Ducati Hypermotard 939 – Το οδηγούμε στην Ισπανία

Θάνο Αμβρ. Φελούκα
Από τον

Θάνο Αμβρ. Φελούκα

29/2/2016

Η Ducati ανανέωσε για ακόμη μία φορά το Hypermotard, οριστικοποιώντας τον χαρακτήρα της μοτοσυκλέτας, που πρώτη φορά είδαμε ως πρωτότυπο το 2005. Από την εποχή των 1100, πίσω στο 2007, τα Hypermotard γίνονται συνεχώς και πιο ολοκληρωμένες μοτοσυκλέτες. Τα 1100 και 1100 S ήταν τόσο απόλυτα στη χρήση τους, που αν και η Ducati τα προωθούσε σαν καθημερινά supermotard, στην πράξη ήταν πολεμικές μηχανές δύσκολες για κάθε μέρα και απαιτητικές στην πίστα, φτιαγμένες για να τις απολαμβάνουν λίγοι. Το 2013 έγινε η μεγάλη αλλαγή στον χαρακτήρα του μοντέλου, όταν απέκτησε τον Testastretta των 821 κυβικών, ενώ ταυτόχρονα πλούτισε η οικογένεια αποκτώντας νέα μοντέλα, όπως το περισσότερο καθημερινό - λίγο τουριστικό: Hyperstrada.

Φέτος έχουμε εξίσου μεγάλη αλλαγή για τις εκδόσεις των Hypermotard, χωρίς όμως να απομακρύνονται από τον διττό χαρακτήρα τους: Φτιαγμένες για κάθε μέρα και ικανότατες στην πίστα, οι νέες Hypermotard έχουν σημαντικές αλλαγές στον κινητήρα με την αυξημένη χωρητικότητα, ώστε να πληρούν τις υποχρεωτικές Euro 4 προδιαγραφές ρίπων, διατηρώντας ταυτόχρονα την ιπποδύναμη και αυξάνοντας την διαθέσιμη ροπή.

 

 

Αυτό που δεν άλλαξε καθόλου στα νέα Hypermotard, είναι η εμφάνιση. Η Ducati έκανε μία έρευνα ανάμεσα στους ιδιοκτήτες, αλλά και στους οπαδούς της συγκεκριμένης κατηγορίας γενικά, και είδε ότι ένα από τα βασικά πλεονεκτήματα των Hypermotard, είναι το στιλ τους. Οπότε αποφάσισε να μην πειράξει την εμφάνιση της μοτοσυκλέτας, πράγμα που χαρίζει διαχρονικότητα στο μοντέλο και βοηθά τα μεταχειρισμένα να διατηρήσουν την τιμή τους. Η αλήθεια είναι πως το μοντέρνο και λιτό στιλ των Hypermotard δεν επιδέχεται πολλές αλλαγές, χωρίς να χάσει τον χαρακτήρα του.

Η Ducati προσκάλεσε περίπου ογδόντα δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο για να δουν τις διαφορές του νέου Hypermotard συγκριτικά με το 821, τόσο στον δρόμο, όσο και σε πίστα. Η Ισπανία προσφέρεται γενικώς για δημοσιογραφικές παρουσιάσεις, καθώς οι ντίλερ είναι άψογα οργανωμένοι και μπορούν άμεσα να βοηθήσουν την μητρική εταιρία, τόσο με προσωπικό, όσο και με διευκολύνσεις σε όλες τις διαδικασίες., ενώ ταυτόχρονα ο καιρός είναι πάντοτε καλός. Μονάχα που στην συγκεκριμένη περίπτωση, στο δεύτερο μισό της αποστολής, αποφάσισε να μας τα χαλάσει, ρίχνοντας βροχή με μικρά διαλείμματα χαλαζόπτωσης! Ωστόσο η λύση ήταν έτοιμη και άκουγε στο όνομα Diablo Rain Competition, που είναι βρόχινα αγωνιστικά ελαστικά της Pirelli, υποσχόμενα να μας βοηθήσουν να διατηρήσουμε αξιοπρεπή ρυθμό στην πίστα, ολοκληρώνοντας την δοκιμή.

 

 

 

 

Το πρόγραμμα της οδήγησης περιελάβανε μία μεγάλη διαδρομή με μονοψήφιο αριθμό χιλιομέτρων σε αυτοκινητόδρομο, μικρή απόσταση σε κυρίως δρόμο και από εκεί και πέρα στενό επαρχιακό στροφιλίκι, από πολύ νωρίς το πρωί, με την ελπίδα ότι επιστρέφοντας στην πίστα πριν το μεσημέρι, ο καιρός θα είχε καλυτερεύσει. Δεν ήταν όμως αυτή η περίπτωση. Για αυτό και η έκδοση SP μας περίμενε στην πίστα με κουβέρτες στα ελαστικά, έτοιμη να την δοκιμάσουμε μόλις έκοβε η χαλαζόπτωση, που ευτυχώς δεν διήρκεσε πολύ.

 

 

Η διαφορά στις επιδόσεις του Hypermotard με το προηγούμενο μοντέλο, γίνεται άμεσα αντιληπτή, παρόλο που σε απόλυτα νούμερα η ιπποδύναμη είναι ίδια. Πέρα από τις ψηλές στροφές που ο κινητήρας ταυτίζεται με τον 821, σε χαμηλές και μεσαίες είναι παντού πιο γεμάτος και με πιο άμεση απόκριση. Επιπρόσθετα η ροπή είναι 10% περισσότερη, κι με αυτά τα δεδομένα το Hypermotard είναι καλύτερο και σε έναν τομέα που το προηγούμενο μοντέλο έπασχε: τις σούζες!

Αντί να πρέπει να τραβάς το τιμόνι ή να συντονίζεσαι απόλυτα με τις στροφές του κινητήρα, όπως συνέβαινε στο 821, το 939 σου δίνει μεγαλύτερη ελευθερία, θυμίζοντάς σου ότι φτιάχτηκε για ένα βασικό λόγο: Να διασκεδάζει ο ιδιοκτήτης του!

Η έκδοση SP έχει τρία κιλά μικρότερο βάρος και πλήρως ρυθμιζόμενες αναρτήσεις της Öhlins εμπρός και πίσω, αντί του Kayaba ανεστραμμένου πιρουνιού και του Sachs αμορτισέρ της κανονικής έκδοσης. Μαζί με την ψηλότερη θέση οδήγησης και την μικρή αλλαγή στην γεωμετρία, η έκδοση SP προσανατολίζεται στα track days, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι πιο απαιτητική σε καθημερινή οδήγηση. Άλλωστε η λέξη πίστα στην περίπτωση των Hypermotard μπορεί να έχει πιο ευρύτερη έννοια, περιλαμβάνοντας πίστες καρτ, ή απλά σηματοδοτημένη διαδρομή σε ένα ελεύθερο πάρκινγκ. Με λίγα λόγια μπορεί να έχει την έννοια που της αρμόζει στην ελληνική πραγματικότητα…

 

 

Η ονομασία 939, όπως είχαμε γράψει και στο ρεπορτάζ της EICMA, δεν ακολουθεί τον κυβισμό του κινητήρα, όπως μας έχει συνηθίσει η Ducati. Ο νέος κινητήρας έχει 937 κυβικά, όμως η Ducati έχει συνειδητοποιήσει ότι ο αριθμός «9» έχει αρχίσει να γίνεται σήμα κατατεθέν εξαιτίας της Panigale, κι αποφάσισε ότι από εδώ και πέρα θα τον διατηρεί στα μοντέλα της, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα διαφοροποιείται λίγο η ονομασία, από τον πραγματικό κυβισμό.

Η διάμετρος των εμβόλων μπορεί να έχει αυξηθεί, όμως η Ducati έκανε την συνειδητή επιλογή να διατηρήσει την διατομή των βαλβίδων που μαζί με πολλές ακόμη αλλαγές, ευθύνονται για την διατήρηση της ιπποδύναμης, παρόλο που ο κινητήρας συμμορφώνεται με τις νέες προδιαγραφές.

Διαβάστε σε επόμενο τεύχος του MOTO, την πλήρη παρουσίαση του Hypermotard μαζί με την τεχνική ανάλυση του νέου κινητήρα, και όλες τις αλλαγές που υπάρχουν από το προηγούμενο μοντέλο!

 

Triumph Tracker 400/Thruxton 400 2026 – Παρουσιάστηκαν με τιμές για Ελλάδα!

Με διαφορές σε πλαίσιο/ανάρτησες - Και ισχυρότερο κινητήρα κατά δύο ίππους
Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026
Από τον

Θοδωρή Ξύδη

16/12/2025

Η Triumph διευρύνει ακόμη περισσότερο την γκάμα των μονοκύλινδρων 400ριών της με Tracker 400 και Thruxton 400 με αισθητική εμπνευσμένη από τους flat track αγώνες και τα cafe racers αντίστοιχα.

Περιμέναμε ένα αλλά τελικά η Triumph παρουσίασε δύο μονοκύλινδρα 400άρια φτάνοντας έτσι την οικογένεια στα πέντε συνολικά μοντέλα, μαζί με τα Speed 400, Scrambler 400 X και Scrambler 400 XC.

Οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν αισθητικές κυρίως διαφορές με τις άλλες εκδόσεις και μεταξύ τους φυσικά με το φαίρινγκ του 400ριού Thruxton να μας είναι γνωστό εδώ και καιρό από τις κατασκοπικές φωτογραφίες που έκαναν τον γύρο του διαδικτύου πολύ καιρό πριν από την παρουσίασή του. 

Οι δύο μοτοσυκλέτες φέρουν επίσης και μία ισχυρότερη έκδοση του μονοκύλινδρου μοτέρ με τη μέγιστη ισχύ να ανεβαίνει κατά 5% περίπου και να φτάνει τους 41,42 ίππους από 39,42 που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή στη ροπή δεν υπάρχει και έτσι η μέγιστη τιμή παραμένει στα 3,82 kg.m αλλά να κάνει την εμφάνισή της 1.000 στροφές ψηλότερα, στις 7.500 σ.α.λ., με το 80% αυτής να είναι διαθέσιμο από τις 3.000 σ.α.λ. Η αύξηση στην ισχύ προήρθε από νέο εκκεντροφόρο αλλά και την εκ νέου χαρτογράφηση του ψεκασμού.

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

Σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα βάσης που είναι το Spped 400, το Tracker 400 έχει φαρδύτερο τιμόνι κατά 23 χλστ., το οποίο είναι και χαμηλότερο κατά 134 ολόκληρα χλστ. Παράλληλα τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 86 χλστ. πιο πίσω και 27 χλστ. ψηλότερα, με το νέο τρίγωνο της εργονομίας να δίνει μια πιο σπορ και επιθετική θέση οδήγησης. Διαφορετική είναι και η σέλα, όπως και το κάλυμμα-κοκοβιός της σέλας στο κομμάτι του συνεπιβάτη, οι ζάντες και το ρεζερβουάρ, με τo Tracker 400 να ξεχωρίζει από το μικρό του μασκάκι, αλλά και τα μεγάλα numver plates εκατέρωθεν της σέλας, όπως και από τους αποκλειστικούς χρωματισμούς.

Το Thruxton 400 έχει επίσης διαφορετικό ρεζερβουάρ -και από το Tracker-, αν και η χωρητικότητα είναι ίδια στα 13 λίτρα, ενώ ζυγίζει και τρία κιλά περισσότερα λόγω του φέρινγκ, με το βάρος του να φτάνει τα 176 κιλά πλήρες υγρών. Του Tracker βρίσκεται στα 173 κιλά. Το φαίρινγκ είναι αυτό που κάνει και τη μεγαλύτερη διαφορά στην αισθητική της μοτοσυκλέτας, που έχει κλιπόν και διαφορετική θέση οδήγησης, ενώ οι Βρετανοί αναφέρουν και μικρές αλλαγές στο πλαίσιο αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη εκδοχή της μοτοσυκλέτας. Σε αυτήν την περίπτωση και έναντι του Speed 400 τα κλιπόν είναι 40 χλστ. πιο στενά και 246 χλστ. πιο χαμηλά τοποθετημένα με μπόλικο βάρος να φορτίζει πλέον τον εμπρός τροχό. Παράλληλα, τα μαρσπιέ βρίσκονται στην ίδια θέση με εκείνα του Tracker 400.

Μικρές διαφορές έχουμε και στη γεωμετρία του πλαισίου μεταξύ των δύο μοτοσυκλετών. Το Tracker 400 έχει μεταξόνιο στα 1.371 χλστ. με κάστερ και ίχνος στις 24,4 μοίρες και 107,6 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το Thruxton 400 έχει μεταξόνιο στα 1.376 χλστ. με κάστερ στις 24,5 μοίρες και ίχνος στα 101,5 χλστ. 

Triumph Tracker 400 και Thruxton 400 2026

H Triumph αναφέρει ότι καθεμιά από τις δύο νέες μοτοσυκλέτες έχει το δικό της set up στις αναρτήσεις ώστε να ταιριάζει καλύτερα στη φιλοσοφία της έκδοσης και τη θέση οδήγησης, με το πιρούνι να είναι ανεστραμμένο στα 43 χλστ. Η διαδρομή του είναι 140 χλστ. στο Tracker και 135 χλστ. στο Thruxton ενώ και το μονό αμορτισέρ και στις δύο περιπτώσεις δίνει διαδρομή 130 χλστ.

Και οι δύο μοτοσυκλέτες έχουν 17ρες χυτές ζάντες αλουμινίου που είναι διαφορετικής σχεδίασης μεταξύ των δύο μοντέλων και ελαστικά 110/70 και 150/60 εμπρός και πίσω αντίστοιχα. Ως πρώτης τοποθέτησης ελαστικά για το Thruxton επιλέχθηκαν τα Pirelli Diablo Rosso IV, ενώ για το Tracker έχουμε τα Pirelli MT60 RS και τα δύο εξαιρετικές επιλογές για τόσο προσιτές μοτοσυκλέτες.

Τέλος, ίδιο είναι το σύστημα πέδησης και στις δύο περιπτώσεις με το κύριο έργο της επιβράδυνσης να αναλαμβάνει 300άρης εμπρός δίσκος και ακτινικά τοποθετημένη 4πίστονη δαγκάνα της ByBre. 

Το Tracker 400 θα είναι διαθέσιμο στην Ελλάδα από τον ερχόμενο Μάρτιο με τιμή 6.390 ευρώ και το Thruxton 400 από τον Φεβρουάριο του 2026, με τιμή 6.690 ευρώ. Και τα δύο συνοδεύονται από εργοστασιακή εγγύηση δύο ετών χωρίς περιορισμό στα διανυθέντα χιλιόμετρα.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες στις συλλογές που ακολουθούν.