Δοκιμή Honda CB650R: Στροφή στην διασκέδαση!

Το… Hornet που ονειρευόμασταν
Μπάμπη Μέντη
Από τον

Μπάμπη Μέντη

3/3/2020

Όλα αυτά τα χρόνια, έχουμε οδηγήσει πολλές μικρές και μεσαίου κυβισμού μοτοσυκλέτες της Honda, που ήταν καλές ή πολύ καλές ή ακόμα και εντυπωσιακά καλές. Όμως ελάχιστες από αυτές είχαν κερδίσει κολακευτικά σχόλια για την… διασκεδαστική πλευρά του χαρακτήρα τους. Κι όταν λέμε “διασκεδαστική” δεν εννοούμε την ευρύτερη έννοια της λέξης “διασκέδαση”, αφού ακόμα και μια ήρεμη βόλτα στην παραλιακή με τα πόδια είναι διασκεδαστική. Εννοούμε την σπορ πλευρά της διασκέδασης, αυτή που προέρχεται από την έκκριση αδρεναλίνης. Κι ο βασικός λόγος που σπάνια χαρακτηρίζαμε διασκεδαστική μια μικρή ή μεσαία μοτοσυκλέτα της Honda, είχε να κάνει με το γεγονός πως αυτή η ιαπωνική εταιρεία έχει εμμονή να προσδίδει ομοιογενή χαρακτηριστικά σε κάθε μοντέλο της και σε κάθε λεπτομέρεια. Σπάνια θα βάλει παραπάνω αλάτι ή πιπέρι στη συνταγή και γι΄αυτό όποτε οδηγείς για πρώτη φορά ένα καινούριο μοντέλο της Honda, νοιώθεις σαν να ήταν δικό σου για πολλά χρόνια.

Όμως στο νέο CB650R, φαίνεται πως αποφάσισαν να κάνουν μια εξαίρεση στον κανόνα και να αλλάξουν τις δοσολογίες στα μπαχαρικά! Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως το νέο CB650R ήταν μια πολύ μεγάλη έκπληξη. Από το Hornet 600 έως σήμερα, πάντα μας άρεσαν οι μεσαίες τετρακύλινδρες μοτοσυκλέτες της Honda σε αυτή την κατηγορία. Ήταν εύκολες στην οδήγηση για όλο τον κόσμο, είχαν αρκετά πρακτικό χαρακτήρα για να τις χρησιμοποιείς καθημερινά και όταν ζητούσες το κάτι παραπάνω στις στροφές,  ακολουθούσαν χωρίς διαμαρτυρία τις επιθυμίες σου. Τώρα όμως, το CB650R δεν περιμένει από εσένα να δώσεις τον ρυθμό, αλλά αναλαμβάνει πρωτοβουλία από μόνο του και σε προκαλεί να… στύψεις το γκάζι! Η Honda άλλαξε φιλοσοφία σε δύο τομείς και αυτό ήταν αρκετό για να μεταμορφώσει το μικρότερο σε κυβισμό τετρακύλινδρο που πουλάει στην Ευρώπη. Το πρώτο και βασικότερο είναι η εργονομία της θέσης οδήγησης. Η αισθητική “Neo Sports Café” που δανείζεται από το μεγάλο αδερφό CB1000R, έφερε μαζί της ένα στενό ρεζερβουάρ και ένα ίσιο τιμόνι, τοποθετημένο κοντά στο σώμα σου. Με το που καβαλήσεις πάνω του νομίζεις πως είναι μονοκύλινδρο. Όχι μόνο σε μέγεθος και αίσθηση, αλλά και σε βάρος. Το νέο CB650R έχει στατικά πιο ελαφριά αίσθηση από το δικύλινδρο αδερφάκι του CB500F και ακόμα πιο ελαφριά αίσθηση εν κινήσει.

Ο λόγος που το νοιώθεις πιο ελαφρύ όταν κινείται, έχει να κάνει με την σφιχτή, σπορ ρύθμιση των αναρτήσεων, που δεν επιτρέπουν έντονη μεταφορά βάρος εμπρός-πίσω, διατηρώντας σταθερή τη γεωμετρία της μοτοσυκλέτας και μεταφέροντας άμεσα τις εντολές των χεριών σου. Σε αυτό προσθέστε την πιο “supermoto” στάση του σώματος, που δεν φορτίζει με σωματικό βάρος τα χέρια σου, μειώνοντας τον κόπο κάθε χειρισμού που κάνεις στο ελάχιστο. Στα πρώτα χιλιόμετρα που κάναμε στη σέλα του, νοιώθαμε σαν να οδηγούμε ένα KTM 390 Duke με τετρακύλινδρο κινητήρα και όχι ένα μοντέρνο απόγονο του Hornet 600. Φυσικά ο τετρακύλινδρο κινητήρας είναι το βασικό σημείο αναφοράς και διαφοροποίησης αυτής της μοτοσυκλέτας. Όπως είχαμε γράψει για το νέο Kawasaki Z900, έτσι και στην περίπτωση του CB650R, στις μέρες μας σπανίζουν οι προσιτές οικονομικά μοτοσυκλέτες με τετρακύλινδρους κινητήρες. Με κριτήριο τον κυβισμό και την τιμή, το CB650R είναι η μοναδική τετρακύλινδρη στην κατηγορία, καθώς τα υπόλοιπα street των 650-800cc και με όριο τιμή έως τα 8.250€, έχουν δικύλινδρους εν σειρά, ή V2 κινητήρες, ή μονοκύλινδρους. Το πλεονέκτημα του τετρακύλινδρου κινητήρα είναι φυσικά η ποιότητα λειτουργίας σε όλο το φάσμα στροφών και ιδιαίτερα στις πολύ χαμηλές, όπου δεν σκορτσάρουν. Φυσικά έχουν και μειονεκτήματα έναντι των δικύλινδρων, όπως η ακριβότερη συντήρηση και η αυξημένη κατανάλωση καυσίμου. Ειδικά αν μιλάμε για μικρού κυβισμού (κάτω από 1000cc) τετρακύλινδρους κινητήρες, τότε στα μειονεκτήματα τους θα πρέπει να προσθέσουμε και την ανάγκη να δουλεύουν  σε υψηλές στροφές για να ξυπνήσουν και να έχουν άμεση απόκριση στο γκάζι. Στις μεσαίες και στις χαμηλές στροφές, έχουν μεν εντυπωσιακή ελαστικότητα και μπορούν να τραβάνε με έκτη από τα 40km/h, όμως ο ρυθμός της επιτάχυνσης δεν ενθουσιάζει. Στο νέο CB650R η Honda κατάφερε να λύσει το μεγαλύτερο μέρος αυτών το μειονεκτημάτων με έναν απλό και αξιόπιστο τρόπο, δηλαδή κονταίνοντας γενναία την τελική μετάδοση. Σε συνδυασμό με τις μικρές χειρουργικές επεμβάσεις στη τροφοδοσία, το CB650R έχει απίστευτη ζωντάνια σε όλο το φάσμα των στροφών. Προσθέστε τώρα την ελαφριά αίσθηση, τον μικρό όγκο και τις σπορ αναρτήσεις και θα καταλάβετε γιατί αυτή η μοτοσυκλέτα σε βάζει στην πρίζα να οδηγάς γρήγορα.

Προφανώς αυτή η αλλαγή φιλοσοφίας και η σαφέστατη στροφή προς την διασκέδαση, θα ξενίσει τους παραδοσιακούς πελάτες της Honda. Η άνεση είναι υποτυπώδης και το στενό ρεζερβουάρ είναι… καρυοθραύστης! Επίσης, λόγω κοντής τελικής μετάδοσης η κατανάλωση παρουσιάζει εύκολα μεγάλες διακυμάνσεις και επηρεάζεται πολύ από το στιλ οδήγησης. Με προσοχή στο άνοιγμα του γκαζιού θα δεις κοντά στα 5 και 5,5 λίτρα για κάθε 100 χιλιόμετρα, όμως λίγο να ξεχαστείς με το γκάζι θα θες πάνω από 7 λίτρα. Ακόμα κι έτσι όμως, ο νέος σπορ χαρακτήρας του CB650R μας αρέσει περισσότερο από την προηγούμενη “γενικής χρήσεως” φιλοσοφία της Honda. Τολμάμε να πούμε πως το CB650R μας αρέσει περισσότερο από τον μεγάλο του αδερφό CB1000R, έστω κι αν σε επίπεδο ποιότητας υλικών και φινιρίσματος είναι ένα σκαλί κάτω. Επίσης ένα σκαλί κάτω είναι και σε επίπεδο τεχνολογίας των ηλεκτρονικών βοηθημάτων.

Το ABS είναι παλαιού τύπου και επεμβαίνει πρόωρα. Οπότε ναι μεν οι νέες ακτινικές δαγκάνες από CBR 600 RR που έβαλαν έχουν περισσότερη δύναμη πέδησης και ακρίβεια, αλλά το πλεονέκτημά τους ακυρώνεται από την λειτουργία του ABS. Όπως αναχρονιστική είναι και η λειτουργία του traction control, λόγω απουσίας ride by wire ψεκασμού. Με τον συμβατικό ψεκασμό δεν υπάρχει η δυνατότητα να ρυθμιστεί το άνοιγμα των πεταλούδων αυτόνομα, οπότε το traction control επεμβαίνει στην ηλεκτρονική κόβοντας επιλεκτικά το ρεύμα στον κινητήρα. Όχι ό,τι καλύτερο να σου συμβεί τη στιγμή που προσπερνάς… Γενικά η Honda έχει χάσει το τρένο της τεχνολογίας στα ηλεκτρονικά και γι΄αυτό τα πήρε έτοιμα από την Bosch για το νέο Fireblade. Πάντως στο CB650R δεν μας νοιάζει η κακή λειτουργία του traction control, διότι χάρη στο συμβατικό ψεκασμό κάνει καταπληκτικές σούζες διαρκείας με το traction control στο off, που καμία μοτοσυκλέτα με ride by wire ψεκασμό δεν πλησιάζει καν σε ακρίβεια χειρισμού του γκαζιού.

      

ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ                              CB650 R
Αντιπρόσωπος:
Σαρακάκης Α.Ε.
Τιμή:
8.250€
 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ
Μήκος (mm):
2.110
Ύψος (mm):
1.075
Μεταξόνιο (mm):
1.450
Απόσταση από το έδαφος (mm):
150
Ύψος σέλας (mm):
810
Ίχνος (mm):
101
Γωνία κάστερ (˚):
25,3
Απόσταση σέλας - τιμονιού (mm):
650
Απόσταση σέλας - μαρσπιέ (mm):
470
Απόσταση μαρσπιέ - τιμονιού (mm):
860
Απόσταση πίσω σέλας - πίσω μαρσπιέ (mm):
400
 
ΠΛΑΙΣΙΟ
Τύπος:
Ατσάλινο μιας δοκού
Πλάτος (mm):
775
Βάρος κατασκευαστή, κενή / γεμάτη (kg):
-/208
 
ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ
Τύπος:
Τετράχρονος, υδρόψυκτος τετρακύλινδρος με 2ΕΕΚ και 4 Β/Κ
Διάμετρος επί διαδρομή (mm):
67 x 46
Χωρητικότητα (cc):
649
Σχέση συμπίεσης:
11,4:1
Ισχύς (ΗΡ/rpm):
89,8/ 11.000
Ροπή (kg.m/rpm):
6,5/ 8.000
Ειδική ισχύς (ΗΡ/l):
138,3
Τροφοδοσία:
Ηλεκτρονικός ψεκασμός PGM-FI
Σύστημα εξαγωγής:
4 σε 1
Σύστημα λίπανσης:
Υγρό κάρτερ
Σύστημα εκκίνησης:
Μίζα
 
208ΜΕΤΑΔΟΣΗ
Συμπλέκτης:
Υγρός πολύδισκος
Πρωτεύουσα μετάδοση :
Με γρανάζια
Τελική μετάδοση:
Με αλυσίδα
 
ΠΙΣΩ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Ένα αμορτισέρ
Διαδρομή (mm):
 
Ρυθμίσεις:
Προφόρτιση σε 7 θέσεις
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
 
Ελαστικό:
180/55-17
Πίεση (Psi):
42
ΦΡΕΝΟ
 
 
ΟΡΓΑΝΑ / ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Ψηφιακός πίνακας οργάνων με ενδείξεις για στροφές, ταχύτητα, στάθμη καυσίμου, ώρα, δύο μερικούς και έναν ολικό χιλιομετρητή, μέση και στιγμιαία κατανάλωση. Ενδεικτικές λυχνίες για νεκρά, φλάς, στάθμη λαδιού, θερμοκρασία νερού, φώτα πορείας
 
ΕΜΠΡΟΣ
ΑΝΑΡΤΗΣΗ
Τηλεσκοπικό πιρούνι
Διαδρομή/Διάμετρος (mm):
 
Ρυθμίσεις:
 
ΤΡΟΧΟΣ
Ζάντα:
 
Ελαστικό:
120/70-17
Πίεση (Psi):
36
ΦΡΕΝΟ
Δύο δίσκοι 320mm με τετραπίστονες ακτινικές δαγκάνες
 
 
 
 
ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ
Μέση
5,8
Ελάχιστη
5,0
Μέγιστη
7,5
Αυτονομία (km):
204
Αυτονομία ρεζέρβας (km):
-
Ρεζερβουάρ / ρεζέρβα (l):
17,3 / -
 
 
 
 

 


 

                      

Ducati Collezione 100: Αναβίωση δέκα ιστορικών μοτοσυκλετών σε σύγχρονα μοντέλα περιορισμένης παραγωγής

Σε συνέχεια των εορτασμών για τα 100 χρόνια της εταιρείας
cover
Από τον

Παύλο Καρατζά

29/5/2026

Δέκα σημαντικές στιγμές στην ιστορία της Ducati ενέπνευσαν ισάριθμες μοναδικές μοτοσυκλέτες, που θα κατασκευαστούν σε μόλις εκατό μονάδες η καθεμία.

Η πίστα του Mugello, όπου οι Desmosedici MotoGP έχουν γράψει πολλές και αξέχαστες σελίδες στην αγωνιστική ιστορία της Ducati, αποτελεί το σκηνικό για την παρουσίαση της Collezione 100. Δέκα μοτοσυκλέτες σε περιορισμένη έκδοση 100 κομματιών η καθεμία, που δημιουργήθηκαν για να σηματοδοτήσουν τα 100 χρόνια ζωής του του κατασκευαστή με έδρα το Borgo Panigale.

Κάθε μοντέλο έχει αποκλειστικό χρωματισμό για την συλλογή αυτή και χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου, στο τιμόνι και στην πινακίδα. Στη συλλογή αυτή τα V2 μοντέλα ξεχωρίζουν καθώς φορούν για πρώτη φορά ξηρό συμπλέκτη.

Κάθε μοτοσυκλέτα συνοδεύεται από ένα ειδικό πίσω σταντ, φινιρισμένο στα ίδια χρώματα με την εμφάνιση, ένα κάλυμμα μοτοσυκλέτας και ένα πιστοποιητικό γνησιότητας. Κάθε ιδιοκτήτης της συλλογής Collezione 100 μπορεί να ολοκληρώσει την εμφάνισή του με ένα κράνος κι ένα μπουφάν σε περιορισμένη έκδοση.

Η Collezione 100 αποτελεί έναν ακόμη σύνδεσμο μεταξύ της Ducati και του κόσμου της τέχνης. Ο Ugo Nespolo, μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες της ιταλικής τέχνης στα τέλη του 20ού αιώνα και παθιασμένος λάτρης της Ducati, συμμετείχε σε αυτό το εγχείρημα. Κάθε μοντέλο της συλλογής 100 θα συνοδεύεται από ένα ζευγάρι αριθμημένων καλλιτεχνικών εκτυπώσεων που φέρουν τον ίδιο σειριακό αριθμό με τη μοτοσυκλέτα και είναι υπογεγραμμένες από τον ίδιο τον Nespolo, ο οποίος έχει ερμηνεύσει κάθε μοντέλο της συλλογής 100 και την ιστορική μοτοσυκλέτα που ενέπνευσε τη διακόσμησή της με το δικό του, πολύχρωμο και δυναμικό στυλ.

Η παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Mugello, όπου οι Marc Marquez και ο Pecco Bagnaia παρουσίασαν τις μοτοσυκλέτες της Ducati Lenovo Team MotoGP, με ειδική εμφάνιση για το Ιταλικό GP. Το σχέδιο συνδυάζει ιστορικά λογότυπα της Ducati εμπλουτισμένα με δυναμικά γεωμετρικά μοτίβα στα φέρινγκ όλων των μοτοσυκλετών της επετειακής αυτής συλλογής. Η επόμενη ευκαιρία για να δει το κοινό από κοντά τη Collezione 100 θα είναι στη World Ducati Week, όπου θα μπορεί να τη θαυμάσει σε έναν χώρο αφιερωμένο σε όλους τους Ducatisti στις 3, 4 και 5 Ιουλίου.

Στη συνέχεια, οι δέκα μοτοσυκλέτες θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι που θα τις οδηγήσει στο Goodwood Festival of Speed, μια δημοφιλής εκδήλωση για τους λάτρεις των αυτοκινήτων και των μοτοσυκλετών. Τέλος, η συλλογή 100 θα επιστρέψει στη Μπολόνια, όπου θα εκτίθεται σε διάφορα μουσεία της περιοχής. Ας δούμε όμως τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100:

Panigale

Panigale V4 S 100 (750 Imola Desmo – 1972)

Η εμφάνιση της Panigale V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της μοτοσυκλέτας που κέρδισε την πρώτη έκδοση του αγώνα Imola 200 Miles το 1972 με τους αναβάτες Paul Smart και Bruno Spaggiari. Η νίκη στην Ίμολα ήταν απρόσμενη και θριαμβευτική, καθώς επιτεύχθηκε ενάντια στον Giacomo Agostini και την MV Agusta.

Η απήχηση του θριάμβου αυτού έφερε τεράστια δημοτικότητα στη Ducati, σε τέτοιον βαθμό που κατόπιν λαϊκής ζήτησης τον επόμενο χρόνο, 1973, κατασκευάστηκε η 750 Supersport Desmo, η πρώτη δικύλινδρη με δεσμοδρομικό σύστημα βαλβίδων από το Borgo Panigale.

Η Panigale V4 S 100 είναι εξοπλισμένη με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αεροδυναμικά φτερά και καλύμματα κινητήρα και εξάτμισης από ανθρακόνημα, ενώ φέρει το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο ξηρός συμπλέκτης και η εξάτμιση Akrapovič από τιτάνιο και ανθρακονήματα κάνουν επίσης τον ήχο της Panigale V4 S 100 μοναδικό. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Panigale

Panigale V2 S 100 (750 Super Sport Desmo – 1975)

Η εμφάνιση της Panigale V2 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 750 Super Sport Desmo που οδήγησε ο Franco Uncini στο Ιταλικό Πρωτάθλημα του 1975, το οποίο και κέρδισε. Τη μοτοσυκλέτα διαχειριζόταν η ομάδα που ίδρυσε ο Bruno Spaggiari.

Στα τέλη του 1973, η Ducati αποφάσισε να αναθέσει τη διοίκηση της ομάδας στον Spaggiari, τον πρώην αναβάτη αγώνων που είχε θριαμβεύσει στην Ίμολα και ιδιοκτήτη δικής του ομάδας. Ο Spaggiari με την υποστήριξη της Ducati συμμετείχε στο Ιταλικό Πρωτάθλημα μοτοσυκλετών με μοντέλα βασισμένα στην ισχυρή 750 Super Sport Desmo παραγωγής.

Η κίτρινη εμφάνιση συνδυαζόταν με λεπτομέρειες σε ένα χαρακτηριστικό καφέ/μπορντό χρώμα που χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή στους εσωτερικούς ναυτικούς κινητήρες που συναρμολογούνταν στο εργοστάσιο του Borgo Panigale.

Η Panigale V2 S 100 φέρει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, σταμπιλιζατέρ τιμονιού και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Επιπλέον, αυτή η Panigale V2 είναι το πρώτο μοντέλο της νέας οικογένειας Ducati V2 που διαθέτει ξηρό συμπλέκτη, ο οποίος αναπτύχθηκε ειδικά για αυτό το μοντέλο. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο.

Ducati

Streetfighter V4 S 100 (Ducati 900 Sport Desmo Darmah – 1979)

Η εμφάνιση της Streetfighter V4 S 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Sport Desmo Darmah του 1979. Στη δεκαετία του 1970 και του 1980, τα μαύρα και χρυσά γραφικά ήταν εξαιρετικά της μόδας στον κόσμο των μηχανοκίνητων αθλημάτων και η Ducati δεν αποτελούσε εξαίρεση. Συγκεκριμένα, εφάρμοσε αυτό το χρωματικό σχήμα στη 900 Sport Desmo Darmah.

Η Streetfighter V4 S 100 εμπλουτίζεται με σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, πίσω φτερό, κάλυμμα κινητήρα και εξάτμιση από ανθρακονήματα, ξηρό συμπλέκτη και το όνομα και τον σειριακό αριθμό στην τιμονόπλακα. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει κιτ αφαίρεσης καθρεπτών και πινακίδας κυκλοφορίας, ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη και καπάκι ρεζερβουάρ καυσίμου από αλουμίνιο Centenary Bronze.

Ducati

Monster 100 (Monster S4Rs Tricolore – 2008)

Η τρίχρωμη εμφάνιση της Monster 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Monster S4Rs Tricolore του 2008. Το Monster S4Rs Tricolore αντιπροσώπευε ουσιαστικά μια τελική έκδοση της πρώτης γενιάς Monster, εκείνης που παρήγαγε η Ducati από το 1993 έως το 2008, καθιστώντας το ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοντέλα της εταιρείας.

Το Monster 100 ξεχωρίζει χάρη στον ξηρό συμπλέκτη του, ο οποίος συνοδεύεται από κάλυμμα από ανθρακονήματα που περιλαμβάνεται στο πακέτο, καθώς και στη σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100. Η πλακέτα Centenary Bronze με το όνομα και τον σειριακό αριθμό του μοντέλου είναι τοποθετημένη στην τιμονόπλακα. Το χρώμα χρησιμοποιείται επίσης στο καπάκι του ρεζερβουάρ καυσίμου και στις δαγκάνες των φρένων, όπως συμβαίνει με όλες τις μοτοσυκλέτες της Collezione 100.

Ducati

XDiavel V4 100 (750 Super Sport «California Hot Rod» – 1977)

Η εμφάνιση της XDiavel V4 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της ειδικής έκδοσης 750 Super Sport με την ονομασία "California Hot Rod", της μοτοσυκλέτας με την οποία ο Cook Neilson έγραψε ιστορία για τη Ducati κερδίζοντας στον αγώνα Daytona το 1977. Το γεγονός αυτό είχε μεγάλη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που μια ιταλική μοτοσυκλέτα κέρδιζε έναν αγώνα με μοτοσυκλέτες παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 η παρουσία της Ducati στις Ηνωμένες Πολιτείες περιοριζόταν αποκλειστικά στο διπλής χρήσης Scrambler που εισήγαγαν στη χώρα οι αδελφοί Berliner, αλλά τα πράγματα άλλαξαν το 1977 χάρη στον αξέχαστο θρίαμβο του Cook Neilson.

Η XDiavel V4 100 ξεχωρίζει χάρη στη δερμάτινη σέλα με το κεντημένο λογότυπο Ducati 100, αλλά και τον ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει δερμάτινη σέλα συνεπιβάτη και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη που δεν είναι εγκεκριμένο για χρήση στο δρόμο.

Ducati

Diavel V4 RS 100 (900 Replica – 1979)

Η εμφάνιση της Diavel V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 900 Replica του 1979, μιας από τις πιο εμβληματικές μοτοσυκλέτες στην ιστορία της Ducati.

Μετά την απίστευτη νίκη της Ducati στο Tourist Trophy του 1978, ο κατασκευαστής του Borgo Panigale ξεκίνησε την παραγωγή μιας σειράς μοτοσυκλετών που θύμιζαν τη διακόσμηση της 900 που κέρδισε στο Isle of Man. Έτσι γεννήθηκε η 900 Replica, που ήταν και η πρώτη ρεπλίκα δρόμου μιας αγωνιστικής μοτοσυκλέτας της Ducati.

Η χαρακτηριστική πράσινη και κόκκινη εμφάνιση με λευκές ρίγες, που αντικατόπτριζε το χρωματικό σχήμα της νικηφόρας μοτοσυκλέτας στο Tourist Trophy, αντιπροσωπεύει επίσης το πρώτο παράδειγμα μιας εμφάνισης ιταλικού στυλ, ένα χρωματικό σχήμα που η Ducati θα εφάρμοζε και σε άλλα μοντέλα αργότερα.

Η Diavel V4 RS 100 βασίζεται στη Diavel V4 RS και είναι εξοπλισμένη με κινητήρα Desmosedici Stradale. Το μοντέλο αυτό διαθέτει κάθισμα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, κάθισμα συνοδηγού από Alcantara και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη.

Ducati Collezione 100

Multistrada V4 RS 100 (500 SL Pantah – 1979)

Η εμφάνιση της Multistrada V4 RS 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 500 SL Pantah του 1979, μιας χρονιάς που σηματοδότησε σημαντικές τεχνικές καινοτομίες στη Ducati με στόχο τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των μοτοσυκλετών που κατασκευάζονταν στο Borgo Panigale.

Ένα νέο μοντέλο που έκανε την εμφάνισή του εκείνη τη χρονιά ήταν το 500 SL Pantah, η πρώτη Ducati με σωληνωτό πλαίσιο (αν και διαφορετικό από τα σύγχρονα) - και τον κινητήρα Pantah.

Δεδομένου ότι η Multistrada V4 RS 100 αναπτύχθηκε με βάση την κορυφαία Multistrada V4 RS, η οποία διαθέτει τον κινητήρα Desmosedici Stradale, η εμφάνιση της μοτοσυκλέτας περιλαμβάνει επίσης το λογότυπο Desmo στο πίσω φτερό.

Η Multistrada V4 RS 100 διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς σε μια πλακέτα από "Centenary Bronze" στην τιμονόπλακα και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

Scrambler 100 (250 Scrambler – 1962)

Η εμφάνιση της Scrambler 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της 250 Scrambler του 1962, της πρώτης έκδοσης της Ducati Scrambler που κατασκευάστηκε αποκλειστικά για την αγορά των ΗΠΑ.

Οι ρίζες της Scrambler συνδέονται στενά με τη φιγούρα του πρώτου Αμερικανού εισαγωγέα της, Joe Berliner, του ανθρώπου που επιθυμούσε έντονα ένα νέο μοντέλο για να πουλήσει στις ΗΠΑ. Η Ducati απολάμβανε την επιτυχία στα μέσα ενημέρωσης του γύρου του κόσμου που είχαν κάνει οι Monetti και Tartarini το 1957 και ο ενθουσιασμός έφτασε ως την Αμερική, ενισχύοντας το προφίλ της Ducati που μέχρι τότε ήταν σχεδόν άγνωστη.

Ο Berliner ζήτησε από τη Ducati μια μοτοσυκλέτα ικανή για χωματόδρομους, ένα concept που δεν είχε προηγουμένως εξεταστεί στο Borgo Panigale, αλλά που τελικά υλοποιήθηκε με το 250 Scrambler το 1962.

Η Scrambler 100 φέρει κι αυτή σέλα από Alcantara με κεντημένο το λογότυπο Ducati 100 και την πλακέτα στην τιμονόπλακα.

Ducati Collezione 100

Hypermotard V2 SP 100 (Ducati 860 «24 Horas de Montjuïc» – 1975)

Η εμφάνιση της Hypermotard V2 SP 100 είναι εμπνευσμένη από την 860 "24 Horas de Montjuïc". Μετά τη νίκη στο Imola 200 του 1972, η διοίκηση της Ducati πίστευε ότι ο σωστός δρόμος για την ενίσχυση της δημοτικότητας της μάρκας ήταν μέσω αγωνιστικών μοτοσυκλετών που προέρχονταν από την παραγωγή, οι οποίες θα συμμετείχαν κυρίως σε αγώνες αντοχής.

Για τον σκοπό αυτό, η Ducati έπρεπε να επεκτείνει τη γκάμα των δικύλινδρων μοντέλων της με έναν κινητήρα μεγαλύτερου κυβισμού από τον κλασικό 750. Η Ducati 860 έκανε το νικηφόρο ντεμπούτο της το 1973 με το πρωτότυπο 860 Desmo, το οποίο αργότερα θα γινόταν η Ducati 900 Super Sport για δρόμο. Το 1975 οι αναβάτες Salvador Canellas και Benjamin "Min" Grau, που είχαν ήδη κερδίσει το 1973 με τη δικύλινδρη μοτοσυκλέτα κατασκευασμένη στη Μπολόνια, επανέλαβαν την επιτυχία τους στον αγώνα της Καταλονίας, αλλά με τα φωτεινά χρώματα της ομάδας NCR των Nepoti και Caracchi.

Η Hypermotard V2 SP 100 βασίζεται στην έκδοση SP, η οποία διαθέτει ανάρτηση Öhlins και σφυρήλατους τροχούς. Διαθέτει σέλα από Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον σειριακό αριθμό σε πλακέτα από στην τιμονόπλακα, ενώ έρχεται και με ξηρό συμπλέκτη. Ο βασικός εξοπλισμός περιλαμβάνει επίσης και ανοιχτό κάλυμμα συμπλέκτη από ανθρακονήματα.

Ducati Collezione 100

DesertX 100 (Pantah «Ice» – 1981)

Η εμφάνιση της DesertX 100 είναι εμπνευσμένη από τα γραφικά της Pantah "Ice" του 1981, ένα από τα πιο περίεργα παραδείγματα τοποθέτησης προϊόντων στην ιστορία της Ducati. Δεν ήταν παρά μια τροποποιημένη Pantah 500 που χαρακτηριζόταν από την προσθήκη ασυνήθιστων ελαστικών με καρφιά και την αφαίρεση του συστήματος πέδησης, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε χιόνι.

Εκείνη την εποχή η Ducati ελεγχόταν από κρατικές εταιρείες, οι οποίες διοικούσαν επίσης κατασκευαστές αυτοκινήτων όπως η Alfa Romeo. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η EFIM, φορέας που έλεγχε τόσο τη Ducati όσο και την Alfa Romeo, διοργάνωσε ένα πρωτάθλημα για αυτοκίνητα Alfasud στις παγωμένες πίστες των Άλπεων. Οι αγώνες διεξάγονταν σε δύο γύρους. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου αγώνα, οι πολύχρωμες μοτοσυκλέτες Pantah "Ice" πρόσφεραν εντυπωσιακό θέαμα στο κοινό.

Οι μοτοσυκλέτες Ice κατασκευάστηκαν σε διάφορα χρωματικά σχέδια· αυτή που επιλέχθηκε για τη DesertX 100, κίτρινη με μπλε ρίγες, ανήκει σε ένα μοντέλο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσε μέρος της συλλογής του Μουσείου Ducati.

Η DesertX 100 διαθέτει σέλα Alcantara με κεντημένο λογότυπο Ducati 100, καθώς και το όνομα και τον αριθμό σειράς στην τιμονόπλακα. Το ψηλό μπροστινό φτερό, η μάσκα προβολέα και η αλουμινένια μάσκα του ψυγείου ενισχύουν τις off-road δυνατότητες του μοντέλου.

 

Ετικέτες