραμένουν όμως ορισμένα αρνητικά. Το βασικότερο που μπορούμε να διακρίνουμε χωρίς ακόμα να έχουμε καθίσει στη σέλα του, είναι η θέση των μαρσπιέ αναβάτη. Είναι αρκετά πίσω όπως στο πρώτο Crossrunner. Ωστόσο η σέλα μοιάζει πολύ πιο άνετη, με μεγαλύτερη απόσταση από τα μαρσπιέ, και η θέση οδήγησης δεν πρέπει να είναι τόσο σκυφτή όπως στο παλιό. Κι αν στο πρώτο Crossrunner, που ελάχιστα διέφερε από ένα VFR, ήταν δύσκολο να γίνουν αλλαγές στα μαρσπιέ, τώρα που έχει γίνει νέος σχεδιασμός, θα μπορούσαν να είχαν βελτιώσει τα πράγματα και σε αυτό το σημείο. Παραμένει βέβαια το ίδιο πλαίσιο, αν και τώρα θα έχει σίγουρα αλλαγές στο λαιμό. Η τακτική της Honda είναι να αλλάζει πάντα το λαιμό και τη γεωμετρία του, όταν αλλάζουν οι αναρτήσεις. Οι αναρτήσεις έχουν επιτέλους μεγαλύτερη διαδρομή, κατά 25mm μπροστά και 28mm πίσω. Παραμένει επίσης το σήμα κατατεθέν, το μονόμπρατσο ψαλίδι, όπως και οι 17 ιντσών τροχοί. Θα το προτιμούσαμε με 19 ιντσών μπροστά, αλλά ο χαρακτήρας αυτής της μοτοσυκλέτας είναι πιο ασφάλτινος και ταξιδιάρικος. Οπότε οι αλλαγές στη σέλα, που δείχνει να είναι πλέον πιο ευρύχωρη, και ο όγκος της μοτοσυκλέτας που έχει αυξηθεί, ευνοούν αυτόν τον προσανατολισμό. Αν προσφέρει και καλύτερη προστασία από τον αέρα, σε σύγκριση με τη μοτοσυκλέτα του 2011, τότε θα έχει πετύχει την ολοκληρωτική αλλαγή. Γιατί εμφανισιακά αυτό δηλώνει, ότι δεν έχει σχέση με το προηγούμενο, και ότι δεν είναι απλά ένα VFR με το τιμόνι ψηλότερα.

Στο βασικό εξοπλισμό θα έχει επίσης ABS που μπροστά ενεργεί σε δύο δίσκους 310mm με ακτινικές δαγκάνες τεσσάρων εμβόλων. Αν λειτουργεί όπως ακριβώς και στο νέο VFR, τότε θα είναι απροβλημάτιστο ακόμα και σε συνθήκες χαμηλής πρόσφυσης και απότομου φρεναρίσματος, χωρίς να αμολά μπροστά ή να παρουσιάζει ανάδραση στη μανέτα. Η Honda χρησιμοποιεί την ονομασία HSTC (Honda Selectable Torque Control) για να περιγράψει τη λειτουργία του Traction Control που έχει τρεις καταστάσεις λειτουργίας, μαζί με την off. Τα αρχικά παραπέμπουν στον τρόπο με τον οποίο ενεργεί, και μένει να αποδειχτεί στο δρόμο πόσο ομαλή είναι η παρέμβασή του.

Το Crossrunner θα έχει επίσης τα νέα αυτόματα φλας που η Honda έβαλε στο VFR, πράγμα πιο σύνθετο απ’ ότι ακούγεται. Μπορεί να το έχουμε συνηθίσει στα αυτοκίνητα, αλλά εκεί τα πράγματα είναι εύκολα γιατί υπάρχει τιμόνι. Στη μοτοσυκλέτα που στρίβει με γυροσκοπικό φαινόμενο χωρίς να στρίβει και το τιμόνι, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα. Για παράδειγμα όταν γίνεται έξοδος από έναν αυτοκινητόδρομο, το φλας χρειάζεται, αλλά το τιμόνι δεν στρίβει. Άρα η μοτοσυκλέτα πρέπει να αντιλαμβάνεται την κλίση, το γυροσκοπικό και την αυξομείωση της ταχύτητας, μόνο και μόνο για να γνωρίζει πότε πρέπει να σβήσει τα φλας!

Τα φώτα είναι LED και επίσης έχει θερμαινόμενα γκριπ στον βασικό εξοπλισμό. Το Crossrunner γίνεται πλέον ένα ξεχωριστό μοντέλο, αποκτώντας τη δική του ταυτότητα, και παύει να είναι μια αντιγραφή των μεταλλαγμένων για Gymkhana VFR που χρησιμοποιούσαν στην Ιαπωνία. Τέλος του μήνα θα το δούμε και από κοντά…

 

Η λειτουργία των αυτόματων φλας

Για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα της Honda (VFR800F 2014), τοποθετούνται φλας που σβήνουν αυτόματα. Δεν θα άξιζε να εστιάσουμε καθόλου αν απλά μετρούσαν αντίθετα κάποιο διάστημα χρόνου για να σβήσουν, ωστόσο η Honda κατέληξε σε συνολικά τρεις διαφορετικούς τρόπους υπολογισμού για την ακύρωσή τους. Παρόλο αυτά πάλι θα υπάρξει στιγμή που θα το κάνεις μόνος σου, μην μπορώντας να περιμένεις, ωστόσο η προσέγγισή τους είναι σωστή και κατά ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει γρηγορότερα από τον αριστερό σου αντίχειρα. Χρησιμοποιεί την μονάδα του ABS και τους αισθητήρες ταχύτητας των τροχών για να προσδιορίσει την ακριβή τους ταχύτητα, καθώς και την σχετική. Όταν ανάψει το φλας βλέπει αν υπάρχει διαφορά στην ταχύτητα του εμπρός με του πίσω τροχού. Επειδή όταν στρίβει μια μοτοσυκλέτα ο εμπρός τροχός διαγράφει μεγαλύτερο τόξο στροφής από τον πίσω, υπάρχει διαφορά ταχύτητας, και έτσι τα φλας του VFR καταλαβαίνουν ότι η μοτοσυκλέτα στρίβει και δεν προσπερνά απλώς. Οπότε από τη στιγμή που ανάβουν τα φλας και υπάρχει διαφορά ταχύτητας, η μονάδα περιμένει η σχετική ταχύτητα των τροχών να μηδενιστεί και αμέσως σβήνει τα φλας. Για τις προσπεράσεις όμως που οι τροχοί έχουν την ίδια ταχύτητα, τα φλας σβήνουν μετά από εκατόν είκοσι μέτρα απόστασης, αν η ταχύτητα είναι κάτω από πενήντα χιλιόμετρα, ή επτά δευτερόλεπτα, αν η ταχύτητα είναι μεγαλύτερη. Εδώ είναι που πολλές φορές θα θέλεις να τα κλείσεις μόνος σου, γιατί επτά δευτερόλεπτα είναι αρκετός χρόνος

     

-----------------------

 

 

Η πορεία των τετράχρονων V4 της Honda

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δούμε το πώς χτίστηκε ένας ζωντανός, ακόμα και τώρα, μύθος για τους V4 της Honda και πιο συγκεκριμένα για το VFR. Ένας μύθος που μεσουρανούσε ήδη την εποχή που παρουσιάστηκε το πρώτο VF, επηρεάζοντας έτσι σημαντικά την αποδοχή του μοντέλου, πριν ακόμη αυτό οδηγηθεί, ενώ συντροφεύει ακόμα και σήμερα όλα τα VFR! Το 1977 η Honda ανακοινώνει ότι θα επιστρέψει στο παγκόσμιο GP σε δύο χρόνια, σταματώντας τα δεκαετή "μούτρα" στην διοργάνωση, που ξεκίνησαν το 1968, όταν και αποχώρησε από τους αγώνες. Το ‘68 οι κανονισμοί άλλαξαν περιορίζοντας τους κυλίνδρους σε τέσσερις, δίνοντας έτσι ένα σοβαρό πλεονέκτημα στις δίχρονες μοτοσυκλέτες. Οπότε η Honda, ως παραδοσιακός υποστηρικτής των τετράχρονων κινητήρων, αποφάσισε ότι αποχωρεί. Δεν ήταν άλλωστε και λίγο αυτό για τον Soichiro Honda, που είχε αποκαλέσει τις δίχρονες μοτοσυκλέτες "βρώμικες" και είχε εστιάσει στην εξέλιξη των τετράχρονων κινητήρων, κυρίως για την καλύτερη ενεργειακή τους απόδοση. Από την άλλη, αυτή η χαμένη δεκαετία στέρησε από τη Honda ένα τεράστιο πεδίο δοκιμών, κινδυνεύοντας να γίνει η αιτία της αποκαθήλωσης από το βωμό του τεχνολογικά πιο προηγμένου κατασκευαστή. Η εταιρεία βλέποντας τον κίνδυνο αυτό, κατέφυγε σ’ ένα μάλλον απλοϊκό πλάνο. Έδωσαν τρία δισεκατομμύρια γεν στον κ. Koichi Yanase, έναν από τους manager του εργοστασίου της Suzuka, και μια άδεια να οργανώσει από το μηδέν μια εκατονταμελή ομάδα με σκοπό να κερδίσει τον πρώτο τίτλο μέσα σε τρία χρόνια. Ο Yanase ονόμασε το project "κερδίζω τίτλο σε τρία χρόνια" με την κωδική ονομασία NR, συντομογραφία του "New Racing", και αποφάσισε επίσης να μην αντιμετωπίσει με ίσους όρους τα δίχρονα των υπόλοιπων κατασκευαστών. Πιστός στους λόγους που έκαναν την Honda να αποχωρήσει πριν από δέκα χρόνια, διάλεξε να φτιάξει έναν τετράχρονο κινητήρα, και ξεκίνησε συγκρίνοντας τα όρια των τετράχρονων και των δίχρονων. Γρήγορα υπολόγισε ότι για να είναι ανταγωνιστικός χρειαζόταν έναν κινητήρα που θα ανέβαζε 23.000 στροφές, με απόδοση περίπου 130 ίππων. Κι αυτό για έναν τετράχρονο με τα δεδομένα της εποχής, σήμαινε τεράστιες ανάγκες σε τροφοδοσία καυσίμου και αέρα, κατά συνέπεια περισσότερες βαλβίδες, κάτι όμως πρακτικά αδύνατο χωροταξικά σε έναν τετρακύλινδρο, ιδιαίτερα για μια κεφαλή σε κινητήρα πεντακοσίων κυβικών. Στα χαρτιά όλα αυτά φαινόντουσαν εύκολη υπόθεση για έναν V8, ωστόσο ίσχυε ακόμη ο περιορισμός των τεσσάρων κυλίνδρων. Η διάταξη V κέρδιζε εκείνη την εποχή ολοένα και περισσότερο έδαφος και χρόνια μετά, το 1982, άφησε εποχή το δίχρονο YZR500 της Yamaha που κέρδιζε τα πρωταθλήματα. Ίσως εξαιτίας αυτής της φήμης του, να διαβάζετε λανθασμένα στην Wikipedia ότι υπήρξε γενικώς το πρώτο V στα GP...

Η ομάδα λοιπόν σκαρφίστηκε την ιδιοφυή λύση να φτιάξει πράγματι κάτι σαν V8, με 32 βαλβίδες και οκτώ μπιέλες, και απλά να "ενώσει" τα πιστόνια, ώστε να είναι εντός του κανονισμού για αυστηρά τετρακύλινδρο κινητήρα, φτιάχνοντας έτσι την πρώτη μοτοσυκλέτα με οβάλ πιστόνια. Έχοντας να λύσουν άπειρα κατασκευαστικά θέματα σ’ έναν τέτοιο κινητήρα που απαιτούσε πρωτόγνωρη μηχανολογική ακρίβεια, όταν παράλληλα ο όγκος και το βάρος του έπρεπε να είναι τα ελάχιστα δυνατά, οι μηχανικοί της Honda δούλευαν χωρίς ωράριο και με την γκιλοτίνα της έναρξης του πρωταθλήματος να γυαλίζει πάνω από το λαιμό τους. Τελικά πρόλαβαν με το ζόρι το πρωτάθλημα του ΄79 αντιμετωπίζοντας όμως πολλά προβλήματα, τα οποία και συνεχίστηκαν αμείωτα τις επόμενες χρονιές χωρίς να καταφέρνουν κάποια νίκη στα GP. Όμως αυτό δεν οφειλόταν τόσο στην NR500 που είχε καταφέρει την τρίτη χρονιά να φτάσει την απόδοση και το επίπεδο αξιοπιστίας που χρειαζόταν, όσο στην απειρία της ομάδας που τότε αποκτούσε στρατηγική και αγωνιστική εμπειρία. Η απουσία μιας δεκαετίας είχε σημαντικό αντίκτυπο. Ένα καλό παράδειγμα είναι ότι αρχικά είχαν την λανθασμένη εντύπωση πως το έντονο φρένο κινητήρα της NR500, σε σχέση με τους δίχρονους ανταγωνιστές της, θα προσφέρει αυξημένο έλεγχο στην είσοδο των στροφών!

Επειδή όμως πέρα από τις όποιες τεχνικές δυσκολίες, έπρεπε ταυτόχρονα να μείνουν πιστοί στο αρχικό πλάνο, "πρωτάθλημα σε τρία χρόνια", το νεοδημιούργητο τότε HRC, αποφάσισε να παρατήσει τα πρωτοποριακά προγράμματα και να ακολουθήσει τους υπόλοιπους. Μέσα σε σχεδόν μισή σεζόν, έφτιαξε μια ολοκαίνουρια δίχρονη μοτοσυκλέτα, την NS500, με τον V3 κινητήρα (και όχι το V3 δεν είναι ορθογραφικό λάθος) πετυχαίνοντας τελικά το στόχο στα πέντε, αντί για τα τρία χρόνια. Οπότε η διάταξη V δεν έφυγε ποτέ, η NS500 έδωσε τη θέση της στο θρύλο της Honda, την NSR500 με τον δίχρονο V4, ακολούθησαν τα πρώτα MotoGP με την RC211V αρχικά που είχε V5 990 κυβικών, ενώ με την μείωση του κυβισμού επέστρεψε και εκεί ο V4.

Από την αρχή της δεύτερης περιόδου ενασχόλησης της Honda με τα GP, σχεδόν 35 χρόνια τώρα, η διάταξη V δεν εγκαταλείφτηκε ποτέ, εξαιτίας των χωροταξικών πλεονεκτημάτων που προσφέρει και του συνδυασμού αποθεμάτων ροπής και ευστροφίας. Όμως, πέρα από την επιτυχία των δίχρονων NS500 και αργότερα των NSR500, η Honda βρέθηκε στα τέλη του ’80 μ’ έναν μοναδικό κινητήρα στα χέρια της, με οβάλ πιστόνια και εκπληκτικά χαρακτηριστικά, που αποφάσισε ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψει ανεκμετάλλευτο. Η NR750 έκανε το ντεπούτο της στο Le Man το 1987, και τον Μάιο του 1992, έχοντας λύσει τα προβλήματα που απαιτεί η μαζική παραγωγή, η NR "βγήκε στις αγορές". Η περιορισμένη παραγωγή και ο μύθος που ακολουθούσε την μοτοσυκλέτα, αναβάθμισε σε άθλο απλά και μόνο να μπει κανείς στην ουρά των παραγγελιών. Όμως, όταν πρόκειται για τέτοιες εμπειρίες, το ΜΟΤΟ δεν αφήνει περιθώρια. Η ΠΡΩΤΗ μοτοσυκλέτα που πέρασε στην Ευρώπη, η NR με αριθμό πλαισίου 0044, αγοράστηκε από το περιοδικό για να την οδηγήσει και να την δυναμομετρήσει. Η αγορά ήταν για την NR ο μοναδικός τρόπος να βρεθούμε στη σέλα της! Η δυναμομέτρηση εκείνη ήταν η πρώτη ανεξάρτητη, και η φήμη του περιοδικού μας εκτοξεύεται τότε σε όλη την Ευρώπη. Ο αντίκτυπος όλων αυτών, συνόδευε τα VFR που τα κάλυπτε πάντα η αύρα της μοτοσυκλέτας με τα οβάλ πιστόνια, στη συνείδηση του κόσμου. Η πραγματική εξαργύρωση για τη Honda έρχεται όμως το 1994 στην τρίτη γενιά του VFR, το οποίο αντέγραψε το στυλ και την εμφάνιση της NR, και έγινε ούτε λίγο ούτε πολύ, η εξωτική μοτοσυκλέτα που ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει!

Voge Modern Classics - Η vintage αισθητική σε πρώτο πλάνο

Ολοκληρωμένη γκάμα με πέντε μοτοσυκλέτες, που οδηγούνται και με Α2 δίπλωμα
Advanced Classic range - VOGE
Κώστα Γκαζή
Από τον

Κώστα Γκαζή

4/9/2024

Με vintage αισθητική και σύγχρονη τεχνολογία, η γκάμα των νέο-ρετρό μοντέλων της Voge αριθμεί 5 μοντέλα, τα οποία μπορούν να οδηγηθούν και από αναβάτες με A2 δίπλωμα.

Ακολουθεί το δελτίο τύπου της Voge:

"Όπως κάθε μοντέλο της Voge, οι πέντε εκπρόσωποι της κατηγορίας Modern Classic χαρακτηρίζονται από ποιότητα κατασκευής που εγγυάται premium χαρακτήρα και μοναδική αξιοπιστία σε βάθος χρόνου. Προσφέροντας τον ιδανικό συνδυασμό στη σχέση αξίας–τιμής, δίνουν τη δυνατότητα σε όλο τον κόσμο να απολαμβάνει καθημερινά μετακίνηση σε άλλο επίπεδο. Μαγνητίζουν τα βλέμματα χάρη στην ξεχωριστή τους σχεδίαση και τη σημασία στη λεπτομέρεια, παράλληλα είναι ιδανικά για να μυήσουν τους νέους αναβάτες κατόχους διπλώματος Α2 στον κόσμο των δύο τροχών.

Η γκάμα Advanced Classic της Voge περιλαμβάνει μοντέλα με κινητήρες 300 έως 500cc, με τις τιμές τους να είναι άκρως φιλικές καθώς ξεκινούν από τα 3.995€ και φτάνουν μέχρι τα 5.995€.

300AC

Voge 300AC

Διαθέτει μονοκύλινδρο υγρόψυκτο κινητήρα 300cc που αποδίδει 29Hp και 25Nm ροπής. Η ύπαρξη αντικραδασμικού άξονα εγγυάται μία απόλυτα γραμμική και βελούδινη λειτουργία χωρίς κραδασμούς, με την πατενταρισμένη τεχνολογία αγωγών λίπανσης να επιτρέπει την κατασκευή σε compact διαστάσεις με σημαντικό περιορισμό του όγκου. Ο εξοπλισμός περιλαμβάνει δικάναλο ABS τελευταίας γενιάς της Bosch, τρία δισκόφρενα, μπροστινή ανάρτηση με ανεστραμμένο πιρούνι, πίσω μονό ρυθμιζόμενο αμορτισέρ με μοχλικό σύστημα, προστατευτική ποδιά κινητήρα, ψηφιακό πίνακα οργάνων LCD, φώτα full Led και θύρα USB. Εντυπωσιακά, αν μη τι άλλο, το πλαίσιο χωροδικτύωμα και το ασύμμετρο ψαλίδι, δένουν αρμονικά με το περίτεχνο Inox τελικό της εξάτμισης και τις πανέμορφες χυτές αλουμινένιες ζάντες. Τιμή 3.995€

300ACX

VOGE 300ASX

Η σημασία στη λεπτομέρεια είναι αυτή που κεντρίζει το ενδιαφέρον, με το 300ACX να ξεχωρίζει σε κάθε του σημείο, όντας μια μοτοσυκλέτα που γεννήθηκε για να ελκύει βλέμματα και θαυμασμό. Κύρια διαφορά σε σχέση με την έκδοση 300AC αποτελεί η χρήση αλουμινένιων τροχών με ακτινωτές ζάντες και ελαστικά διπλής χρήσης, δίνοντας στο μοντέλο χαρακτήρα Scrambler. Παράλληλα, έχει τοποθετηθεί μια αεροδυναμική ζελατίνα πάνω από τον προβολέα Led, με τη στήριξη του πίσω φτερού και της βάσης πινακίδας κυκλοφορίας να βρίσκεται στο υποπλαίσιο και όχι στο ψαλίδι. Τιμή 3.995€

350AC

VOGE 350AC

Ένα roadster σε κλασσικό διαχρονικό στυλ, που συνδυάζει μια γυμνή μοτοσυκλέτα δρόμου με τις παραδοσιακές γραμμές ενός μοντέλου Scrambler. Διαθέτει υγρόψυκτο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα με τετραβάλβιδες κεφαλές και 2 ΕΕΚ, που αποδίδει ισχύ 41Hp και ροπή 31Nm. Το μπλοκ των κυλίνδρων είναι κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από κράμα αλουμινίου με σύνθετη επίστρωση νικελίου, πυριτίου και άνθρακα. Το έμβολα είναι σφυρήλατα, βελτιώνοντας με τον τρόπο αυτό τόσο την ισχύ όσο και την αντοχή του κινητήρα σε υπερθέρμανση και φθορές. Η δύναμη που περνάει στο δρόμο διαχειρίζεται μέσα από ένα νέο μηχανικό κιβώτιο 6 σχέσεων και ελέγχεται από έναν επίσης νέο συμπλέκτη assist+sleeper (περιορισμένης ολίσθησης με υποβοήθηση). Όλα τα φωτιστικά σώματα είναι τεχνολογίας Led, με τον εξοπλισμό να περιλαμβάνει έγχρωμη οθόνη TFT 5” υψηλής ανάλυσης και θύρα USB. Τιμή 4.795€

500AC

VOGE 500AC

Ο δικύλινδρος εν σειρά κινητήρας των 471cc είναι ένα σύγχρονο υγρόψυκτο μηχανικό σύνολο με αντικραδασμικό άξονα, τετραβάλβιδες κεφαλές και 2 επικεφαλής εκκεντροφόρους. Αποδίδει 47Hp και η λειτουργία του δίνει έμφαση στο τρίπτυχο ροπή, αξιοπιστία και χαμηλή κατανάλωση. Η αναλογία βάρους της μοτοσυκλέτας βρίσκεται στο ιδανικό 50:50, κάτι που εγγυάται κορυφαία οδική συμπεριφορά και μεγάλη ευκολία οδήγησης. Το μοντέλο διαθέτει μία υψηλής ευκρίνειας έγχρωμη οθόνη TFT 5″ με ποικίλους τρόπους απεικόνισης των όλων λειτουργιών της και αυτόματη ρύθμιση φωτεινότητας ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες (Day/Night). Διαθέτει ακόμα και συνδεσιμότητα bluetooth, κάτι που επιτρέπει στον αναβάτη να βλέπει όλες τις ειδοποιήσεις του τηλεφώνου του! Είναι πλούσια εξοπλισμένο, με κορυφαία περιφερειακά (αναρτήσεις Kayaba, φρένα Nissin, ABS και ψεκασμό Bosch) και με Full LED φωτιστικά σώματα, θύρα USB, ρυθμιζόμενες μανέτες και προστατευτική ποδιά κινητήρα! Τιμή 5.995€

AC525X

AC525X

Το ΑC525X είναι το πρώτο μέλος της οικογένειας Advanced Classic που χρησιμοποιεί το νέο δικύλινδρο εν σειρά κινητήρα μεσαίου κυβισμού της Voge (494cc, 47,6Hp) και ασπαζόμενο ευλαβικά τον όρο Scrambler φέρνει την τεχνολογική εξέλιξη σε πρώτη γραμμή. Η σχεδίαση και κατασκευή του νέου AC525X είναι μια προσεκτική μίξη κλασικών και μοντέρνων στοιχείων, κομψών σχημάτων και τεχνολογικών εφαρμογών. Οι γραμμές του σχεδιάστηκαν ως φόρος τιμής στις πιο ρομαντικές σελίδες της μοτοσυκλέτας και δεν αφήνουν αδιάφορους ούτε τους νεότερους αναβάτες. Ο στάνταρ εξοπλισμός περιλαμβάνει συμπλέκτη περιορισμένης ολίσθησης, φωτιστικά Full Led, οθόνη TFT με πλήρεις ενδείξεις και αυτόματη εναλλαγή φωτισμού ημέρας/νύχτας, συνδεσιμότητα Blue Tooth, πρίζα USB και προστατευτική ποδιά κινητήρα. Τα περιφερειακά είναι κορυφαίων προδιαγραφών και αφορούν σε αναρτήσεις Kayaba (KYB), φρένα Nissin με πλευστά δισκόφρενα μαργαρίτα, ψεκασμό και ABS Bosch. Οι ακτινωτοί τροχοί διαθέτουν ελαστικά μικτής χρήσης, δίνοντας τη δυνατότητα χρήσης και σε χωμάτινες επιφάνειες. Τιμή 5.945€"

Περισσότερα για τη γκάμα μοντέλων Modern Classic της Voge μπορείτε να δείτε ΕΔΩ. 

Ετικέτες