Ducati Diavel 1260 Lamborghini - Νέα έκδοση περιορισμένης παραγωγής

Επειδή το Diavel δεν ήταν ήδη μοναδικό…
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

26/11/2020

Μία εσωτερική συνεργασία, από το διπλανό γραφείο, είναι τα 630 αριθμημένα Diavel που θα παραχθούν σε συνεργασία με την Lamborghini καθώς αμφότερες οι Ιταλικές εταιρείες βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα της Audi.

Είναι η πρώτη τους συνεργασία σε αυτό το επίπεδο, αν και θα περίμενε κανείς να έχουν δημιουργήσει κάτι αντίστοιχο εδώ και χρόνια οι ιταλικές σπορ εταιρείες, μιας και η Ducati ακροβατεί με ένα μέρος της γκάμας της στα μοτοσυκλετιστικά επίπεδα της Lamborghini. Το Diavel είναι έτσι κι αλλιώς μία μοναδική μοτοσυκλέτα που έχει στο παρελθόν δει πολλές ειδικές εκδόσεις αφιερωμένες σε αυτό, κάθε μία ολότελα ξεχωριστή, όπως και τώρα.

Η νέα ειδική έκδοση του Diavel είναι εμπνευσμένη από την Lamborghini Siàn FKP 37, μία από τις πιο περίβλεπτες Lamborghini που έχουν φτιαχτεί ποτέ μόλις σε 63 μονάδες κι έτσι προκύπτουν και τα 630 Diavel που θα παραχθούν. Η Siàn FKP 37 είναι ένα κόσμημα της λεγόμενης Motor Valley της περιοχής Emilia-Romagna δηλαδή που είναι γεμάτη από βιομηχανίες που εξυπηρετούν την αυτοκίνηση. Εδώ υπάρχουν ένα σωρό κατασκευαστές που τα εξαρτήματα που παράγουν τροφοδοτούν τις γραμμές παραγωγής σε Αυστρία (KTM), Γερμανία (VW κ.α.) κι ένα σωρό άλλες χώρες, πέρα από την Ιταλική παραγωγή.

Άξιος εκφραστής της δουλειάς που γίνεται στην Motor Valley είναι η Siàn FKP 37, ένα μηχανολογικό αριστοτέχνημα, εμπνευσμένο με την σειρά του από την Countach με έντονες γραμμές για το αεροδυναμικό του σχήμα που του προσδίδουν ξεχωριστή εμφάνιση που δεν μπορείς να λαθέψεις με κάτι άλλο. Παράγει 819 ίππους έχοντας κινητήρα εσωτερικής καύσης αλλά και ηλεκτροκινητήρα, και γίνεται έτσι η ισχυρότερη Lamborghini που έχει παραχθεί.

«Με την δημιουργία αυτής της έκδοσης του Diavel τονίζουμε τις αξίες που μοιραζόμαστε με την Lamborghini: Είμαστε Ιταλοί, είμαστε σπορ, και σχεδιάζουμε με συγκεκριμένη φιλοσοφία» λέει ο Andrea Ferraresi, διευθυντής του κέντρου σχεδιασμού της Ducati και συνεχίζει:

«Η Diavel 1260 Lamborghini έχει σχεδιαστεί με τις ίδιες στιλιστικές αξίες του σπορ αυτοκινήτου της Lamborghini, τονίζοντας παράλληλα τα δυναμικά στοιχεία του Diavel. Για παράδειγμα οι ζάντες, που είναι ένα σημαντικό στοιχείο για μία τέτοια μοτοσυκλέτα είναι επανασχεδιασμένες και σφυρήλατες και αμέσως φέρνουν την μοτοσυκλέτα πιο κοντά στο αυτοκίνητο. Το φαίρινγκ είναι ολόκληρο φτιαγμένο από carbon και το οπτικό αποτέλεσμα είναι ολότελα ξεχωριστό, πραγματικά συλλεκτικής αξίας και 100% Diavel όταν το οδηγείς».

«Είμαστε πεπεισμένοι πως σχεδιαστικά το αυτοκίνητό μας ξεχωρίζει και είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα στην αυτοκινητοβιομηχανία» λέει ο Mitja Borkert, , διευθυντής του κέντρου σχεδιασμού της Automobili Lamborghini και συνεχίζει: «Η μοναδική σιλουέτα, με ξεκάθαρες γραμμές αλλά μοναδικές συνάμα, είναι η βάση κάθε σχεδίου μας. Το DNA αυτής της φιλοσοφίας μπορεί να μεταφερθεί σε άλλα προϊόντα, μέσα από ομαδική δουλειά και με συγκολλητικό υλικό το γεγονός πως είμαστε δύο μάρκες που εμπνέονται από τις ίδιες αξίες και την δέσμευση πως ό,τι κάνουν είναι «ωραίο να το οδηγείς».

Ξεκάθαρα λοιπόν η νέα Ducati Diavel 1260 Lamborghini είναι η επιτομή της συνεργασίας των δύο σχεδιαστικών κέντρων Ducati και Lamborghini μεταφέροντας τα δυναμικά στοιχεία της μίας, στην άλλη. Πρώτα από όλα με τους σφυρήλατους, ελαφριούς και επανασχεδιασμένους τροχούς. Έπειτα με τις εισαγωγές και τα καλύμματα του ψυγείου που σχεδιάστηκαν όχι για να κρύβονται αλλά αντίθετα να ξεχωρίζουν και να τραβούν το μάτι ακόμη περισσότερο.

Η βαφή είναι ίδια με την Siàn FKP 37 με την συγκεκριμένη πράσινη / λαδί απόχρωση ενώ το υποπλαίσιο και οι τροχοί τονίζονται ιδιαίτερα από τον μπορύτζινο χρωματισμό τους. Δεν λείπουν βέβαια και οι λεπτομέρειες σε Ducati Red όπως στις ακτινικά τοποθετημένες M50 δαγκάνες της Brembo.

Οι πιο παρατηρητικοί θα αντιληφθούν το μοτίβο σε «Υ» και τα εξάγωνα που είναι χαρακτηριστικά σε κάθε Lamborghini, στο τελικό της εξάτμισης και την σέλα.

Δίνοντας περεταίρω αξία στην χρήση του carbon η Ducati δεν έμεινε μόνο στα στοιχεία του φαίρινγκ που άλλαξαν για την συγκεκριμένη έκδοση με την βοήθεια της Lamborghini. Carbon είναι το κάλυμμα του τελικού της εξάμτισης, η ποδιά, το κεντρικό κάλυμμα του ρεζερβουάρ, ο κοκκοβιός, το πλαίσιο της οθόνης των οργάνων, το πλαίσιο του προβολέα αλλά και οι χούφτες.

Ο αριθμός 63 δεν είναι τυχαίος αλλά σηματοδοτεί το έτος ίδρυσης του Sant'Agata Bolognese κατασκευαστή, και δεν θα μπορούσε το Diavel να μην τονίσει αυτό το νούμερο με την σειρά του. Κάθε ένα θα φέρει σειριακό αριθμό και αλουμινένια αριθμημένη πλακέτα στο πλαίσιο.

Παράλληλα οι ιδιοκτήτες θα μπορούν να αγοράσουν και ένα ξεχωριστό κράνος με γραφικά που ακολουθούν την σχεδίαση της μοτοσυκλέτας και επίσης έχουν σχεδιαστεί από την Ducati.

Παραμένουν φυσικά αναλλοίωτα όλα τα δυναμικά στοιχεία του Diavel που παράγει 162 ίππους στις 9.500 στροφές με 13,2 kg.m στις 7.500 στροφές από τον Euro5 κινητήρα του ζυγίζοντας τώρα, μετά από τόσο carbon, 220 κιλά. Θυμίζουμε πως το Diavel χρησιμοποιεί ένα ειδικά σχεδιασμένο για αυτό ελαστικό της Pirelli και είναι εφοδιασμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας στα ηλεκτρονικά βοηθήματα τα οποία τροφοδοτούνται με πληροφορίες από IMU 6 αξόνων. Το πακέτο ηλεκτρονικών περιλαμβάνει: Cornering ABS EVO, Ducati Traction Control EVO (DTC), Ducati Wheelie Control EVO (DWC), Ducati Power Launch EVO (DPL) and Cruise Control.

Το εργοστασιακό αυτό “customizing” επεκτείνεται και στο μενού της οθόνης που πλέον έχει τα λογότυπα και των δύο χωρίς όμως άλλες διαφορές.

Ετικέτες

Honda: Στην ιαπωνική αγορά τα CB400 Super Four και CBR400RR Four με E-Clutch - Tιμές και διαθεσιμότητα - Τι ξέρουμε για Ευρώπη

Παραμένει το μυστήριο σχετικά με τί και αν θα εξαχθεί προς δυσμάς
Honda 400
Από τον

Σπύρο Τσαντήλα

17/7/2026

Η Honda ανακοίνωσε στην Ιαπωνία πως σύντομα θα ξεκινήσει η εμπορική διάθεση των νέων CB400 Super Four και CBR400RR Four στη χώρα, αμφότερα με E-Clutch και δίχως έκδοση με συμβατική μετάδοση ως τώρα.

Οι δύο μοτοσυκλέτες βασίζονται στα ανάλογα CB500 Super Four και CBR500RR Four που κατασκευάζονται στην Κίνα και έχουν ήδη έναν χρόνο στην εκεί αγορά, ενώ τα 400άρια ανάλογά τους φτιάχνονται (για την ακρίβεια, συναρμολογούνται) στην Ιαπωνία και ως τώρα είχαν παρουσιαστεί ως πρωτότυπα.

Πλέον με τη νέα ανακοίνωση που εξέδωσε πριν λίγες μέρες η Honda ουσιαστικά αποκαλύπτει τις ημερομηνίες που θα ξεκινήσουν να πωλούνται οι δύο 400άρες εκδόσεις: στις 21 Αυγούστου θα αρχίσει το CB400 Super Four E-Clutch και στις 18 Σεπτεμβρίου το CBR400RR Four E-Clutch.

Οι δε τιμές τους στην Ιαπωνία ανακοινώθηκαν ως εξής:

CB400 Super Four E-Clutch: 998.800 γιεν, ή περίπου 5.400 ευρώ (ισοτιμία 17/7/2026)

CBR400RR Four E-Clutch: 1.199.000 γιεν, ή περίπου 6.500 ευρώ.

Επειδή η τιμολόγηση αυτή δεν είναι εύκολο να αντιστοιχιστεί με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, για να σχηματίσουμε μια πιο καθαρή εικόνα τη συγκρίνουμε με ιαπωνικές τιμές άλλων μοντέλων της Honda που κυκλοφορούν και στη χώρα μας.

Έτσι το CB400 Super Four E-Clutch κοστολογείται περίπου στα ίδια λεφτά με το NC750X (997.700 γιεν) και το CB650R (1.034.000 γιεν), ενώ το CBR400RR Four E-Clutch παίζει στα ίδια περίπου επίπεδα με τα Rebel 1100 (1.204.500 γιεν), CB750 Hornet E-Clutch (1.149.500 γιεν) και CBR650R E-Clutch (1.155.000 γιεν).

Το μεγάλο ερώτημα παραμένει ωστόσο: θα δούμε στην Ευρώπη τα νέα τετρακύλινδρα και, αν ναι, θα είναι τα ιαπωνικά 400άρια ή τα κινέζικα 500άρια; Απάντηση ακόμη δεν υπάρχει, καθώς η Honda δεν έχει ξεκαθαρίσει τις προθέσεις της.

Έχουμε πάντως δύο ενδείξεις. Η πρώτη είναι η απουσία των μοντέλων αυτών από την πρόσφατη EICMA, ενώ η ερχόμενη έκθεση τον Νοέμβρη θα μπορούσε να μας προσφέρει την οριστική απάντηση εφόσον η Honda τα φέρει εκεί σε Euro 5+ μορφή.

Η δεύτερη πηγάζει από την ανακοίνωση της Honda στην Ιαπωνία για τα δύο 400άρια, σύμφωνα με την οποία ανακοινώνει ετήσια παραγωγή 4.600 CB400 Super Four E-Clutch και 2.500 CBR400RR Four E-Clutch, όλα προορισμένα αποκλειστικά για την ιαπωνική αγορά και χωρίς την παραμικρή αναφορά για εξαγωγές – κάτι που πάντα αναγράφεται στα ιαπωνικά δελτία Τύπου της μητρικής Honda όταν η μοτοσυκλέτα πρόκειται να εξαχθεί και σε άλλες αγορές.

Είμαστε λοιπόν ακόμη στο σημείο μηδέν πρακτικά όσον αφορά το ενδεχόμενο να δούμε αυτά τα δύο νέα τετρακύλινδρα στην Ευρώπη, με την ερχόμενη EICMA 2026 να αναδεικνύεται πιθανότατα ως το σημείο-κλειδί στη σχετική επικαιρότητα.