EICMA: Suzuki SV-7GX 2026 - Το αντί-Tracer 7 με βάση το SV650
Το Hamamatsu μπαίνει στα μεσαία crossover με τον αθάνατο V2! Ride-by-wire ψεκασμός, στάνταρ quickshifter και traction control
Από τον
Θοδωρή Ξύδη
4/11/2025
Το SV-7GX αποκαλύφθηκε στην EICMA με τη Suzuki να φτιάχνει το δικό της μεσαίο sport touring/crossover μοντέλο χρησιμοποιώντας το V2 των 90 μοιρών των SV650 και V-Strom 650 που έχει πλέον ride-by-wire ψεκασμό.
Η Suzuki σήκωσε επιτέλους το γάντι στα sport touring/crossover μεσαίου κυβισμού και το κάνει όχι με τον νέο εν σειρά δικύλινδρο των 800 αλλά με τον V2 των 650 κ.εκ. και περιεχόμενη γωνία κυλίνδρων στις 90 μοίρες, ο οποίος βρίσκεται στην παραγωγή από το 1999 και έχει δεχτεί βέβαια πολλές αλλαγές όλο αυτό το διάστημα. Και εκεί που νομίζαμε ότι δεν θα τον ξαναδούμε στην Ευρώπη, η Suzuki τον χρησιμοποιεί για τη νέα της μοτοσυκλέτα!
Το SV-7GX βασίζεται στο SV650 που έχει προσαρμοστεί κατάλληλα στον νέο του ρόλο με τη Suzuki να αλλάζει τη γεωμετρία του πλαισίου για να διατηρηθεί και η ισορροπία στην κατανομή των βαρών, ενώ ενισχύσεις έχουν γίνει στο υποπλαίσιο, με την μεταλλική σχάρα με τις ενσωματωμένες χειρολαβές να είναι στάνταρ. Παράλληλα, το νέο ρεζερβουάρ έχει αυξημένη χωρητικότητα από τα 14,5 στα 17,4 λίτρα με τη Suzuki να αναφέρει ότι έχει γίνει προσπάθεια ώστε η μοτοσυκλέτα να παραμείνει λεπτή στο σημείο που το ρεζερβουάρ εφάπτεται με τη σέλα που απέχει από το έδαφος 795 χλστ. Η σέλα είναι ενιαία και έχει περισσότερο αφρώδες από εκείνη του SV650 για να είναι πιο άνετη για αναβάτη αλλά και συνεπιβάτη. Στην άνεση συνεισφέρει και η σχεδίαση του μπικίνι φαίρινγκ με τα πλαϊνά πλαστικά να απομακρύνουν αέρα από τα γόνατα, ενώ η ζελατίνα ρυθμίζεται σε τρία επίπεδα σε ένα εύρος 50 χλστ.
Το μεταξόνιο του SV-7GX βρίσκεται στα 1.445 χλστ. με το πλάτος και το ύψος στα 910 και 1.295 χλστ. αντίστοιχα, ενώ το βάρος, πλήρες υγρών, ανακοινώνεται στα 211 κιλά.
H Suzuki αναφέρει ότι η στάση του αναβάτη στη θέση οδήγησης βρίσκεται μεταξύ του SV650 και του V-Strom 650 με έμφαση στην άνεση στο ταξίδι αλλά και τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας. Σε σχέση με το naked το τιμόνι είναι 17 χλστ. πιο ψηλά και 24 χλστ. πιο κοντά στον κορμό του αναβάτη, ενώ τα μαρσπιέ έχουν τοποθετηθεί 10 χλστ. πιο χαμηλά. Έναντι του V-Strom το τιμόνι είναι 44 και 47 χλστ. πιο χαμηλά και πιο μακριά αντίστοιχα και τα μαρσπιέ είναι 30 χλστ. ψηλότερα.
Το πιρούνι παραμένει το συμβατικό του SV650 με καλάμια 41 χλστ. και διαδρομή στα 125 χλστ. αλλά έχει ρυθμιστεί εκ νέου -το ίδιο ισχύει και για το πίσω αμορτισέρ-, ενώ ελαφρώς διαφορετική είναι η πάνω πλάκα λόγω των αλλαγών που έχουν γίνει στη γεωμετρία του πλαισίου και τη θέση οδήγησης που είναι φυσικά πιο όρθια και άνετη από του naked. Το αμορτισέρ ρυθμίζεται ως προς την προφόρτιση του ελατηρίου του και η διαδρομή του τροχού είναι 129 χλστ. Η Suzuki κάνει λόγω για υψηλότερο επίπεδο άνεσης και set up που δίνει περισσότερη φιλικότητα ακόμη και σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους χαμηλότερης ποιότητας.
Η συντηρητική προσέγγιση στις αναρτήσεις συνεχίζεται και στα φρένα με 4πίστονες δαγκάνες της Tokico συμβατικής τοποθέτησης και δίσκους 290 χλστ., με τη Suzuki να είναι από εκείνες τις εταιρείες που δύσκολα θα αλλάξουν κάτι αν δεν χρειάζεται πραγματικά, με τη συγκράτηση του κόστους να αποτελεί προτεραιότητα.
Νέες είναι οι χυτές αλουμινένιες ζάντες με τα 10 μπράτσα, ενώ ως ελαστικά πρώτης τοποθέτησης επιλέχθηκαν τα Pirelli Angel GT II.
Ο αναβάτης πληροφορείται από μικρή σχετικά TFT οθόνη με διαγώνιο στις 4,2 ίντσες που προσφέρει όλες τις βασικές πληροφορίες και συνδεσιμότητα με κινητό, πλοήγηση στροφή-στροφή, όπως και πληροφορίες για τον καιρό και προειδοποιήσεις (για κίνηση στους δρόμους και όρια ταχύτητα). Δίπλα στην οθόνη υπάρχει και θύρα Type-C για φόρτιση ηλεκτρονικών συσκευών.
Ο V2 κινητήρας έχει πλέον ride-by-wire ψεκασμό και αυτό επιτρέπει την τοποθέτηση στάνταρ quickshiter δύο κατευθύνσεων, με το SV-7GX να έχει τρία προγράμματα οδήγησης που ρυθμίζουν απόδοση κινητήρα και traction control τριών επιπέδων. Το σύστημα υποβοήθησης στην εκκίνηση Low RPM Assist παραμένει, όπως και η μίζα που με ένα μόνο πάτημα του κουμπιού γυρίζει μέχρι να πάρει εμπρός ο κινητήρας. H Suzuki αναφέρει ότι το φιλτροκούτι έχει ανασχεδιαστεί, όπως και το σύστημα εξαγωγής με στόχο, εκτός από τις Euro 5+ προδιαγραφές και τη σωστή ηχητική υπόκρουση. Η απόδοση του μοτέρ είναι 72,4 ίπποι και 6,52 kg.m στις 8.500 και 6.800 σ.α.λ. αντίστοιχα -όσο και πριν τον ride-by-wire ψεκασμό- με την κατανάλωση κατά το πρότυπο WMTC να ανακοινώνεται στα 4,2 λτ./100 χλμ.
Η μοτοσυκλέτα θα είναι διαθέσιμη αρχικά σε τρία χρώματα, το Pearl Brilliant White / Metallic Triton Blue (μπλε-λευκό με κόκκινες λεπτομέρειες και μπλε ζάντες), το Pearl Matte Greige (μπεζ ματ με κόκκινες ζάντες) και το Glass Sparkle Black (μαύρο γυαλιστερό με μπλε ζάντες), όλα τους μεταλλικά.
SYM TTLBT 2026: Το οδηγούμε στη Σαρδηνία! Παρουσίαση και πρώτες εντυπώσεις
Η ταξιδιωτική εκδοχή του sport σκούτερ της SYM
Από τον
Θάνο Αμβρ. Φελούκα
5/6/2026
Η SYM πιάνει το TL508, το δικύλινδρο σπορ σκούτερ με τον κινητήρα τοποθετημένο στο κέντρο, έναν δηλαδή ανταγωνιστή του TMAX, όπως είναι και το AK575 της KYMCO και δημιουργεί κάτι ολότελα νέο. Στόχος μία ταξιδιωτική έκδοση του μεγάλου της σκούτερ που καταλήγει όμως ένα τελείως νέο μοντέλο. Ο ανταγωνισμός του παραμένει εστιασμένος και αναπόφευκτα περιλαμβάνει και το ίδιο το TL με τη SYM να το αντιμετωπίζει λίγο διαφορετικά, κάθε ένα TTLBT εκεί έξω είναι ένα λιγότερο μοντέλο για τον ανταγωνισμό.
Επιλέγοντας τη Σαρδηνία για την παρουσίαση, μαζί με το CRUISYM 400, δημιούργησε προσδοκίες σε εμάς τους παλαιότερους που κάθε χρόνο θα πάμε τουλάχιστον μία φορά στο νησί αυτό, το δεύτερο μεγαλύτερο της Μεσογείου. Για να γίνεται εκεί σημαίνει πως θα πάμε για να στρίψουμε, διαφορετικά θα μπορούσε να το κάνει πέριξ των μεγάλων πόλεων Ιταλίας στον Βορρά, που τέτοια εποχή έχουν πάντα καλό καιρό και προσφέρουν εγγύτητα μεγάλων αεροδρομίων με απευθείας συνδέσεις. Η Σαρδηνία είναι συνυφασμένη στον μοτοσυκλετιστικό κόσμο με ατελείωτες στροφές και δρόμους δίχως ιδιαίτερη κίνηση προς την ενδοχώρα, μακριά από τις δαντελωτές παραλίες, όπου μπορείς να απολαύσεις γρήγορη οδήγηση με ελάχιστες και κατά περίπτωση με ακριβώς μηδέν ευθείες σε μήκος πολλών χιλιομέτρων. Διάσημη η διαδρομή χωρίς ευθεία στον Νότο και μάλιστα από τις λίγες δίπλα στη θάλασσα χωρίς καθόλου κίνηση, κάποιοι έχουν βγει από εκεί μέσα με ναυτία.
Δυστυχώς οι Ιταλοί πίσω από τη διοργάνωση της αποστολής δεν εστίασαν τόσο πολύ στη διαδρομή όσο επέτρεπε η τοποθεσία, ούτε είχαν πολλά μοντέλα ώστε να μπορούμε να οδηγήσουμε περισσότερο, αντιθέτως μας χώριζαν σε πολλά μικρότερα γκρουπ συμπιέζοντας τον χρόνο οδήγησης. Ευτυχώς όμως συνεννοηθήκαμε με τον πλοηγό μας, τοπικό ήρωα της περιοχής και παγκόσμιο πρωταθλητή με δύο ομαδικούς τίτλους Enduro στο 6Days, ώστε να πάρουμε το μέγιστο δυνατό από τον χρόνο μας με κάθε μοντέλο. Για το CRUISYM 400 ακολουθεί ξεχωριστό άρθρο, μιας και οδηγικά έχουν τεράστια διαφορά από το TTLBT.
Μικρή διαφορά υπάρχει οδηγικά ανάμεσα και στο TL και στο TTLBT με περισσότερη αδράνεια στο γυροσκοπικό και πιο αργές αντιδράσεις στην αλλαγή κατεύθυνσης από στροφή σε στροφή, όμως οι σπορ καταβολές του παραμένουν. Το παραπάνω αναφέρεται μόνο συγκριτικά ανάμεσα στις δύο εκδόσεις και όχι με την έννοια πως το TTLBT δεν είναι ένα σπορ σκούτερ, κάθε άλλο. Το βασικό χαρακτηριστικό είναι πως δεν έχεις εκείνη την ταλάντωση από τον πίσω τροχό αν πιέσεις να στρίψεις με φόρα ή αν πάρεις νωρίς το γκάζι.
Ξεκάθαρα ένα προβάδισμα της γεωμετρίας, πιο κοντά σε μοτοσυκλέτα παρά σε σκούτερ, με τον κινητήρα να είναι τοποθετημένος στο κέντρο και να μην επηρεάζει τη λειτουργία της ανάρτησης. Ενισχυμένο είναι και το πλαίσιο έτσι ώστε να μην υπάρχουν τόσο έντονες στρεβλώσεις, από όσο θα περίμενες εξαιτίας όγκου και το σημαντικότερο μία προοδευτική συμπίεση από το πιρούνι εμπρός με γρήγορη επαναφορά, περισσότερο προσανατολισμένη στη γρήγορη οδήγηση και λιγότερο στο ταξίδι. Αυτό όμως δεν δημιουργεί κανένα ζήτημα κούρασης, αν και οι δρόμοι εκεί δεν έχουν σαμαράκια ή λακκούβες, πίσω η σπορ συμπεριφορά ενδεχομένως να κουράσει τον συνεπιβάτη, αλλά μόνο αν ο οδηγός αποφασίσει να κρατήσει τον γρήγορο ρυθμό που έχει τη δυνατότητα να υποστηρίξει το TTLBT. Διότι στα αρχικά στάδια της διαδρομής του παράκεντρα και οριζόντια τοποθετημένου αμορτισέρ, η προοδευτικότητα είναι εξαιρετική χωρίς απότομες αντιδράσεις πίσω. Μετά η επαναφορά είναι πιο απότομη, κάτι που θα απασχολήσει μόνο σε πιο γρήγορο ρυθμό ή σε μεγάλα σαμαράκια όπου δεν κλείνει το γκάζι.
Το καλό με το TTLBT είναι πως πρόκειται για μία έκδοση που έχει όλο τον εξοπλισμό φορεμένο, μαζί με τις βαλίτσες φυσικά και με τον τρόπο αυτό δικαιολογεί και το όνομά του που βγαίνει από την λέξη «Tartaruga» που στα Ιταλικά σημαίνει χελώνα. Για τους Ταϊβανέζους η Χελώνα είναι ένα πραγματικό σύμβολο δύναμης, σταθερότητας και κομψότητας, δεν είναι κάτι που έχει συσχετιστεί με τη βραδύτητα της κίνησής της, όπως σε εμάς εδώ και δεν μπορούν να αντιληφθούν το παράδοξο να θες να ταυτίσεις ένα σκούτερ με σπορ καταβολές με μία χελώνα. Ισχύει αντίστοιχα και για τον ελέφαντα που άλλους συσχετισμούς δημιουργεί σε εμάς και τελείως διαφορετικούς στην δική τους κουλτούρα. Με βάση το δικό τους σκεπτικό όμως, της δύναμης, της σταθερότητας και της κομψότητας, το TTLBT μένει πιστό στην ονομασία του.
Ο δικύλινδρος εν σειρά κινητήρας, παράλληλα τοποθετημένος στο έδαφος, αποδίδει 45,5 ίππους και 5 kg.m ροπής χρησιμοποιώντας φυγοκεντρικό συμπλέκτη σε μπάνιο του λαδιού κινητήρα. Η τοποθέτησή του στο κέντρο του σκούτερ με το ρεζερβουάρ από πάνω συγκεντρώνει το κέντρο βάρους κοντά στο γεωμετρικό κέντρο δίνοντας ένα ουδέτερο σύνολο που μπορεί εύκολα να υπακούσει στη γρήγορη οδήγηση, ανεξαρτήτως του στιλ οδήγησης.
Η σέλα είναι χαμηλά τοποθετημένη στα 780 χλστ από το έδαφος και ενιαία με του συνεπιβάτη, με το διαχωριστικό να ρυθμίζεται σε 3 θέσεις, οριοθετώντας τον χώρο αναβάτη-συνεπιβάτη στο επιθυμητό για τον καθένα. Ανοιγόμενη από μπροστά προς τα πίσω, αποκαλύπτει έναν αποθηκευτικό χώρο για ένα full-face κράνος, την ίδια στιγμή που το κεντρικά τοποθετημένο ρεζερβουάρ έχει 16 λίτρα χωρητικότητας, δηλαδή ικανοποιητική ποσότητα βενζίνης ώστε είτε στην καθημερινή χρήση να καλύπτεις μεγάλες αποστάσεις χωρίς καθημερινό γέμισμα, είτε στα ταξίδια να μεγαλώσεις τον χρόνο μεταξύ των απαραίτητων στάσεων.
Μιλώντας για ταξιδιωτική χρήση είναι σημαντικό πως υπάρχει cruise control που ενεργοποιείται βέβαια από τα 50 χ.α.ω και μέχρι τα 130 χ.α.ω και, αν κάποιος θέλει να ρυθμίζει πάνω-κάτω από τα κουμπιά, τότε ας σημειώσει πως αυτό γίνεται με βήμα 2 χιλιομέτρων. Αντίστοιχα καλοδεχούμενος είναι ο εξοπλισμός με τα θερμαινόμενα γκριπ σε 4 βαθμίδες και την ηλεκτρικά ρυθμιζόμενη ζελατίνα με συνολική απόσταση 126χλστ. Τα θερμαινόμενα γκριπ φτάνουν μέχρι 50ο C που σημαίνει πως ακόμη και το πιο χοντρό γάντι, δεν θα είναι εμπόδιο στη λειτουργία τους.
Το πακέτο ηλεκτρονικών επεκτείνεται με επώνυμα βοηθήματα οδήγησης από τη Bosch με προσαρμογή στην κλίση της μοτοσυκλέτας. Έχουμε λοιπόν Cornering ABS και Traction Control το οποίο εύκολα απενεργοποιείται. Η λειτουργία τους βασίζεται στην μονάδα 9.3 της Bosch άρα δεν είναι τελευταίας γενιάς, όμως πλήρως επαρκεί για τα δεδομένα της κατηγορίας αυτής και των αναγκών που δημιουργεί η δεδομένη ιπποδύναμη.
Από την στιγμή που υπάρχουν τα ηλεκτρονικά που διαβάζουν την κλίση του σκούτερ, εύκολο ήταν να προστεθεί και αντίστοιχα ελεγχόμενη δέσμη φωτός στους εμπρόσθιους προβολείς ώστε να φωτίζουν καλύτερα το εσωτερικό της στροφής χωρίς όμως να ενοχλούν όσους έρχονται από το αντίθετο ρεύμα. Αυτό σημαίνει πως ανάβουν διαδοχικά τα LED εσωτερικά καθορίζοντας το εύρος της δέσμης, από τις 13ο κλίσης και πάνω, οπότε δεν αρχίζουν να παίζουν τα φώτα πλαγιάζοντας απλά στο πλαϊνό σταντ.
Υπάρχει και ασύρματο κλειδί το οποίο είναι εξοπλισμένο με σύστημα NFC οπότε, αν τελειώσει η μπαταρία του ή αν υπάρχει πρόβλημα στον δέκτη του σκούτερ, τότε ακουμπάς το κλειδί εσωτερικά του φαίρινγκ στο ύψος της τροφοδοσίας αέρα και ξεκλειδώνεις, όπως δηλαδή συμβαίνει στη συντριπτική πλειοψηφία των μοντέλων μοτοσυκλετών και σκούτερ με ασύρματο κλειδί. Υπάρχει βέβαια και φυσικό κλειδί που αποκαλύπτεται εύκολα.
Υπάρχουν δύο χαρτογραφήσεις κινητήρα, η πλήρους δύναμης και μία με πιο ομαλή απόκριση που κρατά τις στροφές έως τις 5.500 για να μη γλιστρά εύκολα ο πίσω τροχός. Η εναλλαγή όμως γίνεται μέσα από καταστάσεις λειτουργίας όπου οι δύο πρώτες είναι ακριβώς ίδιες, απλά η κίτρινη είναι με ενεργό το Traction Control και η μπλε χωρίς. Δεν απενεργοποιείται το Traction Control από κάποιον διακόπτη για αυτή τη δουλειά, ενώ η παρέμβασή του είναι αρκετά ήπια ώστε να μην έχει μεγάλο νόημα η κατάσταση λειτουργίας “RAIN”. Φυσικά αυτό ισχύει στη φανταστική άσφαλτο με την οποία είναι στρωμένη η Σαρδηνία, ένας από τους λόγους επιλογής της ως μοτοσυκλετιστικού τουρισμού. Θα δούμε σε δοκιμή στην Ελλάδα την παρέμβαση του traction control, σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα της χαρτογράφησης “RAIN”.
Η έγχρωμη οθόνη TFT 7 ιντσών προσφέρει πλήρη συνδεσιμότητα μέσω Bluetooth με διπλή σύνδεση για κινητό και ακουστικά. Υπάρχει και καλύτερος τρόπος με Apple CarPlay για κατόχους IPhone. Δεν υπάρχει αντίστοιχα το Android Auto που δεν δίνει -ακόμη- πιστοποίηση για τοποθέτηση σε δίκυκλα. Από τους διακόπτες ο αναβάτης μπορεί κάλλιστα να ρυθμίσει ένταση μουσικής, πλοήγηση στο μενού κτλ, ακόμη και να καλέσει στη Siri για φωνητικές εντολές που φυσικά η επιτυχία της εκτέλεσής τους είναι ανάλογη του τρόπου ομιλίας, του περιβάλλοντος και του πόσο αθόρυβο ή όχι είναι το κράνος, καθώς και στην ποιότητα του μικροφώνου της ενδοεπικοινωνίας που έχει επιλέξει ο αναβάτης. Υπάρχουν τρεις διαφορετικές εμφανίσεις για το μενού της οθόνης και τις χαρακτηρίζει πλήρως η πολυφωνία και τα έντονα χρώματα που για ορισμένους αναβάτες είναι κουραστικό.
Η SYM ήθελε οι πλαϊνές βαλίτσες να μην προεξέχουν πολύ από το φαίρινγκ ώστε η ευελιξία να παραμένει και να μην τις αφαιρεί ο αναβάτης, ουσιαστικά ακυρώνοντας μία βασική διαφορά από την πιο σπορ έκδοση. Για αυτό έχουν 14,4 και 13,6 λίτρα χωρητικότητας ενώ, παρόλο που η πρόθεση είναι να μην τις αφαιρείς συχνά, η τοποθέτησή τους είναι πανεύκολη, όπως και το αντίστροφο. Ευρύχωρο ντουλαπάκι εμπρός και κεντρική τοποθέτηση USB φόρτισης για πρόσθετο εξοπλισμό, με καλή συναρμογή για κάθε ανοιγόμενο πορτάκι κλείνοντας χωρίς να χρειάζεται να κοπανάς για δεύτερη φορά.
Για εκείνον που θέλει να παραμείνει στην οικογένεια των σκούτερ θέλοντας να προσθέσει περισσότερα ταξίδια, το νέο TTLBT είναι μία ιδιαίτερα ελκυστική επιλογή, τόσο οδηγικά και σε ευκολίες φόρτωσης, όσο και από πλευράς εξοπλισμού. Με μπόλικο χώρο στη σέλα για δύο άτομα, με τον δεύτερο να μην κάθεται πίσω αλλά πάνω από τον άξονα του πίσω τροχού, επηρεάζοντας λιγότερο τη συμπεριφορά στην οδήγηση και μία μεγάλη σχάρα για μπόλικες αποσκευές, το TTLBT είναι έτοιμο για αποδράσεις του Σαββατοκύριακου συνεχίζοντας να αποτελεί το καθημερινό όχημα όλες τις άλλες ημέρες.
ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Κινητήρας
Δικύλινδρος εν σειρά, τετράχρονος υγρόψυκτος, οριζόντια τοποθετημένος, με δύο επικεφαλής εκκεντροφόρους και 4 βαλβίδες ανά κύλινδρο
Χωρητικότητα
508 c.c.
Διάμετρος x Διαδρομή
68 x 70 mm
Ιπποδύναμη
33.5 kW (45,5 PS – 44 hp) / 6,750 rpm
Ροπή
49.9 Nm (5 kg.m) / 5,250 rpm
Τροφοδοσία
E.F.I.
Μετάδοση
C.V.T.
Ανάρτηση Εμπρός
Ανεστραμμένο πιρούνι 41 χλστ με διαδρομή 109 χλστ.