H BMW είναι η πρώτη εταιρεία που ξεκινά τον "χορό" των παρουσιάσεων, καθώς βρίσκεται και εντός έδρας στη Γερμανία, ρίχνοντας το βάρος κυρίως στον εμπλουτισμό της οικογένειας των R NineT με δύο νέες εκδόσεις, εντάσσοντας όμως πινελιές ανανέωσης σχεδόν σε ολόκληρη την γκάμα της. Από τους τετρακύλινδρους κινητήρες που εναρμονίζονται πλέον με τις προδιαγραφές Euro 4, μέχρι την "φαμίλια" των GS που αποκτά νέες εκδόσεις περισσότερο στοχευμένες σε πιο εξειδικευμένο κοινό. Φυσικά δεν μπορούσε να λείψει και η έντονη παρουσία των νέων τεχνολογιών, τόσο με την αναβάθμιση των ηλεκτρικών scooter της, μέχρι τον καινούργιο ηλεκτρονικό εξοπλισμό του ανανεωμένου K1600GT.
C Evolution
Ηλεκτρικό scooter μεγάλων αποστάσεων
Η BMW παρουσίασε τις δύο νέες εκδόσεις του project C Evolution, την Long Range και την έκδοση που πληροί τις προδιαγραφές για την κατηγορία Α1 διπλωμάτων στην Ευρώπη, οι οποίες θα έχουν αυτονομία της τάξης των 160km και 100km αντίστοιχα.
η οθόνη προέρχεται από την σειρά 1 των αυτοκινήτων της BMW!
Η σημαντική διαφορά έχει να κάνει με τις νέες μπαταρίες που χρησιμοποιεί η σειρά C Evolution χωρητικότητας 94Ah, ίδιες με αυτές που διαθέτει το BMW i3. Η δωρεά τεχνολογίας από το χώρο των ηλεκτρικών αυτοκινήτων όμως δεν σταματά εκεί, καθώς και τα ψηφιακά όργανα προέρχονται από τη σειρά i1 και i3.
Το καλώδιο της φόρτισης έχει μικρύνει σε διάμετρο, ενώ πλέον στον κατάλογο με τα προαιρετικά αξεσουάρ συμπεριλαμβάνεται και βάση για κινητό τηλέφωνο.
Η έκδοση Long Range έχει μια σταθερή απόδοση 19kW (26 ίπποι), δηλαδή σχεδόν 11 ίππους περισσότερους από τον προκάτοχό του. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, η αυτονομία του μπορεί να φτάσει τα 160 χιλιόμετρα και η μέγιστη ταχύτητα που μπορεί να αναπτύξει είναι τα 129km/h.
Αντίστοιχα, η έκδοση για την κατηγορία Α1, αποδίδει 11kW (15 ίππους), με αυτονομία 100km και μέγιστη τελική τα 120km/h.
Και οι δύο εκδόσεις παράγονται με το νέο χρωματικό συνδυασμό (Metallic Silver και Electric Green όπως τον ονομάζει η BMW) που "παντρεύεται" με τα νέα γραφικά της σειράς.
Πέρα από αυτές τις αλλαγές, τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά παρέμειναν ίδια, όπως η εκμετάλλευση της κινητικής ενέργειας για φόρτιση κατά το φρενάρισμα, η δυνατότητα για ταχεία φόρτιση, η ύπαρξη ABS και τα Led φώτα και φλας.
F800GS Trophy
Πιο hard core
Πρόκειται για μια σπέσιαλ έκδοση που φέρει το λογότυπο του ετήσιου θεσμού της BMW για τους κατόχους της σειράς GS, η οποία πέρα από τα αυτοκόλλητα, και τα διαφορετικά χρώματα, διαθέτει τρακτερωτά ελαστικά και την ψηλότερη σέλα rally των 920mm
R1200GS Adventure Low
Κοντύτερα… στο έδαφος
Μια ακόμη έκδοση των R1200GS βλέπει το φως της παραγωγής, αυτή τη φορά με μικρότερες διαδρομές αναρτήσεων και χαμηλότερο ύψος σέλας (790mm), γεγονός που σημαίνει ότι είναι πιο χαμηλό ακόμη και από την στάνταρ έκδοση των R1200GS!
K1600GT
Ελαφρύτερο και πιο σπορ
Η γκάμα των εξακύλινδρων της BMW εμπλουτίζεται με το ανανεωμένο K1600GT, το οποίο είναι ελαφρύτερο και με πιο σπορ δυνατότητες σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση, ενώ όπως διαπιστώσαμε από κοντά, είναι εξοπλισμένο με συμβατικές τετραέμβολες δαγκάνες και με όπισθεν που ενεργοποιείται μέσω του κουμπιού της μίζας. Τα όργανα είναι φτιαγμένα εξολοκλήρου από την αρχή και το φαίρινγκ έχει επανασχεδιαστεί αεροδυναμικά για καλύτερη προστασία του αναβάτη. Στο K1600GT η BMW εφαρμόζει και για πρώτη φορά σε μοτοσυκλέτα το σύστημα eCall με το οποίο είναι εφοδιασμένα εδώ και αρκετό τα αυτοκίνητα της εταιρείας, το οποίο εκτελεί επείγουσες κλήσεις σε περίπτωση ατυχήματος ή έκτακτης ανάγκης. Πρόκειται για ένα σύστημα που είναι ανεξάρτητο από το κινητό τηλέφωνο του αναβάτη και θα μπορεί να ανιχνεύει όχι μόνο την περίπτωση ατυχήματος αλλά οποιουδήποτε προβλήματος μπορεί να αντιμετωπίσει η μοτοσυκλέτα και στη συνέχει θα καλεί αυτόματα στο κέντρο επικοινωνίας της BMW, όπου το εξειδικευμένο προσωπικό θα μπορεί να κατευθύνει τον αναβάτη να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες. Προς το παρόν, το σύστημα θα υποστηρίζει αρκετές γλώσσες και πολύ σύντομα η υπηρεσία θα είναι διαθέσιμη και στα ελληνικά.
S1000R
Ακονισμένο!
Το streetfighter των Γερμανών ανανεώνεται, αποκτώντας κινητήρα που πληροί τις προδιαγραφές Euro 4, αλλά ταυτόχρονα καταφέρνει να αποδίδει πέντε ίππους παραπάνω (165 από 160) σε σχέση με τον προκάτοχό του. Η μοτοσυκλέτα θα διαθέτει τελικό εξάτμισης από την σειρά HP και το συνολικό βάρος της μοτοσυκλέτας μειώθηκε κατά δύο κιλά, φτάνοντας στα 205 κιλά. Το υποπλαίσιο είναι ελαφρύτερο, ενώ όπως και στο S1000RR το ABS Pro έχει προστεθεί στον έξτρα εξοπλισμό, μαζί με τις ελαφρύτερες ζάντες από την HP.
R NineT Pure
Έτοιμο γιαcustomizing
Η βασική και φθηνότερη έκδοση του R NineT προορίζεται να αποτελέσει την "μαγιά" για customizing από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη της, προσφέροντας μόνο τα βασικά της οικογένειας R NineT. Οι ζάντες και το σελάκι είναι ίδια με του Scrambler (με διαφορετικό όμως κάλυμμα) όπως και το πιρούνι, ενώ το τιμόνι είναι λίγο πιο ψηλό. Η τιμή στο Γερμανία θα είναι στα 12.300 ευρώ και θα είναι στις αγορές από τον Μάρτιο του 2017
R NineT Racer
Όπως πρέπει
Στην επίσημη παρουσίαση της BMW επιβεβαιώθηκε κι αυτό που γράψαμε εδώ χθες για την συγκεκριμένη έκδοση, η οποία έχει σαφείς επιρροές από τα café racer. Το μπικίνι φαίρινγκ με τον στρογγυλό προβολέα και τα κλιπόν που είναι ακριβώς στο ύψος της πάνω πλάκας ακολουθούν τη νέο-ρετρό τάση, ενώ οι διαφορές με την φωτογραφία που δημοσιεύσαμε χθες έχουν να κάνουν με τους ακτινωτούς τροχούς και την εξάτμιση της Akrapovic που διαθέτει η μοτοσυκλέτα που έδειξαν, τα οποία όμως αποτελούν μέρος του προαιρετικού εξοπλισμού. Το πιρούνι είναι συμβατικό, ίδιο με του Scrambler και του Pure, πράγμα που σημαίνει ότι η αρχική έκδοση των R NineΤ θα είναι η μόνη που διαθέτει το ακριβότερο ανεστραμμένο πιρούνι. Το ABS θα ανήκει στον στάνταρ εξοπλισμό, ενώ το ASC θα συγκαταλέγεται στα έξτρα, με την τιμή στην Γερμανία να είναι στα 13.300 ευρώ (με Φ.Π.Α. στο 19%).
S1000RR
Πλέον και Euro 4
To superbike της BMW συμμορφώνεται και αυτό με τις προδιαγραφές Euro 4, ενώ το σύστημα ABS Pro θα βρίσκεται στον έξτρα εξοπλισμό σε αντίθεση με το DTC που θα διατίθεται ως στάνταρ. Το σελάκι του συνεπιβάτη θα είναι κι αυτό στον προαιρετικό εξοπλισμό, αφού ως στάνταρ ο ιδιοκτήτης θα το παραλαμβάνει ως μονόσελο.
Δείτε στο παρακάτω Gallery περισσότερες φωτογραφίες, από το περίπτερο της BMW στην Intermot!
Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
Από τον
Παύλο Καρατζά
29/5/2026
Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.
Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.
Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.
Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.
Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.
Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.
Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:
Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)
Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.
Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.
Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)
Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.
Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.
Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.
Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.
Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)
Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.
Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.
Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)
Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.
Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.
XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)
Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.
Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.
Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)
Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.
Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.
Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.
Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.
Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)
Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.
Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.
Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.
Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)
Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.
Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.
Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.
Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.
Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.
Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.
Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.
DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)
Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.
Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.
Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.
Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.